Ο πρόεδρος της Δημοκρατίας της Αρμενίας, Βαχάγκν Χατσατουριάν, πραγματοποιεί επίσημη επίσκεψη στην Ελλάδα αυτές τις ημέρες, ανταποκρινόμενος στην πρόσκληση του Προέδρου της Δημοκρατίας Κωνσταντίνου Τασούλα, με τον οποίο συναντήθηκε χθες.
«Στόχος τέτοιων επισκέψεων είναι να αναδειχθεί για ακόμη μια φορά η σημασία που έχει η μία χώρα για την άλλη», λέει στο Βήμα. Tο πρόγραμμά του στην Αθήνα περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, συνάντηση με εκπροσώπους της αρμενικής κοινότητας στην Ελλάδα, συζήτηση με το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Αθηνών καθώς και συμμετοχή σε εκδήλωση του Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών.
Ο κ. Χατσατουριάν, δέκα χρόνια μετά την τελευταία επίσκεψη αρμένιου προέδρου στην Ελλάδα, μιλά στο Βήμα για τις προοπτικές συνεργασίας Ελλάδας – Αρμενίας, την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας του και τη ρωσική επιρροή, την ειρηνευτική διαδικασία με το Αζερμπαϊτζάν καθώς και για τις σχέσεις της Αρμενίας με την Τουρκία.
Η Αρμενία έχει ξεκινήσει βήματα για στενότερη συνεργασία με την ΕΕ. Πόσο ρεαλιστική θεωρείτε την προοπτική ενός ευρωπαϊκού μέλλοντος για τη χώρα σας;
Πέρυσι η Δημοκρατία της Αρμενίας ψήφισε έναν νόμο στο Κοινοβούλιο, τον οποίο εγώ υπέγραψα, και ο τίτλος του είναι ο εξής: Έναρξη της διαδικασίας προσχώρησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Δεν πρόκειται για επιθυμία της σημερινής κυβέρνησης, αλλά για έκφραση της βούλησης της πλειοψηφίας των πολιτών. Και είναι πολύ σημαντικό για την σημερινή αλλά και για τις μελλοντικές κυβερνήσεις να μην χαλάσουν τις προσπάθειες που μας φέρνουν πιο κοντά στην ΕΕ.
Το πότε θα συμβεί αυτό, πόσο χρόνο θα πάρει, κανείς δεν το γνωρίζει. Όμως η επιθυμία είναι απόλυτη. Συνεργαζόμαστε πλέον πολύ στενά με τους οργανισμούς της ΕΕ. Έχουμε δεσμεύσεις και υποχρεώσεις που πρέπει να ολοκληρώσουμε. Και ανάλογα με αυτά, θα δούμε πόσο έτοιμοι θα είμαστε και πότε. Από τη φύση μας όμως, φέρουμε τις αξίες της Δύσης. Επομένως, βλέπουμε το μέλλον μας εντός της ΕΕ. Και πρέπει να επαναλάβω ότι αυτό δεν είναι απλώς μια επιθυμία των κρατικών αρχών ή ορισμένων ατόμων – είναι μέρος της λογικής της εξέλιξης του πολιτισμού μας.
Παραμένουν ισχυρές οι φιλορωσικές πολιτικές δυνάμεις στην Αρμενία;
Ξέρετε, βρισκόμασταν ως χώρα στη Σοβιετική Ένωση για πολλές δεκαετίες. Και εκείνη την περίοδο διαμορφώθηκαν γενιές, συμπεριλαμβανομένης της δικής μου. Οπότε το να τα εγκαταλείψει κανείς όλα αυτά μονομιάς είναι πολύ δύσκολο. Ιδίως επειδή, μετά την ανεξαρτησία, από τη δεκαετία του ’90, η Αρμενία είχε πολύ στενές, φιλικές σχέσεις με τη Ρωσία. Υπήρξαμε μέλη διαφόρων οργανισμών μαζί με τη Ρωσία και άλλα μετασοβιετικά κράτη. Οι δυο χώρες μοιράζονταν για χρόνια παραδόσεις και φυσικά, έχουμε συμπατριώτες μας που ζουν στη Ρωσία. Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία.
Ωστόσο, σήμερα η κατάσταση έχει κάπως αλλάξει. Σε περιπτώσεις που περιμέναμε να λάβουμε υποστήριξη από τη Ρωσία, δεν τη λάβαμε. Ως κράτος, ως κυβέρνηση, καταλήξαμε στο συμπέρασμα πως οι προσδοκίες που υπήρχαν, ιδιαίτερα από τη Ρωσία, δυστυχώς δεν επαληθεύτηκαν. Έτσι αποφασίσαμε να βρούμε έναν δρόμο που να μας εγγυάται την ασφάλεια και την πλήρη ανεξαρτησία μας.
Αλλά αυτό δεν σημαίνει σύγκρουση με τη Ρωσία – συνεχίζουμε τις οικονομικές μας σχέσεις, ενώ υπάρχει επίσης ευρύ πεδίο για πολιτικές διαβουλεύσεις. Όλα αυτά όμως γίνονται με ορισμένες επιφυλάξεις. Για παράδειγμα, στον τομέα της οικονομίας, επιδιώκουμε να εμβαθύνουμε τη συνεργασία μας με την ΕΕ. Πράγματι θα αλλάξει το περιβάλλον για εμάς, θα στραφούμε περισσότερο προς τη Δύση. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει διακοπή των σχέσεων με τη Ρωσία.
Σε ποιο στάδιο βρίσκονται οι ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις με το Αζερμπαϊτζάν και ποια είναι τα βασικά εμπόδια για την επίτευξη μιας διαρκούς ειρηνευτικής συμφωνίας;
Αυτό που συνέβη το περασμένο καλοκαίρι, στις 8 Αυγούστου, για πολλούς ήταν απίστευτο και απροσδόκητο. Και γι’ αυτό, φυσικά, οφείλουμε ευγνωμοσύνη προς τον πρόεδρο Τραμπ των ΗΠΑ, o οποίος ανέλαβε την πρωτοβουλία για τη σύγκληση της συνάντησης και ήταν επίσης μάρτυρας της διαδικασίας υπογραφής του ειρηνευτικού εγγράφου. Πρόκειται για ευθύνη και δέσμευση για τα μέρη που το υπέγραψαν. Και τώρα, μπορούμε να δούμε τα αποτελέσματα.
Ήδη η Αρμενία λαμβάνει, μέσω του εδάφους του Αζερμπαϊτζάν, φορτία και αναλώσιμα από τη Ρωσία και το Καζακστάν. Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, αυτός ο δρόμος ήταν κλειστός. Ήδη μπορούμε να διακρίνουμε ορατές ευκαιρίες για την ικανοποίηση των επιθυμιών και των προσδοκιών του επιχειρηματικού κόσμου. Διότι οι αρχές, και από τις δύο πλευρές, είχαν την πολιτική βούληση να κινηθούν προς την ειρήνη.
Επομένως πρέπει να πούμε ότι η υπογραφή των ειρηνευτικών εγγράφων ήταν ένα πολύ σημαντικό γεγονός και είμαστε έτοιμοι να συνεχίσουμε αυτή τη διαδικασία μέχρι την υπογραφή μιας τελικής ειρηνευτικής συμφωνίας. Δεν μπορώ να δώσω χρονοδιάγραμμα για το πότε θα συμβεί αυτό, αλλά μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι εργαζόμαστε προς αυτή την κατεύθυνση.
Επιπλέον, επιθυμούμε να υλοποιήσουμε ένα κοινό έργο με την ονομασία TRIPP, Trump’s Route for International Peace and Prosperity, το οποίο στοχεύει στην κατασκευή σιδηροδρομικής γραμμής 42 χλμ στην Αρμενία, που θα συνδέει το Αζερμπαϊτζάν με τον αζέρικο θύλακα του Ναχιτσεβάν μέσω του εδάφους της Αρμενίας. Στη συνέχεια, το έργο μπορεί να επεκταθεί περαιτέρω, με σιδηροδρομικές και οδικές συνδέσεις, καθώς και άλλα μέσα μεταφοράς, ώστε να φτάσει έως την Τουρκία και την Ευρώπη.
Έχουν υπάρξει απτές εξελίξεις προς την κατεύθυνση της εξομάλυνσης των σχέσεων μεταξύ Αρμενίας και Τουρκίας;
Βρισκόμαστε καθ’ οδόν. Αν συγκρίνουμε την κατάσταση πριν από χρόνια με την σημερινή, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Πέρυσι, για πρώτη φορά, ο αρμένιος πρωθυπουργός πραγματοποίησε επίσκεψη εργασίας στην Τουρκία. Ωστόσο, το σημαντικότερο είναι ότι, τόσο από τη δική μας πλευρά όσο και από την πλευρά της Τουρκίας, υπάρχει το όραμα και η επιδίωξη εξομάλυνσης των σχέσεων, που σημαίνει άνοιγμα των συνόρων, εγκαθίδρυση διπλωματικών σχέσεων και ανάπτυξη εμπορικών και οικονομικών σχέσεων.
Σήμερα είναι το εξής: ήδη από φέτος, κάτοχοι διπλωματικών και ειδικών διαβατηρίων μπορούν να επισκέπτονται την Τουρκία μέσω ηλεκτρονικής βίζας. Δεύτερον, συνήθως οι οδικές μεταφορές εμπορευμάτων μεταξύ Τουρκίας και Αρμενίας πραγματοποιούνταν μέσω τρίτης χώρας – η πλειονότητα μέσω Γεωργίας, ενώ πολλές μέσω Ελλάδας, Βουλγαρίας και άλλων χωρών. Πλέον, από φέτος, υπάρχει απευθείας σύνδεση, μπορεί δηλαδή κανείς να μεταφέρει εμπορεύματα από την Τουρκία απευθείας στην Αρμενία και αντίστροφα.
Υπάρχει επίσης συμφωνία για την αποκατάσταση της ιστορικής γέφυρας του Άνι που έχει τεράστια ιστορική σημασία για εμάς. Οι εργασίες αυτές πραγματοποιούνται και από τις δύο πλευρές. Δεν θέλω να βιαστώ μιλώντας για ενδεχόμενο άνοιγμα των συνόρων και στη συνέχεια για την αποκατάσταση της σιδηροδρομικής σύνδεσης, όμως εργαζόμαστε προς αυτή την κατεύθυνση. Ανέφερα όσα έχουμε ήδη επιτύχει.
Τι προσδοκά το Ερεβάν από τη σχέση του με την Αθήνα;
Όσον αφορά τη συνεργασία Ερεβάν και Αθήνας, υπάρχουν τεράστιες δυνατότητες. Δυστυχώς όμως, αυτές οι δυνατότητες δεν έχουν ακόμη αξιοποιηθεί πλήρως – ο όγκος των εμπορικών μας συναλλαγών ανέρχεται περίπου στα 50 εκατ. ευρώ. Ωστόσο, πρέπει να λάβουμε υπόψη και τις φιλικές σχέσεις μεταξύ των λαών μας. Επίσης, τις ομοιότητες του περιβάλλοντος στις δύο χώρες. Η εκτίμησή μου είναι ότι πρέπει να έχουμε μεγαλύτερο όγκο οικονομικών σχέσεων.
Υπήρξε κάποια απομάκρυνση της ΕΕ, κατ’ επέκταση και της Ελλάδας, από την Αρμενία. Για παράδειγμα, όσον αφορά τη στρατιωτική συνεργασία. Μέχρι το 2022, όταν ήμουν ακόμη υπουργός, προσπαθούσαμε να υλοποιήσουμε ορισμένα έργα με την Ελλάδα, αλλά αυτά απορρίπτονταν κατηγορηματικά, για διάφορους λόγους.
Πλέον όμως θεωρώ ότι ορισμένα εμπόδια έχουν εξαλειφθεί. Σήμερα, υπογράψαμε μνημόνιο συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών στον τομέα ψηφιακής τεχνολογίας. Επιπλέον, συναντήθηκα με την ελληνική επιχειρηματική κοινότητα, με σκοπό να παρουσιάσουμε την σημερινή κατάσταση στην Αρμενία. Πολλοί δεν φαντάζονται πόσες νέες ευκαιρίες θα υπάρξουν. Επιθυμία μας είναι πολλές ευρωπαϊκές εταιρείες να συμμετάσχουν στην υλοποίηση των επικείμενων έργων, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του TRIPP.
Να σημειώσω βέβαια πως αυτό που έχει τεράστια σημασία, ανεξάρτητα από τις εκάστοτε κυβερνήσεις, είναι οι ιστορικές φιλικές σχέσεις Ελλάδας και Αρμενίας. Οι Αρμένιοι αγαπούν να επισκέπτονται την Ελλάδα, όλα είναι υπέροχα εδώ. Θα θέλαμε επίσης οι Έλληνες να επισκέπτονται την Αρμενία.