Την ώρα που ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή κλιμακώνεται και η σύγκρουση με επίκεντρο το Ιράν αποκτά ολοένα πιο επικίνδυνες διαστάσεις, δύο καλλιτέχνες της ιρανικής διασποράς μιλούν για την κατάσταση από τη δική τους οπτική. Ο αναγνωρισμένος ηθοποιός και σκηνοθέτης Βασίλης Κουκαλάνι, με περγαμηνές στο θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση, Ιρανός από την πλευρά του πατέρα του και Έλληνας από την πλευρά της μητέρας του, που ζει και εργάζεται στην Ελλάδα, και η βραβευμένη Ιρανή σκηνοθέτις, περφόρμερ και συγγραφέας Σαχάρ Ραχιμί, που ζει ανάμεσα στην Γερμανία και την Ελλάδα, μιλούν για τον πόλεμο και τη ζωή των ανθρώπων στο Ιράν.
Βασίλης Κουκαλάνι
Για τον Κουκαλάνι, οι δεσμοί με τη χώρα παραμένουν ισχυροί. «Η σχέση μου με το Ιράν παραμένει βαθιά. Μπορεί να έφυγα παιδί, αλλά έζησα εκεί σε καθοριστικά χρόνια. Ήμουν στο Ιράν την περίοδο της επανάστασης που ανέτρεψε τον Σάχη και στη συνέχεια είδα πώς, μέσα σε περίπου ενάμιση χρόνο, εγκαθιδρύθηκε το θεοκρατικό καθεστώς που γνωρίζουμε μέχρι σήμερα. Αυτές ήταν εμπειρίες που σε διαμορφώνουν, ακόμη κι αν είσαι παιδί. Οι δεσμοί με τον τόπο παραμένουν, γιατί είναι μέρος της πατρίδας μου», μας λέει φορτισμένος.
«Ο πατέρας μου ήταν πολιτικά κυνηγημένος, τόσο από το καθεστώς του Σάχη όσο και από το καθεστώς που ακολούθησε την επανάσταση. Οι ίδιοι άνθρωποι διώκονταν και από τη μία εξουσία και από την άλλη».
Ο Κουκαλάνι, πάντοτε παρεμβατικός και πολιτικοποιημένος και στην Ελλάδα, μεγάλωσε σε μια οικογένεια που βίωσε άμεσα τις πολιτικές αναταράξεις της χώρας τη δεκαετία του ΄70. «Ο πατέρας μου ήταν πολιτικά κυνηγημένος, τόσο από το καθεστώς του Σάχη όσο και από το καθεστώς που ακολούθησε την επανάσταση. Οι ίδιοι άνθρωποι διώκονταν και από τη μία εξουσία και από την άλλη».
Διηγείται πώς η ιρανική επανάσταση υπήρξε ένα μοναδικό ιστορικό γεγονός. «Για τη Μέση Ανατολή ήταν κάτι πρωτοφανές και σε μαζικότητα συμμετοχής θεωρείται από τις μεγαλύτερες κινητοποιήσεις στην ιστορία. Από το φθινόπωρο του 1978 έως τις αρχές του 1979 εκατομμύρια άνθρωποι κατέβαιναν στους δρόμους. Οι διαδηλώσεις σχημάτιζαν πορείες χιλιομέτρων, με 3 εκατομμύρια συμμετέχοντες – φανταστείτε εκατομμύρια διαδηλωτές στη γραμμή του συρμού Ομόνοια-Κηφισιά», λέει χαρακτηριστικά. Ήταν η έκφραση ενός λαού που ήθελε να τελειώσει η βασιλεία και το καθεστώς που είχε επιβληθεί με τη στήριξη του στρατού.

Βασίλης Κουκαλάνι © Arash Marandi
Σήμερα, συγγενείς και φίλοι του βρίσκονται ακόμη στην Τεχεράνη, εξηγεί. «Έχω συγγενείς που ζουν πολύ κοντά στο κτήριο της ραδιοτηλεόρασης στην Τεχεράνη, το οποίο έχει χτυπηθεί επανειλημμένα», λέει. «Τα νέα είναι λίγα. Η επικοινωνία είναι δύσκολη και το μόνο που ακούμε είναι ότι είναι καλά και να μην ανησυχούμε». Κάποιοι συγγενείς έχουν φύγει προς τον βορρά, προς την περιοχή της Κασπίας, άλλοι έχουν μετακινηθεί προς τον νότο. Το διαδίκτυο είναι συχνά κλειστό και η επικοινωνία περιορισμένη. Τα νέα έρχονται σποραδικά.
«Αυτό που συχνά ξεχνιέται στη διεθνή συζήτηση είναι ο ίδιος ο λαός του Ιράν. Ένας λαός που εδώ και δεκαετίες αγωνίζεται για ελευθερία και δημοκρατία.»
Η εμπειρία της πολιτικής βίας δεν είναι κάτι καινούργιο για την ιρανική κοινωνία. Όπως επισημαίνει, το καθεστώς της Ισλαμικής Δημοκρατίας έχει αντιμετωπίσει διαδοχικά κύματα λαϊκών εξεγέρσεων τις τελευταίες δεκαετίες – από το «πράσινο κίνημα» του 2009 έως τις πρόσφατες κινητοποιήσεις που πυροδότησε ο θάνατος της Μαχσά Αμινί. «Κάθε ξεσηκωμός γεννά τον επόμενο», σημειώνει. «Τα τελευταία χρόνια φαινόταν όλο και περισσότερο ότι η πλειοψηφία της κοινωνίας θέλει μια βαθιά αλλαγή». Η εξέγερση που προκάλεσε ο θάνατος της Μαχσά Αμινί υπό κράτηση, η οποία γέννησε το σύνθημα «Γυναίκα – Ζωή – Ελευθερία» έδειξε ότι συμμετείχε πλέον η συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας. «Ήταν μια στιγμή όπου ο κόσμος ζητούσε συλλογικά να πάρει τη ζωή του στα χέρια του», τονίζει ο Κουκαλάνι.
Η καταστολή όμως ήταν εξαιρετικά βίαιη. Με το αίμα αθώων πολιτών βάφτηκε και η τελευταία «απάντηση» του καθεστώτος του Ιράν στις προ ημερών διαμαρτυρίες, τις οποίες διαδέχεται τώρα ένας πόλεμος. Ο Κουκαλάνι θεωρεί ότι η διεθνής σύγκρουση μετατοπίζει το κέντρο της συζήτησης μακριά από τον ίδιο τον λαό του Ιράν: «Και τώρα, μέσα σε αυτή την κατάσταση, έχουμε έναν πόλεμο που κηρύσσεται από τις ΗΠΑ, το Ισραήλ και τους ευρωπαϊκούς βραχίονες τους. Το αποτέλεσμα είναι ότι ο ιρανικός λαός βρίσκεται παγιδευμένος ανάμεσα σε δύο πραγματικότητες: από τη μία ένα αυταρχικό θεοκρατικό καθεστώς που καταπιέζει τον ίδιο τον πληθυσμό του και από την άλλη εξωτερικές στρατιωτικές επεμβάσεις που ισχυρίζονται ότι ενεργούν στο όνομά του!»
Όπως παρατηρεί: «Αυτό που συχνά ξεχνιέται στη διεθνή συζήτηση είναι ο ίδιος ο λαός του Ιράν. Ένας λαός που εδώ και δεκαετίες αγωνίζεται για ελευθερία και δημοκρατία. Αυτή τη στιγμή υποφέρει και από τις δύο πλευρές. Γι’ αυτό πρέπει να είμαστε ενάντια σε κάθε μορφή κρατικής και ιμπεριαλιστικής βίας. Ενάντια στους πολέμους που αποφασίζονται πάνω από τα κεφάλια των λαών και ενάντια στα καθεστώτα που καταπιέζουν τον ίδιο τους τον πληθυσμό. Ταυτόχρονα, όμως, πρέπει να αναγνωρίσουμε κάτι: όταν ένας λαός εξεγείρεται απέναντι στην καταπίεση, η βία της εξέγερσης δεν είναι το ίδιο με τη βία της εξουσίας. Η ιστορία δείχνει ότι οι κοινωνίες αλλάζουν όταν οι ίδιοι οι άνθρωποι διεκδικούν ενεργά την ελευθερία τους.»
Το Ιράν δεν χρειάζεται εισβολή ούτε «σωτήρες» από τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ και τους βραχίονες της Ευρώπης, λέει ο Κουκαλάνι. «Οι άνθρωποι αυτή τη στιγμή έχουν παραμεριστεί, έχουν παρακαμφθεί. Η συλλογική βούληση του λαού του Ιράν στο εσωτερικό του είναι: Πάμε για μία ριζοσπαστική αλλαγή αυτής της δικτατορίας σε μία δημοκρατία».
Σχολιάζει έντονα την εξόντωση του ανώτατου ηγέτη της χώρας από το Ισραήλ. «Ο θάνατος του Χαμενεΐ ήταν μία ιστορική καμπή. Όταν έγινε, είπα μέσα μου ” γιατί δεν το κάνατε πριν από 30 χρόνια;”. Θα μπορούσα να το είχα κάνει κι εγώ! Είναι λοιπόν φυσικό πολλοί άνθρωποι να ένιωσαν ακόμη και ανακούφιση όταν έμαθαν για τον θάνατό του. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι αποδέχονται ή στηρίζουν τις ξένες επεμβάσεις.
Ο Χαμενεϊ έπρεπε να λογοδοτήσει στον ίδιο τον ιρανικό λαό, τονίζει ο Κουκαλάνι. «Σε εμάς έπρεπε να λογοδοτήσει! Στον λαό που για δεκαετίες υπέστη από αυτόν καταστολή, φυλακίσεις και βία. Θα έπρεπε να βρεθεί αντιμέτωπος με μια λαϊκή κρίση για όλα αυτά τα εγκλήματα. Όταν όμως παρεμβαίνουν εξωτερικές δυνάμεις, ο ίδιος ο λαός βγαίνει από το προσκήνιο».
Σαχάρ Ραχιμί
Την ίδια αγωνία εκφράζει και η Σαχάρ Ραχιμί. Γεννημένη στην Τεχεράνη το 1981, έφυγε από τη χώρα σε ηλικία τριών ετών, όταν ξέσπασε ο πόλεμος Ιράν–Ιράκ, και μεγάλωσε στη Γερμανία ως παιδί προσφύγων.
Η επικοινωνία μας είναι σύντομη γιατί αυτές τις μέρες το πρόγραμμα της είναι φορτωμένο λόγω των υποχρεώσεών της ως καλλιτεχνική διευθύντρια του Φεστιβάλ Μπρεχτ (Brecht Festival Augsburg) στην πόλη Άουγκσμπουργκ της Γερμανίας (τα τελευταία χρόνια συνεργάζεται με θεατρικές σκηνές της Γερμανλιας, όπως το Ballhaus Ost-Berlin, το Theater Basel, το Schauspielhaus Wien και το Munich Kammerspiel.
«Δεν πιστεύω ότι αυτή η κλιμάκωση θα φέρει θετική αλλαγή… Ο πόλεμος έρχεται να προστεθεί ως μια ακόμη απειλή που πρέπει να αντιμετωπίσει ο ιρανικός λαός.»
«Φύγαμε από τη χώρα ως πρόσφυγες και τα πρώτα χρόνια στη Γερμανία δεν ήταν εύκολα», λέει. «Η οπτική μου είναι αυτή της διασποράς. Κάποιες φορές δεν ξέρεις καν ποιες ιστορίες σου ανήκουν – της χώρας όπου γεννήθηκες ή της χώρας όπου ζεις. Τις καλές μέρες αισθάνεσαι ότι σου ανήκουν και οι δύο. Τις δύσκολες μέρες, καμία από τις δύο. Ίσως όμως ακριβώς αυτή η αίσθηση του ”ενδιάμεσου” να είναι η ιδιαίτερη οπτική της διασποράς.»

Sahar Rahimi Fotocredit Andrea Huber
Η σημερινή κλιμάκωση της σύγκρουσης τη γεμίζει φόβο. «Ανησυχώ πολύ για την κατάσταση, γιατί δεν πιστεύω ότι αυτή η κλιμάκωση θα φέρει κάποια θετική αλλαγή», σημειώνει. «Οι συνθήκες ζωής στο Ιράν είναι ήδη εξαιρετικά δύσκολες: οικονομική κρίση, διαφθορά, κακοδιαχείριση και ένα καθεστώς που σκοτώνει τους ίδιους του τους πολίτες. Και τώρα ο πόλεμος έρχεται να προστεθεί ως μια ακόμη απειλή που πρέπει να αντιμετωπίσει ο ιρανικός λαός.»
Μέχρι στιγμής η Ραχιμί δεν έχει καταφέρει να επικοινωνήσει με φίλους και συγγενείς στο Ιράν, καθώς υπάρχει μπλακάουτ στις επικοινωνίες, όπως είχε συμβεί και στην βαμμένη στο αίμα καταστολή των μαζικών διαμαρτυριών τον Ιανουάριο. Η ίδια μάλιστα δεν έχει καταφέρει να επικοινωνήσει με φίλους και συγγενείς στη χώρα. «Υπάρχει μπλακάουτ στις επικοινωνίες. Δεν ξέρω πού βρίσκονται οι άνθρωποί μας αυτή τη στιγμή, κάτι που προκαλεί μεγάλη ανησυχία».
Όπως και ο Κουκαλάνι, έτσι και η Ραχιμί απορρίπτει την ιδέα ότι ο πόλεμος μπορεί να αποτελέσει λύση για τα προβλήματα της ιρανικής κοινωνίας. «Δεν πιστεύω ότι ο πόλεμος μπορεί να φέρει δημοκρατία», τονίζει. «Η ίδια η ιδέα είναι αντιφατική. Δεν θεωρώ ότι οι στρατιωτικές επιχειρήσεις έχουν ως στόχο την εγκαθίδρυση δημοκρατίας. Πίσω τους υπάρχουν άλλα συμφέροντα – γεωπολιτικά και οικονομικά».
Μέσα στον ζόφο και το πνιγηρό αδιέξοδο, η τέχνη – υποστηρίζει – μπορεί να λειτουργήσει ως χώρος αντίστασης και συλλογικής σκέψης. «Η τέχνη έχει τη δύναμη να ανοίγει χώρους επικοινωνίας, σκέψης και συνύπαρξης. Έχουμε ανάγκη από τέτοιους χώρους περισσότερο από ποτέ, σε μια εποχή όπου αυξάνονται οι αυταρχικές τάσεις και οι πόλεμοι». Η ίδια οργανώνει αυτή την περίοδο πολιτικές συζητήσεις για το Ιράν στο πλαίσιο του Φεστιβάλ.
Η Σαχάρ Ραχιμί δεν είναι η μόνη που καταφεύγει στον Μπρεχτ συνδέοντας την τέχνη με την πολιτική.
Ο Βασίλης Κουκαλάνι υπενθυμίζει το κείμενο του Μπρεχτ από το 1953 με τίτλο «Εγκώμιο στα χιλιοειπωμένα», που διαβάστηκε στη συνδιάσκεψη των Γερμανών καλλιτεχνών και συγγραφέων στο Αμβούργο το 1953, ενάντια στον πόλεμο και τον μιλιταρισμό: «Δεν πρέπει να σταματήσουμε να λέμε τα χιλιοειπωμένα ξανά και ξανά, ώστε να μην έχει ειπωθεί μια φορά λιγότερο. Πρέπει να επαναλάβουμε τις προειδοποιήσεις, ακόμα και αν ήδη έχει μαλλιάσει η γλώσσα μας. Γιατί η ανθρωπότητα απειλείται από πολέμους μπροστά στους οποίους οι προηγούμενοι θα μοιάζουν σαν μίζερα πειράματα, σαν μικρά παιδιά. Και αυτοί οι πόλεμοι θα έρθουν χωρίς αμφιβολία, αν δεν τσακίσουμε τα χέρια εκείνων που τους προετοιμάζουν τελείως απροκάλυπτα και με κάθε δημοσιότητα.»
