Στην Ελλάδα του 2026, όπου στον κοινωνικό διάλογο αλλά και στην έκφανση του πολιτικού συστήματος κυριαρχούν η σκανδαλολογία, οι εντάσεις, και κυρίως η γενικευμένη αδιαφορία και η άποψη ότι όλοι είναι ίδιοι, όπου η αποχή από την κάλπη δεν είναι απλά εκλογικό γεγονός αλλά παγιωμένη αντίληψη, μαζί με την τεράστια έλλειψη εμπιστοσύνης στους θεσμούς, το ερώτημα τίθεται ως ανάγκη.
Ποιος και ποιοι τελικά θέλουν να κυβερνήσουν αυτό τον τόπο, την Ελλάδα με τα τόσα προβλήματα αλλά και τις τόσες δυνατότητες;
Η απάντηση έχει μία απλή ανάγνωση και αφορά πρώτα όλα εκείνα τα κόμματα που βρίσκονται στη Βουλή και εκείνα που επιδιώκουν να μπουν δια των εκλογών, ενώ σε ένα δεύτερο επίπεδο αφορά τις σχέσεις εκείνες μεταξύ κοινωνικών, οικονομικών, πολιτικών ομάδων καθώς και τις συλλογικές αξίες της κοινωνίας και πως αυτές εκφράζονται από συγκεκριμένα πρόσωπα τα οποία μπορούν ή και επιθυμούν να ασκήσουν τη διακυβέρνηση.
Σε αυτή τη βάση τα πράγματα και τα δεδομένα είναι ξεκάθαρα, αυτοί που σίγουρα θέλουν να κυβερνήσουν είναι όσοι ήδη κυβερνούν ή κυβέρνησαν και θέτουν εκ νέου εαυτούς στην κρίση των πολιτών, με την κάλπη να παράγει αποτελέσματα.
Εδώ όμως θα πρέπει να σημειωθεί ότι η συγκρότηση κυβέρνησης σύμφωνα με το Σύνταγμα όπου θα λάβει την ψήφο εμπιστοσύνης των βουλευτών είναι ένα πρώτο στάδιο, ενώ η εν τοις πράγμασι άσκηση διακυβέρνησης είναι ένα δεύτερο και πιο ουσιαστικό σημείο.
Γιατί είναι σαφές ότι κάποιοι πρέπει και θα καταλήξουν να κυβερνούν και με τα παρόντα δεδομένα, η παρούσα κυβέρνηση της ΝΔ προσέρχεται ενώπιον των εκλογών του 2027 στην κατεύθυνση της επίτευξης του μεγαλύτερου δυνατού ποσοστού κοντά στην αυτοδυναμία ενώ δεν είναι τελείως κλειστή στο ενδεχόμενο κυβερνητικών εταίρων εφόσον αυτό κριθεί από την κάλπη.
Αντίστοιχα το ΠαΣοΚ επιδιώκει θεωρητικά τουλάχιστον τη νίκη έστω και με μία ψήφο διαφορά, αλλά στην πράξη προσέρχεται με το ερώτημα αν και σε ποια βάση θα μπορούσε να συνεργαστεί με την ΝΔ εφόσον αυτή είναι πρώτο κόμμα, ενώ η συνεργασία με άλλα κόμματα δεν μπορεί να τεθεί ως πραγματικό ερώτημα – τουλάχιστον όχι με τα παρόντα ποσοστά.
Ακολούθως τα υπόλοιπα κόμματα χωρίζονται σε αυτά που σε μεγάλο βαθμό έχουν παγιωθεί στη θέση της αντιπολίτευσης και μη αφήνοντας παράθυρα συνεργασίας, και σε εκείνα που υπό προϋποθέσεις θα προχωρούσαν σε συνεργασίες στη βάση κάποιων συμφωνιών.
Για τα δεύτερα σε μεγάλο βαθμό η στρατηγική τους θα εξαρτηθεί από τα ποσοστά των δύο ή και τριών πρώτων κομμάτων και στα περιθώρια που αυτά θα θέσουν για συνεννόηση.
Ειδικότερα οι συνεργασίες κομμάτων ως αποτέλεσμα συναινέσεων είναι το ζήτημα που θα πρέπει να μας απασχολήσει, καθώς οι προκλήσεις για τη χώρα είναι μεγάλες και πραγματικές σε έναν διαρκώς μεταβαλλόμενο κόσμο. Μπορούν να υπάρξουν συναινέσεις, δηλαδή πραγματικές συνεργασίες προς όφελος του συνόλου και της προοπτικής της χώρας;
Γιατί ακόμα και οι αυτοδύναμες κυβερνήσεις είναι άλλο να έχουν την κοινοβουλευτική ισχύ, και άλλο να έχουν την πραγματική δύναμη της διακυβέρνησης που διαπερνά από τη δημόσια διοίκηση και συνολικά την κοινωνία ώστε να βελτιώνονται και οι δομές άσκησης διοίκησης και συνολικά το επίπεδο της χώρας μέσα σε από τις εξελίξεις στις διεθνείς σχέσεις και στην τεχνολογία, στο περιβάλλον και στην οικονομία.
Σε αυτό το πλαίσιο όλα τα κόμματα που θα καταφέρουν να εισέλθουν στη Βουλή, θα πρέπει να απαντήσουν στο ερώτημα αν όντως θέλουν να κυβερνήσουν και αν αυτό σημαίνει την συνεργασία μεταξύ τους, τότε ποια είναι αυτά τα κόμματα και σε ποιες βάσεις που θα οδηγήσουν σε ουσιαστικές συνεργασίες.
Και πλέον οι πολίτες μέσα από τις δημοσκοπήσεις δείχνουν την κατεύθυνση της συνεργασίας ως καθοριστικής στην διαδικασία που θα ακολουθήσει, και εδώ η ευθύνη της απάντησης έγκειται σε όλα τα κόμματα που δεν απορρίπτουν εξ αρχής και ρητά την συνεννόηση.
Για αυτό το λόγο και η ΝΔ και το ΠαΣοΚ σε πρώτο βαθμό μιας και επιδιώκουν ευθέως τη διακυβέρνηση, αλλά και τα μικρότερα κόμματα θα κριθούν όχι μόνον για τις θέσεις τους αλλά και από την απάντηση στο αν θέλουν και με ποιους να κυβερνήσουν τον τόπο. Ο εποικοδομητικός διάλογος και η τήρηση των κανόνων τίθενται στο προσκήνιο από όλα τα ποιοτικά ευρήματα των δημοσκοπήσεων, ενώ η διαρκής αντιπαράθεση φαίνεται να έχει κουράσει τους πολίτες.
Ως εκ τούτου θα κυβερνήσει αυτός που το θέλει περισσότερο και μπορεί να πείσει για αυτό τους πολίτες, παράλληλα με το γεγονός ότι μπορεί να δεχτεί και να ακούσει και τους άλλους.
Σταύρος Τασιόπουλος, Δικηγόρος Παρ’ Αρείω, ΜΔΕ Δημοσίου Δικαίου & Πολιτικής Επιστήμης
