Η ραγδαία κλιμάκωση μεταξύ του Πακιστάν και του Αφγανιστάν, η οποία κορυφώθηκε με τις αεροπορικές επιδρομές της 27ης Φεβρουαρίου 2026 σε στρατηγικούς στόχους εντός της αφγανικής επικράτειας (Καμπούλ, Κανταχάρ, Πακτία) και συνοδεύτηκε από την επίσημη διακήρυξη της πακιστανικής ηγεσίας περί μετάβασης σε καθεστώς «ανοιχτού πολέμου», σηματοδοτεί μια περίοδο βαθιάς αποσταθεροποίησης για το περιφερειακό υποσύστημα της Νότιας και Κεντρικής Ασίας.
Υπό το πρίσμα της συστημικής ανάλυσης, η τρέχουσα σύρραξη συνιστά την προβλέψιμη κορύφωση τριών μακροχρόνιων διαρθρωτικών διεργασιών: της ιστορικής αμφισβήτησης της μεθοριακής γραμμής Ντουράντ (Durand Line), της κατάρρευσης του περιφερειακού status quo μετά την παλινόρθωση των Ταλιμπάν το 2021, και της γεωοικονομικής περιπλοκότητας που επιβάλλει η ολοένα και πιο έντονη κινεζική στρατηγική παρουσία. Η ένοπλη αυτή αντιπαράθεση αναδιατάσσει την περιφερειακή ισορροπία ισχύος, δοκιμάζοντας τα όρια της στρατηγικής αποτροπής σε ένα ρευστό περιβάλλον όπου συνυπάρχουν οι συμβατικές επιχειρήσεις, ο ανταρτοπόλεμος και η παραδοσιακή εργαλειοποίηση μη κρατικών ενόπλων δρώντων.
Η Γραμμή Ντουράντ, χαραχθείσα το 1893, αποτελεί έναν κατεξοχήν αποικιακό μηχανισμό ελέγχου, σχεδιασμένο να λειτουργήσει ως ενδιάμεσος χώρος ανάμεσα σε αυτοκρατορίες (εκείνη την εποχή ανάμεσα στη βρετανική και τη ρωσική). Η κληροδότηση της στο πακιστανικό κράτος το 1947 γέννησε μια μόνιμη δομική αντίφαση: η διεθνής νομιμότητα του συνόρου ουδέποτε συνοδεύτηκε από την εσωτερική του νομιμοποίηση και αποδοχή στην αφγανική πολιτική σκέψη. Ιστορικά, η Καμπούλ αρνείται να αναγνωρίσει τη νομιμότητα του συνόρου αυτού, δεδομένου ότι τέμνει τον γεωγραφικό και πολιτισμικό χώρο των Παστούν, διασπώντας ισχυρές συγγενικές και φυλετικές δομές. Σε στρατηγικό επίπεδο, αυτή η αμφισβήτηση μετατρέπει τη μεθόριο σε μια διαρκή ζώνη τριβής. Επίσης, η κρατική κυριαρχία δεν ασκείται μέσω της διοικητικής ενσωμάτωσης, αλλά επιβάλλεται μέσω της καταστολής, της αυστηρής επιτήρησης και της παρατεταμένης στρατιωτικής παρουσίας.
Παράλληλα, η ρευστότητα της Γραμμής Ντουράντ ευνοεί την ανάδειξη «ενδιάμεσων» μη κρατικών δρώντων (π.χ. φυλετικά δίκτυα, ένοπλες ομάδες και δίκτυα λαθρεμπορίου) οι οποίοι εκμεταλλεύονται το κενό εξουσίας, μετατρέποντας την περιοχή σε μια ασταθή ζώνη. Υπό αυτό το πρίσμα, η κλιμάκωση από πλευράς του Πακιστάν μπορεί να ερμηνευτεί ως μια απόπειρα βίαιης μετατροπής αυτού του «ενδιάμεσου χώρου» σε ένα αυστηρά καθορισμένο «σκληρό» σύνορο· μια επιδίωξη η οποία απαιτεί βαθιά κοινωνική και πολιτική αναδιάρθρωση και σπανίως επιτυγχάνεται χωρίς μακροχρόνια προσφυγή στη βία.
Επί δεκαετίες, η εξωτερική πολιτική του Ισλαμαμπάντ αντιμετώπιζε το Αφγανιστάν πρωτίστως μέσα από το πρίσμα του ανταγωνισμού του με την Ινδία. Στο πλαίσιο του δόγματος του στρατηγικού βάθους, το Πακιστάν επιδίωκε την εγκαθίδρυση μιας φιλικά διακείμενης κυβέρνησης στην Καμπούλ, προκειμένου να αποτρέψει τη στρατηγική του περικύκλωση και να διασφαλίσει ζωτικά περιθώρια ελιγμών στο δυτικό του μέτωπο. Η προσέγγιση αυτή οδήγησε αναπόφευκτα στη συστηματική εργαλειοποίηση ισλαμιστικών δικτύων ως παραμέτρων περιφερειακής επιρροής.
Εντούτοις, η ανάληψη της εξουσίας από τους Ταλιμπάν το 2021 παρήγαγε ένα κλασικό στρατηγικό παράδοξο για το Πακιστάν: Παρότι το Ισλαμαμπάντ εξασφάλισε μια κυβέρνηση απαλλαγμένη από ινδική επιρροή, απώλεσε ταυτόχρονα τον έλεγχό της. Οι Ταλιμπάν, επιδιώκοντας τη δική τους εσωτερική νομιμοποίηση, αδυνατούν να λειτουργήσουν ως δορυφόρος του Πακιστάν, καθώς κάτι τέτοιο θα υπέσκαπτε ανεπανόρθωτα την κυριαρχία τους. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε στη λεγόμενη αντιστροφή της απειλής: στρατηγικές που αρχικά σχεδιάστηκαν για την άμβλυνση εξωτερικών κινδύνων, κατέληξαν να γεννούν νέες απειλές για την εσωτερική ασφάλεια του ίδιου του Πακιστάν. Η σύγχρονη πακιστανική επιχειρηματολογία εστιάζει πλέον στο ότι το αφγανικό έδαφος λειτουργεί ως ασφαλές καταφύγιο για ένοπλες οργανώσεις, με προεξάρχουσα την Tehrik-i-Taliban Pakistan, κατηγορία την οποία η Καμπούλ σταθερά απορρίπτει ή αντιστρέφει. Τα πρόσφατα αεροπορικά πλήγματα δείχνουν τη σαφή στροφή του Πακιστάν προς μια στρατηγική αποτροπής αλλά μέσω τιμωρητικών επιλογών. Στόχος της είναι η κατακόρυφη αύξηση του κόστους για τη de facto αφγανική κυβέρνηση, ούτως ώστε να αναχαιτιστεί η συνέχιση των διασυνοριακών επιθέσεων. Η διεξαγωγή επιχειρήσεων κοντά σε μεγάλα αστικά κέντρα εμπεριέχει ισχυρό στρατιωτικό και πολιτικό συμβολισμό, καθώς στοχεύει άμεσα στο ίδιο το αίσθημα ασφάλειας του αντιπάλου.
Η εφαρμογή αυτού του δόγματος, ωστόσο, εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους κλιμάκωσης. Η τιμωρητική αποτροπή λειτουργεί αποδοτικά μόνον όταν ο αντίπαλος διαθέτει κάθετο ιεραρχικό έλεγχο και είναι απρόθυμος να υποστεί περαιτέρω απώλειες που πλήττουν το κύρος του. Παρότι η πολιτικοστρατιωτική κορυφή των Ταλιμπάν είναι θεωρητικά συγκεντρωτική, η επιχειρησιακή της πραγματικότητα παραμένει δικτυακή και εν πολλοίς περιφερειακή. Συνεπώς, ακόμη και στην περίπτωση που η Καμπούλ επιθυμεί την αποκλιμάκωση, ενδέχεται να αδυνατεί να «παγώσει» πλήρως τις βίαιες ενέργειες στις παραμεθόριες ζώνες.
Στο πεδίο της στρατιωτικής ισορροπίας, το Πακιστάν διατηρεί αδιαμφισβήτητη συμβατική υπεροχή (αεροπορική ισχύς, επιμελητεία, ικανότητα συνδυασμένων επιχειρήσεων). Παρόλα αυτά, το κόστος μιας ενδεχόμενης παρατεταμένης χερσαίας κατοχής αφγανικού εδάφους, οι ισχυρές πιέσεις στο εσωτερικό μέτωπο και ο κίνδυνος της διεθνούς απομόνωσης θέτουν σαφή όρια στην προβολή ισχύος. Στον αντίποδα, οι Ταλιμπάν, ελλείψει βαριάς συμβατικής ισχύος, αντιπαραβάλλουν την ασύμμετρη ανθεκτικότητα τους. Ως ο κατεξοχήν πιο αδύναμος δρων, η στρατηγική τους δεν επικεντρώνεται στην κλασική στρατιωτική επικράτηση στο πεδίο, αλλά στην άρνηση της νίκης του ισχυρού, καθιστώντας το επιχειρησιακό κόστος δυσανάλογο προς το όποιο στρατηγικό όφελος του Ισλαμαμπάντ.
Η ιδιότητα του Πακιστάν ως πυρηνικής δύναμης διαδραματίζει επίσης, σημαντικό ρόλο, διέποντας μόνιμα τη στρατηγική σκέψη όλων των εμπλεκόμενων μερών. Στη Νότια Ασία, η παρουσία πυρηνικών όπλων δεν εξαλείφει την πιθανότητα ένοπλης σύγκρουσης, αλλά τείνει να την περιορίζει, ευνοώντας τις υβριδικές μορφές αντιπαράθεσης κάτω από το κατώφλι του γενικευμένου πολέμου. Ο παραλληλισμός με την Κρίση του Κάργκιλ το 1999 υπενθυμίζει ότι η αποτροπή δεν εξαλείφει το ρίσκο, απλώς το μετατοπίζει. Ο κίνδυνος, ωστόσο, δεν εντοπίζεται σε μια πυρηνική σύρραξη μεταξύ Πακιστάν και Αφγανιστάν, αλλά στη μετατόπιση της πίεσης στον άξονα Ινδίας-Πακιστάν. Εάν το Ισλαμαμπάντ αισθανθεί γεωστρατηγική αποδυνάμωση λόγω της δυτικής του εμπλοκής, ενδέχεται να αναζητήσει πολιτική και στρατιωτική όξυνση με το Νέο Δελχί για να αποκαταστήσει την ισορροπία του φόβου στο σύστημα.
Εξάλλου, το Πεκίνο, μέσω της ενσωμάτωσης του Πακιστάν στην πρωτοβουλία του Οικονομικού Διαδρόμου της Belt Road Initiative, επιδιώκει τη διασφάλιση εμπορικών οδών, άρα και τη διατήρηση του Ισλαμαμπάντ ως σταθερού στρατηγικού εταίρου και, παράλληλα, την ελαχιστοποίηση του κινδύνου διάχυσης ισλαμιστικής αστάθειας προς τη δική του επαρχία Σιντσιάνγκ. Κατά συνέπεια, η Κίνα διαθέτει ισχυρά κίνητρα για την προώθηση της αποκλιμάκωσης, αξιοποιώντας τα οικονομικά και διπλωματικά της εργαλεία. Ταυτόχρονα, ωστόσο, προσπαθεί να αποφύγει την άμεση ανάληψη ρόλου περιφερειακού στρατιωτικού εγγυητή, προτιμώντας μια προσέγγιση έμμεσης διαμεσολάβησης.
Ακόμη, οι πληθυσμιακές ροές του υπό εξέταση υποσυστήματος, αποτελούν ένα ισχυρό στοιχείο ισχύος και τριβής. Η κλιμάκωση της βίας επιδεινώνει δραματικά την ήδη εύθραυστη θέση των Αφγανών προσφύγων στο Πακιστάν. Τα κράτη σε περιόδους έντασης συχνά ασφαλειοποιούν το προσφυγικό ζήτημα, ανάγοντας το σε μείζονα απειλή εθνικής ασφάλειας, τακτική η οποία οδηγεί σε εκβιαστικές πολιτικές και σκληρές συνοριακές πρακτικές. Ταυτοχρόνως, η σύγκρουση επεκτείνεται με σφοδρότητα και στο πεδίο της πληροφορίας. Οι δημόσιες διακηρύξεις, οι αντικρουόμενες καταγραφές απωλειών και η εργαλειοποίηση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης μας κάνουν να συμπεράνουμε πως η πολιτική νομιμοποίηση συνιστά βασικό πυλώνα στην αντιπαλότητα. Το Πακιστάν επιδιώκει να αναπλαισιώσει τις επιθετικές του ενέργειες ως νόμιμη και αναγκαία αυτοάμυνα απέναντι στο εσωτερικό του ακροατήριο, ενώ οι Ταλιμπάν καλούνται να διατηρήσουν την εικόνα μιας ανένδοτης, μη υποτελούς δύναμης. Η αδυναμία άμεσης απάντησης από οποιαδήποτε πλευρά μεταφράζεται αυτομάτως σε απώλεια πολιτικής αξιοπιστίας, τροφοδοτώντας περαιτέρω τη σπειροειδή κλιμάκωση.
Η δυναμική της σύγκρουσης προδιαγράφει κατά τη γνώμη μου τρία δυνητικά σενάρια εξέλιξης:
- Σενάριο Α (Ταχεία αποκλιμάκωση): Μια διπλωματική παρέμβαση μεγάλων δυνάμεων (Κίνα, ΟΗΕ, ενδεχομένως με συμμετοχή Ιράν και Ρωσίας) επιβάλλει εκεχειρία, υπό τον όρο εξεύρεσης μιας φόρμουλας που θα επιτρέψει και στις δύο πλευρές να υποστηρίξουν πως δεν προέβησαν σε στρατηγική υποχώρηση.
- Σενάριο Β (Πόλεμος φθοράς – Το πλέον πιθανό): Συνέχιση των περιοδικών αεροπορικών πληγμάτων και των διασυνοριακών επιθέσεων, οδηγώντας σε μια χρόνια, μέσης-χαμηλής έντασης αστάθεια που θα επιτείνει την περιφερειακή αποδιοργάνωση, με τους δύο δρώντες να αδυνατούν να βρουν μια βιώσιμη πολιτική λύση.
- Σενάριο Γ (διεθνοποίηση): Η συνέχιση της σύγκρουσης προκαλεί μαζική ανθρωπιστική κατάρρευση ή μεταβάλλει τις ισορροπίες στον άξονα Πακιστάν-Ινδίας, προκαλώντας την έμμεση ή άμεση εξωτερική επέμβαση τρίτων δρώντων.
Ως εκ τούτου, η ένοπλη αντιπαράθεση μεταξύ Πακιστάν και Αφγανιστάν αποτελεί, στον πυρήνα της, μια κρίση κυριαρχίας. Το Ισλαμαμπάντ επιχειρεί να επιβάλει γραμμικά σύνορα σε μια γεωγραφία που αντιστέκεται στη συμβατική οριοθέτηση, ενώ η Καμπούλ πασχίζει να επιβιώσει στηριζόμενη σε κατακερματισμένες κοινωνικές δομές. Το στρατηγικό ερώτημα έγκειται στην ικανότητα διαμόρφωσης μιας βιώσιμης πολιτικής τάξης σε έναν χώρο όπου τέμνονται ιστορικά σύνορα, φυλετικές εντάσεις και σύγχρονοι παγκόσμιοι εμπορικοί διάδρομοι. Εφόσον η Γραμμή Ντουράντ παραμένει μια ανοιχτή ιστορική πληγή, η χρήση στρατιωτικής βίας θα συνεχίσει να αναπαράγει τα δομικά προβλήματα που θεωρητικά καλείται να επιλύσει.
*Ο Δρ. Μηνάς Λυριστής είναι Junior Scholar στο Strategy International
