Την τελευταία εβδομάδα ο πλανήτης συνταράσσεται από τον πόλεμο που κήρυξαν στο Ιράν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ και τις προεκτάσεις που δημιούργησε η απάντηση της Τεχεράνης, προκαλώντας μια ευρύτερη σύρραξη στη Μέση Ανατολή, περιοχή καίρια για την παγκόσμια προμήθεια πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Οι πρώτες επιπτώσεις σε οικονομικό επίπεδο αποτυπώθηκαν από την πρώτη στιγμή στις κινήσεις των επενδυτών και στις τιμές της ενέργειας. Ένα από τα κυρίαρχα ερωτήματα είναι εάν αυτός ο πόλεμος θα προκαλέσει ενεργειακή κρίση.
Το κλείσιμο των στενών του Ορμούζ
Το κλείσιμο -ουσιαστικά- των Στενών του Ορμούζ και οι φόβοι για μειωμένη επάρκεια πετρελαίου εκτόξευσαν τις τιμές σε επίπεδα που δεν έχουμε δει εδώ και χρόνια. Μέσα σε μια εβδομάδα οι τιμές εκτοξεύτηκαν στα υψηλότερα επίπεδα από το 2020 με το Brent να φτάνει πάνω από τα 92 δολάρια το βαρέλι, με τις πιο δυσοίωνες προβλέψεις να βλέπουν την τιμή να οδηγείται ακόμη και στα 150 δολάρια. Οι οικονομολόγοι με μολύβι και χαρτί διαμορφώνουν τις προβλέψεις και τα πιθανά σενάρια με βάση δεδομένα που αλλάζουν κάθε στιγμή.
Η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται όλο και πιο κοντά στη δίνη μιας γενικευμένης αναταραχής με τον κίνδυνο να μπει για τα καλά μέσα σε αυτή όσο η κρίση στη Μέση Ανατολή διατηρείται.
Ο κίνδυνος για την παγκόσμια οικονομία
Τελικά ποιες είναι οι πιθανότητες μια ενεργειακής κρίσης που θα μπορούσε να συνταράξει την παγκόσμια οικονομία;
Οι ειδικοί ομονοούν πως είναι πολλοί οι παράγοντες από τους οποίους εξαρτάται αυτό, αλλά η διάρκεια του πολέμου είναι από τους πιο καθοριστικούς.
Οπως έγραψε σε ανάλυσή του για τον ΟΤ ο Βαγγέλης Βιτζηλαίος, συντονιστής Κύκλου Διεθνών & Ευρωπαϊκών Αναλύσεων Ινστιτούτου ΕΝΑ και υποψήφιος διδάκτωρ Πανεπιστημίου Πειραιώς, «ένας συνδυασμός παραγόντων θα κρίνει εάν θα υπάρξει ένα ενεργειακό σοκ αντίστοιχης κλίμακας με την πετρελαϊκή κρίση του 1973 (Αραβοϊσραηλινός Πόλεμος) ή θα υπάρξει αποκλιμάκωση των πιέσεων με προσαρμογή των τιμών σε πετρέλαιο και LNG. Ένα σημαντικό κριτήριο είναι, αναμφίβολα, το χρονικό διάστημα που θα διαρκέσει η αναταραχή στη Μέση Ανατολή, άρα αντίστοιχα και οι μεγάλοι κίνδυνοι για παραγωγή και μεταφορές ενεργειακών προϊόντων».
Από την πλευρά του, Γιάννης Αληγιζάκης, πρόεδρος Συνδέσμου Εταιρειών Εμπορίας Πετρελαιοειδών Ελλάδας, πρόεδρος Ελιν, επισημαίνει ότι «ο πόλεμος στο Ιράν αναμφίβολα, αποτελεί τη σοβαρότερη γεωπολιτική κρίση των τελευταίων ετών. Επεσήμανε ότι «είναι ιδιαίτερα κρίσιμο το επόμενο διάστημα» και εξήγησε πως «ο πόλεμος στο Ιράν δεν είναι ένας πόλεμος που θα λήξει με την αλλαγή εξουσίας, όπως συνέβη πρόσφατα στην Βενεζουέλα. Υπάρχει διάχυτη η ανησυχία για τον χρόνο που θα διαρκέσει, αλλά κυρίως για την κλιμάκωση που μπορεί να παρουσιάσει τις επόμενες ημέρες ή εβδομάδες. Αυτά, άλλωστε, είναι τα 2 κρίσιμα στοιχεία που θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό και την πορεία των διεθνών τιμών».
Για «βίαιο σοκ στις τιμές του πετρελαίου» μιλούν στη ανάλυσή τους οι Παναγιώτης Ε. Πετράκης και Παντελής Χ. Κωστής. Οπως σημείωσαν από τις πρώτες μέρες του πολέμου, «ενώ αυτό που περιμέναμε (βασικό σενάριο) προέβλεπε μια σταθερή πορεία του Brent κοντά στα 64-65 δολάρια για το 2026, πλέον θα πρέπει να αναμένουμε αυξημένες τιμές του πετρελαίου, τουλάχιστον για το 2026».
«Σε ένα εναλλακτικό σενάριο -σε σύγκριση με το βασικό- το οποίο προσομοιώνει μια κλιμακούμενη κρίση: η τιμή ξεκινά από τα 85 δολάρια τον Μάρτιο (74 κατά μέσο όρο για το πρώτο τρίμηνο), εκτινάσσεται στα 100 δολάρια το τρίμηνο Απριλίου-Ιουνίου και υποχωρεί σταδιακά στα 75 δολάρια το φθινόπωρο, πριν σταθεροποιηθεί στα 67,5 δολάρια στο τελευταίο τρίμηνο του 2026», επεσήμαναν. Με βάση αυτό, «η έκρηξη στις τιμές του πετρελαίου λειτουργεί ως ένας “έμμεσος φόρος” στην κατανάλωση και στην παραγωγή, επιβραδύνοντας το ρυθμό μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας στο 1,9% για το 2026, έναντι του 2,1% που αναμενόταν υπό κανονικές συνθήκες». Και συμπέραναν πως: «οι σημαντικότεροι παράγοντες που επηρεάζουν τα αποτελέσματα είναι ο χρόνος που θα διαρκέσει η αναταραχή και η έκταση και η ένταση των γεγονότων. Μάλιστα όταν η έκταση και η ένταση είναι μεγάλες τότε και ο χρόνος συμπυκνώνεται κάνοντας οξύτερες τις μεταβολές».
Αναφερόμενος στις επιπτώσεις που μπορεί να έχει αυτός ο πόλεμος στην Ευρώπη, ο Σπύρος Μπαλαβούκος, Καθηγητής, Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και Επικεφαλής Ευρωπαϊκού Προγράμματος Αριάν Κοντέλλη, ΕΛΙΑΜΕΠ, σημειώνει: «Είναι οι ευρωπαϊκές χώρες αρκετά “οχυρωμένες” απέναντι στην εν εξελίξει σύγκρουση; Οι δύο παράμετροι που έχουν βαρύνουσα σημασία σε όλους τους σχετικούς υπολογισμούς είναι η διάρκεια της σύγκρουσης αυτής και η πιθανότητα διάχυσής της στην ευρύτερη περιφέρεια». Ειδικά για την Ελλάδα, σύμφωνα με τον ίδιο, «πέραν των όσων ισχύουν για το σύνολο της ευρωπαϊκής οικονομίας και παραγωγής, η βασική βιομηχανία του τουρισμού θα υποστεί σημαντικό πλήγμα από μια παρατεταμένη σύγκρουση. Αυτό θα γίνει όχι μόνο άμεσα, λόγω της πιθανούς αίσθησης ανασφάλειας της χώρας ως δυνητικού τουριστικού προορισμού, αλλά και έμμεσα, λόγω της σχετικής οικονομικής ύφεσης στην Ευρώπη, που θα ανατρέψει τα σχέδια πολλών Ευρωπαίων».
Σύμφωνα με την ανάλυση του Γεώργιου Μπάλτα, Καθηγητή του Τμήματος Μάρκετινγκ & Επικοινωνίας του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, Διευθυντής Μεταπτυχιακών Σπουδών, «ένας συνεχιζόμενος και διευρυνόμενος πόλεμος στη Μέση Ανατολή δεν θα μείνει μακριά από την καθημερινότητα των Ελλήνων καταναλωτών. Θα γίνει αισθητός στο ράφι του σούπερ μάρκετ, στους λογαριασμούς ενέργειας, και στις αντλίες των καυσίμων. Ένα νέο πληθωριστικό κύμα θα ήταν ιδιαίτερα επώδυνο καθώς θα προστίθετο στις συσσωρευμένες ανατιμήσεις που άφησε η πρόσφατη πληθωριστική κρίση. Το καλό σενάριο για την ελληνική οικονομία είναι η σύρραξη να μην διαρκέσει, ώστε οι επιπτώσεις στο κόστος παραγωγής των επιχειρήσεων και, κατά συνέπεια, στο κόστος ζωής των καταναλωτών να είναι μικρές, προσωρινές και αντιστρέψιμες».
Ο Β. Κορκίδης για τις 5 επιπτώσεις στην Ελλάδα
Σε πέντε βασικούς τομείς εστιάζουν οι σημαντικότερες επιπτώσεις για την Ελλάδα, επισημαίνει σε άρθρο του για τον ΟΤ ο Βασίλης Κορκίδης, πρόεδρος του ΕΒΕΠ και αυτές είναι: ενεργειακό κόστος, εμπόριο, ναυτιλία, τουρισμός και χρηματοπιστωτική αγορά.
«Στην Ευρωζώνη οι απώλειες μετά τον μήνα μπορούν να φτάσουν τα 250 δις $ μόνο από την αύξηση των ενεργειακών τιμών, να αυξήσουν 1,1% τον πληθωρισμό και να υποχωρήσει 0,6% το ΑΕΠ. Θαλάσσιες μεταφορές, ενέργεια αλλά και το κόστος του παγκόσμιου εμπορίου είναι οι τρεις βασικές «παράμετροι» που θα προσδιορίσουν, σε διεθνές επίπεδο την εικόνα των αγορών, σε μία χρονική συγκυρία εξαιρετικά ταραγμένη διεθνώς με την Ευρωπαϊκή οικονομία να προσπαθεί να σταθεροποιηθεί εν μέσω ενός διεθνούς οικονομικού πολέμου των δασμών αλλά και τώρα εν μέσω μία ακόμη «περιφερειακής σύρραξης» στο πέταλο της Ανατολικής Μεσογείου και εγγύς Ανατολής», τονίζει.
Ο κ. Κορκίδης αναφέρει επίσης απο την πλευρά του πως «το βασικό ζητούμενο σε όλα τα σενάρια των οικονομικών επιπτώσεων είναι και αυτή την φορά είναι η διάρκεια και η διασπορά του πολέμου».
Πηγή:ΟΤ
