Το βράδυ της καταμέτρησης στο Γκόρτον, η αίθουσα του δημοτικού κέντρου μύριζε καφέ και βρεγμένα παλτά. Εθελοντές με αυτοκόλλητα στα μπουφάν, χρωματιστά καπέλα αγκαλιάζονταν σφιχτά, ενώ λίγα μέτρα πιο πέρα, μια ομάδα νεαρών κοιτούσε σιωπηλή τα κινητά της, ανανεώνοντας τα αποτελέσματα.
Όταν ανακοινώθηκε το τελικό ποσοστό και οι αριθμοί ψήφων λίγο μετά τις 4 το πρωί της Παρασκευής, λίγο μετα μια κραυγή ξέσπασε από τη γωνία των Πρασίνων· κάποιοι δάκρυσαν, άλλοι γέλασαν νευρικά. Δεν ήταν απλώς μια έδρα. Ήταν ένα μήνυμα. Και μια νέα σελίδα στην ιστορία της Βρετανίας μόλις γράφτηκε.
Η αναπληρωματική εκλογή στο Γκόρτον και το Ντέντον δεν κατέγραψε μόνο μια ανατροπή. Ανέδειξε μια βαθύτερη μετατόπιση στις προσδοκίες, στις ταυτότητες και στη σχέση των πολιτών με την εξουσία.
Στο κέντρο αυτής της ιστορίας βρίσκεται μια 34χρονη υδραυλικός που ετοιμάζει βαλίτσες για το Γουεστμίνστερ, αφήνοντας πίσω ραντεβού με πελάτες και εργοτάξια.
Από το συνεργείο στη Βουλή
Η Χάνα Σπένσερ δεν μεγάλωσε με όνειρο να γίνει πολιτικός. Έφυγε από το σχολείο στα 16 και έμαθε μια τέχνη με τα χέρια της. Έτρεξε μαραθώνιους, συγκατοικεί με τέσσερα διασωθέντα λαγωνικά και μέχρι πρόσφατα σκεφτόταν να προσθέσει ακόμη μία ειδικότητα στο βιογραφικό της. Στην προεκλογική εκστρατεία μιλούσε για λογαριασμούς, για ενοίκια, για το τι σημαίνει να δουλεύεις σκληρά και να μην φτάνει.
Η νίκη της δεν ήταν οριακή. Ήταν καθαρή, με ποσοστό που ξεπέρασε κάθε προηγούμενη επίδοση του κόμματός της σε αντίστοιχη αναμέτρηση. Σε μια περιφέρεια που επί σχεδόν έναν αιώνα θεωρούνταν προπύργιο των Εργατικών, η ανατροπή της πλειοψηφίας έμοιαζε αδιανόητη. Κι όμως, συνέβη.
Στην ομιλία της δεν χρησιμοποίησε βαρύγδουπες διατυπώσεις. Μίλησε για το πώς «η σκληρή δουλειά κάποτε εξασφάλιζε ένα σπίτι και μια καλή ζωή» και για το πώς σήμερα πολλοί αισθάνονται ότι «δουλεύουν για να πλουτίζουν άλλοι». Αναφέρθηκε επίσης στην ανάγκη να μην στοχοποιούνται κοινότητες και να μη διχάζεται η πόλη. Το ακροατήριο την άκουγε όχι σαν επαγγελματία ρήτορα, αλλά σαν γειτόνισσα.
Το ρήγμα στον παλιό χάρτη
Το αποτέλεσμα άφησε τους Εργατικούς στην τρίτη θέση, πίσω από το Reform UK, και προκάλεσε σοκ σε στελέχη που μέχρι και την ημέρα της ψηφοφορίας πίστευαν ότι η έδρα θα διασωθεί.
Η κλίμακα της ήττας δεν είναι απλώς αριθμητική. Αγγίζει δύο από τους ιστορικούς πυλώνες της εκλογικής τους συμμαχίας: τους λευκούς ψηφοφόρους της εργατικής τάξης και τους πολίτες με μεταναστευτικό υπόβαθρο.
Στο Ντέντον, όπου κυριαρχεί ένα πιο ομοιογενές, λευκό εργατικό εκλογικό σώμα, το Reform κατέγραψε ισχυρή επίδοση, αντλώντας ψήφους δυσαρέσκειας. Στο Γκόρτον, με μεγάλο ποσοστό πολιτών από εθνοτικές μειονότητες και σημαντική μουσουλμανική παρουσία, οι Πράσινοι κατόρθωσαν να διεισδύσουν εκεί όπου οι Εργατικοί έχαναν έδαφος τα τελευταία χρόνια.
Το ζήτημα της Γάζας, οι ανησυχίες για το κόστος ζωής, η αίσθηση απόστασης από την ηγεσία: όλα αυτά συντέθηκαν σε ένα αποτέλεσμα που ξεπερνά τα όρια μιας «δεύτερης τάξης» εκλογής.
Μια προειδοποίηση, όχι πανικός
Μιλώντας στο «Βήμα», η Pippa Norris, καθηγήτρια στο John F. Kennedy School of Government, Harvard University, προσφέρει μια πιο ψύχραιμη ανάγνωση. Η συμμετοχή, σημειώνει, έφτασε το 47% – «καλό ποσοστό για αναπληρωματική εκλογή».
Δεν βλέπει ενδείξεις δημοκρατικής κόπωσης ούτε διάβρωση εκλογικών κανόνων. «Τέτοιες αναμετρήσεις ευνοούν μικρότερα κόμματα που κεφαλαιοποιούν τη διαμαρτυρία και τη δυσαρέσκεια στη μέση της κυβερνητικής θητείας», εξηγεί, υπενθυμίζοντας ότι συχνά οι επιδόσεις αυτές δεν επαναλαμβάνονται σε γενικές εκλογές.
Η παρατήρηση αυτή δεν αναιρεί το πολιτικό σοκ. Αλλά το τοποθετεί σε ένα πλαίσιο: οι αναπληρωματικές εκλογές είναι εργαστήρια συναισθημάτων. Εκεί, οι ψηφοφόροι δοκιμάζουν, προειδοποιούν, στέλνουν σήματα χωρίς να αλλάζουν άμεσα κυβέρνηση.
Η πίεση στην ηγεσία
Παρά τη θεσμική ψυχραιμία, η πολιτική πίεση είναι υπαρκτή. Στο εσωτερικό των Εργατικών, βουλευτές μιλούν για «καμπανάκι» και για ανάγκη επανασύνδεσης με την προοδευτική βάση. Η απόφαση να μην επιτραπεί σε ένα δημοφιλές τοπικό πρόσωπο να διεκδικήσει την έδρα επανέρχεται στη συζήτηση. Και με τις επερχόμενες εκλογές στη Σκωτία, την Ουαλία και τους αγγλικούς δήμους, πολλοί φοβούνται ότι μια νέα σειρά αρνητικών αποτελεσμάτων θα ανοίξει ευθέως θέμα ηγεσίας.
Η αλήθεια είναι ότι ο παραδοσιακός δικομματισμός μοιάζει πιο εύθραυστος από ποτέ. Με τους Συντηρητικούς και τους Εργατικούς να κινούνται σε χαμηλά ποσοστά στις δημοσκοπήσεις, και με Πράσινους και Reform να αποσπούν μαζί την
πλειονότητα των ψήφων σε αυτή την αναμέτρηση, η εικόνα του μεταπολεμικού πολιτικού τοπίου αλλάζει.
Μόλις είκοσι ημέρες πριν, το ΒΗΜΑ είχε συνομιλήσει με τον Σερ Τζον Κέρτις, καθηγητή Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο του Στραθκλάιντ, σχετικά με τη δημοσκοπική δύναμη των Εργατικών.
Όπως είχε επισημάνει:
«Η τελευταία δημοσκόπηση που πραγματοποιήθηκε μετά τις αποκαλύψεις για τον Μάντελσον δείχνει μια μικρή πτώση από το 17% στο 16%. Στατιστικά είναι αμελητέα, αλλά συμβολικά σημαντική. Όταν οι ψηφοφόροι των Εργατικών ερωτήθηκαν αν ο Στάρμερ πρέπει να παραμείνει ή να αποχωρήσει, το ποσοστό διχάστηκε 40% έναντι 37%. Αυτό σε καμία περίπτωση δεν συνιστά ηχηρή επιδοκιμασία. Το σημαντικότερο είναι ότι ο πρωθυπουργός ήταν ήδη πολιτικά αποδυναμωμένος. Το σκάνδαλο απλώς επιτάχυνε τις αμφιβολίες στο εσωτερικό του ίδιου του κόμματός του».
Βουλευτές των Εργατικών δήλωσαν στο ΒΗΜΑ ότι η πίεση προς τον Στάρμερ, μετά το σημερινό αποτέλεσμα, ενισχύθηκε περαιτέρω. «Η ήττα μπορεί να καταστήσει τη θέση του Στάρμερ μη βιώσιμη», ανέφεραν χαρακτηριστικά.
Πέρα από τα ποσοστά
Κι όμως, ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της βραδιάς δεν ήταν το 40% ούτε η ανατροπή μιας πλειοψηφίας 13.000 ψήφων. Ήταν η εικόνα μιας γυναίκας που ζήτησε συγγνώμη από τους πελάτες της γιατί «μάλλον θα χρειαστεί να ακυρώσει τα ραντεβού», καθώς κατευθύνεται προς το Κοινοβούλιο.
Σε μια εποχή επαγγελματιών πολιτικών και επικοινωνιακών επιτελείων, η άνοδος ενός προσώπου που μιλά για εργαλεία και λογαριασμούς αντί για στρατηγικές συμμαχίες έχει συμβολική βαρύτητα. Δεν εγγυάται διαρκή επιτυχία. Δεν προδικάζει την επόμενη γενική εκλογή. Αλλά καταγράφει μια διάθεση: την ανάγκη για εκπροσώπηση που να μοιάζει με τη ζωή των ανθρώπων.
Το Γκόρτον και το Ντέντον δεν έγραψαν απλώς ένα κεφάλαιο εκλογικής ιστορίας. Έφεραν στην επιφάνεια μια βαθύτερη αναζήτηση ταυτότητας στη βρετανική πολιτική. Και καθώς τα φώτα της αίθουσας έσβηναν και οι εθελοντές μάζευαν τα φυλλάδια από το πάτωμα, έμενε η αίσθηση ότι κάτι μετακινήθηκε – ίσως όχι οριστικά, αλλά αρκετά για να ταράξει τις βεβαιότητες.
Η επόμενη πράξη θα κριθεί στις κάλπες του Μαΐου. Μέχρι τότε, η εικόνα της υδραυλικού που μπαίνει στο Γουεστμίνστερ θα στοιχειώνει – ή θα εμπνέει – ένα πολιτικό σύστημα που προσπαθεί να καταλάβει τι του λένε οι πολίτες του.
Ανταπόκριση Μάντσεστερ, Δημήτρης Μαυροκεφαλίδης
