«Πολλοί φίλοι, πολλά γάντια, για τον φόβο της ψώρας» – Μπωντλαίρ
Πριν δύο χρόνια πληροφορήθηκα από τον τότε (και νυν) πρόεδρο της Επιτροπής Κρατικών Λογοτεχνικών Βραβείων, καθηγητή Γαραντούδη —από τον οποίο δέχθηκα στο παρελθόν τις πλέον εγκωμιαστικές κριτικές για την ποίησή μου— ότι τα μέλη της βγάζουν φλύκταινες όταν ακούν το όνομά μου. Σημειώνω ότι κάποια εξ αυτών συμβαίνει να είναι την μία χρονιά βραβευμένα ενώ την επόμενη, βραβεύοντα υπό την ίδια προεδρία!
Και είναι νομίζω φυσικό να «παθαίνουν», για λόγους που αφήνω την τεχνητή νοημοσύνη να τους εξηγήσει, αντλώντας από «δεδομένα» μεταξύ άλλων, από κείμενα του Χειμωνά, του Μαρωνίτη, της Τζίνας Πολίτη, του Κακναβάτου, του Ίκαρου Μπαμπασάκη και του Μισέλ Ντεγκύ.
Διαβάζοντας λοιπόν πριν δέκα μέρες —στα βραχέα των συχνοτήτων μου— τη «βραχεία λίστα» των υπό την κρίση τους λογοτεχνικών έργων, δικαιολόγησα τον Γαραντούδη για τη θεσμική εμμονή του να υποστεί σιωπηρά, όπως με διαβεβαίωσε, την κρίση της πλειοψηφίας και την εκ μέρους του αμαχητί παράδοση στα γούστα τους, αδυνατώντας εντούτοις να εννοήσω πώς κάποιος που επαινεί δημόσια κάποιον, μετά σιωπά.
Και παρά το ότι αντιλαμβάνομαι εκ πείρας τι σημαίνει προεδρία επιτροπής, ομολογώ πως δεν τον συγχωρώ- χωρίς αυτό να σημαίνει πως του την «φυλάω».
Το «ασυγχώρητο» για ανθρώπους που υποτιμούν τη νοημοσύνη μου (και δεν θα εξηγήσω σήμερα το πώς), σε ό,τι τουλάχιστον με αφορά, λειτουργεί ακόμη.
Το λαλίστατο όμως, φιλότιμο και πονηρό πνεύμα του δαίμονα του «τυπογραφείου» μου, μέσω εκείνης της εγκάρσιας ντελεζιανής διάστασης την οποία προτιμά για να κινείται, είχε άλλα κέφια.
Παρενέβαλε διαγωνίως στο σημερινό μου άρθρο παλαιότερα κείμενά μου στο «Βήμα» που, εκ των υστέρων διαβάζοντάς τα, ομολογώ πως τα βρίσκω διδακτικά. Ενοχλούν τις βιοτεχνίες δερμάτων στην παραγωγική τους εμμονή αποκλειστικά σε one size χειρόκτια.
Τη διεσπαρμένη, επαναλαμβανόμενη πολλαπλότητα των δημοσιογραφικών κειμένων μου ωστόσο, «συμπυκνώνω» και «μεταφέρω»- με μια «εργασία» ανάλογη των ονείρων – μόνο στην ποίηση.
Στην αρθρογραφία βρίσκομαι διαρκώς σε πόλεμο με όπλο την ειρωνεία, τις επιτελεστικές μου αντιφάσεις και την κατ’ αίσθηση βεβαιότητα που αντλώ από το σώμα -στο οποίο περιλαμβάνω ακόμα και τη συνείδησή μου.
Η ποίηση όμως, ως απόφανση αλήθειας που δεν λέει το όνομά της, ως αλήθεια δηλαδή με άλλο όνομα (ψέμα), η ποίηση «χαμένη στους θάμνους», όπως την εννοεί ο Στίβενς, είναι το μέτρο και του σημερινού ελάχιστα φιλολογικού και καθ’ όλα δημοσιογραφικού κειμένου μου.
Το έχω ξαναπεί: βλέπω τη γλώσσα και μέσα της βλέπομαι. Κι αυτό που βλέπω είναι η ανάγκη να διαβάλλω τους θεσμούς και να εκθέτω τον εαυτό μου με ένα «Ecce homo» για αρχάριους.
Η «μεγάλη άρνηση» είναι ο τρόπος.
Έτσι επιβιώνω στη σούπα της συνεργασίας και της συναίνεσης. Έτσι υποδέχομαι «τες συμβουλές της νύχτας, με τους συμβιβασμούς της και με τες υποσχέσεις της».
Μπορούμε όμως να κρίνουμε τον κριτικό ή κρίνοντας οδηγούμαστε σε κύκλο φαύλο;
Ο Έλιοτ, για παράδειγμα, διερωτάται «ποια είναι η χρήση, ή οι χρήσεις της λογοτεχνικής κριτικής» (*) ομολογώντας ότι καμία ικανοποιητική απάντηση δεν βρίσκει. Διερωτάται επίσης για το κατά πόσο «ο κριτικός μπορεί να αλλάξει το γούστο του κοινού για τον έναν ή τον άλλον ποιητή».
Και αφού αποφανθεί ότι «ο κριτικός δεν μπορεί να δημιουργήσει γούστο», υπενθυμίζει στην τελευταία παράγραφο του κειμένου του ότι με τη δική του «λογοτεχνική κριτική» ασχολήθηκε εξετάζοντάς την «’ως’ (qua) λογοτεχνική». Πράγμα που μου επιτρέπει να υποθέσω ότι την εξετάζει ως λογοτεχνία και όχι ως κριτική. Διότι τίποτα περισσότερο δεν θα μπορούσε να συγκρατήσει κανείς από αυτή την κρίσιμη παρατήρηση παρά το «ως» ενός κειμένου και όχι το «τι» του κειμένου.
Δεν γράφουμε βάζοντας μια τελεία εν όψει της αξιολόγησης του κειμένου μας εκ των υστέρων, αλλά συνεχίζουμε ένα κείμενο από εκεί που τελείωσε «ως» να μην έχει τελειώσει.
Δεν γράφουμε κριτικές, άρθρα, μυθιστορήματα ή ποιήματα ως «ίδιοι» με σκοπό να γράψουμε πεζογραφία ή ποίηση, αλλά γράφουμε όταν δεν είμαστε αυτοί που νομίζουν πως είμαστε.
Ο Έλιοτ έγραψε κριτική ως ποιητής ώστε να μην αφομοιωθεί από τον κριτικό κατ’ επάγγελμα —τον οποίο άλλωστε θεωρούσε έναν «αποτυχημένο δημιουργό». Και αφού αναφερθεί στον «κριτικό με γούστο» —«συνήγορο των συγγραφέων», όπως τον αποκαλεί—, ο οποίος «δεν καλείται στην δικαστική έδρα», και τέλος, αφού αποκλείσει ένα τρίτο είδος «κριτικού» (τον «ακαδημαϊκό» ή τον «θεωρητικό»), καταλήγει στον δικό του τρόπο να ορίσει την κριτική με έναν παράδοξο ορισμό του Φ. Χ. Μπράντλεϊ για τη μεταφυσική: «Η ανεύρεση λαθεμένων αιτιών για ό,τι πιστεύουμε γύρω από το ένστικτο, ενώ η επιθυμία μας να βρούμε τις αιτίες αυτές προδίδει εξίσου ένστικτο».
Ο Έλιοτ δυναμιτίζει εκ των προτέρων τα κριτήρια με κανονιστικές προθέσεις, αναθέτοντας την απόφανση στο ένστικτο και για την ακρίβεια στην «σχέση» ενστίκτου και θεσμού.
«Για μας, υπάρχει μόνο η προσπάθεια. Τα υπόλοιπα δεν είναι δική μας δουλειά», σημειώνει ο Έλιοτ.
Οπότε, «ένα έργο κριτικής», επιμένει ο ποιητής, «κινεί το πραγματικό ενδιαφέρον και όχι μόνο την περιέργεια μιας μελλοντικής γενεάς, μόνον εάν εξακολουθεί να χρησιμεύει στους μελλοντικούς αναγνώστες γι’ αυτό που είναι, αν έχει δηλαδή βαθύτερη αξία έξω από το ιστορικό του πλαίσιο».
Ο Έλιοτ ασφαλώς έχει διαβάσει τον Προυστ: «Τα ωραία βιβλία γράφονται σε ένα είδος ξένης γλώσσας», την οποία, προσθέτω, δεν μιλάει πάντα ο κριτικός, διότι σπάνια γράφει ωραία βιβλία αφού ως επί το πλείστον τα βιβλία του είναι οι αναδημοσιεύσεις των κριτικών του. Άλλωστε, «γράφω» δεν σημαίνει μόνο «εκφράζομαι». Σημαίνει πρωτίστως μεταναστεύω στην ξένη χώρα της ξένης γλώσσας στην οποία οφείλω να γράψω τα «ωραία βιβλία». Γράφω και περνάω τα λάθη μου κατά την εκμάθηση αυτής της ξένης γλώσσας στη ζωή μου και όχι στο χαρτί της εκλογής μου ως μέλος επιτροπών. Και ασφαλώς δεν γράφω, όταν «κρίνω», για να ανταποκριθώ στον θεσμό.
Κι όποιος με ρωτήσει σε τι επιτέλους συνίσταται η γραφή, θα απαντήσω με την απορία που διατυπώνει η Βιρτζίνια Γουλφ: «Ποιος μιλάει για γραφή; Ο συγγραφέας ενδιαφέρεται για άλλα πράγματα».
Δε λέω, οι επιτροπές κριτικών με διασκεδάζουν, όπως και η επιτροπή καλλιστείων στους «Βιτελόνι» του Φελίνι. Αλλά επειδή το «κάλος» του εσωτερικού μου κόσμου είναι εγνωσμένο σε όσους φιλοκαλούν μετ’ ευτελείας, γιατί να πω πως δεν με ενδιαφέρει η βράβευση τόσο όσο και η πασαρέλα στο παραθαλάσσιο ξενοδοχείο του Ρίμινι;
Βλέπω λοιπόν τη γλώσσα και ως εκ τούτου δεν με εκπλήσσει η συστηματική αποσιώπηση του έργου μου από επιτροπές. Αντίθετα, με έχει ευνοήσει στο μέτρο που οι κρίσεις τους δηλώνουν ένα συνεχιζόμενο «μανή, θεκέλ, φάρες», στον τοίχο του Υπουργείου που τις διορίζει με υπουργικά κριτήρια.
Και επειδή έχω αποδεχτεί την αποσιώπηση σαν το τίμημα του ονόματός μου, έμαθα να γράφω καλύτερα και για τις πολιτικές της εχθρότητας αλλά και της φιλίας.
Για μένα, η πολιτική (οι θεσμοί) και οι πολιτικοί (οι θεσμόπληκτοι) είναι υπόλογοι μάλλον σε μια Οπτική παρά στην Δικαιοσύνη.
Η Οπτική είναι η μεγάλη διάκριση αξιών (ως χρωμάτων). Το κίτρινο που «δεν έχει» ο Βαν Γκογκ όταν γράφει παραπονούμενος στον αδελφό του Τεό.
Η «λευκή επιφάνεια» την οποία αδειάζει ο Μπέικον. Το κόκκινο του κρέατος της «κοινής ζώνης ανθρώπου και κτήνους».
Το μάγουλο του πολιτικού που δεν κοκκινίζει. Το χλωμό μάγουλο του κατά φαντασία Κήνσορα της επιτροπής. Διαφορετικά, φρουρός του θεσμού είναι εκείνος ο άχρωμος, μύωπας προ της θύρας του νόμου στον Κάφκα. Η μόνη μάχη που δίνει είναι για να παραμένει στο θυρωρείο.
-Έχω και έχετε να πούμε πολλά. Αλλά τη φορά αυτή με μια γλώσσα που είναι συγχρόνως και ο δείκτης εξουσίας του καθενός.
Διότι ο σχηματισμός των συντακτικά και γραμματικά ορθών προτάσεών σας ή η κατάθεση των πορισμάτων και των επιχειρηματολογημένων ταυτολογιών σας για τα εγγράμματα άτομα που είσαστε, κυρίως οι φιλολογικές σας κοινοτοπίες και τα συμπλέγματα, είναι το μειονέκτημά σας.
Και παρότι δεν αναγνωρίζω δύο είδη γλωσσών αλλά δύο πιθανές εκδοχές της ίδιας γλώσσας, και επιπλέον όσο περισσότερο αυτή η μία γλώσσα υποδέχεται τους συνειρμούς και τις πιθανότητές της, τόσο περισσότερο προσεγγίζει όχι τη φιλολογία αλλά την παρτιτούρα του Στοκχάουζεν, ή το δειγματολόγιο με τα χρώματα της «Χρωπεί», τόσο η απογοήτευση με εξαντλεί.
Μέσα στη γλώσσα, σας ξεφεύγουν πολλά, αλλά κυρίως αφήνετε να σας ξεφύγει εκείνο που οφείλει να λέγεται: ότι αυτό που «αναρτάται» στο πινάκιο είναι ήδη μια περιπλοκή, όπως κάθε ετυμηγορία. Αυτό το αντιπαρέρχεστε.
Αλλιώς πώς θα είσαστε βέβαιοι γι’ αυτό που ανακοινώσατε;
Αλλιώς πώς θα είσαστε εσείς;
Συμπέρασμα: ο θεσμός των Κρατικών Λογοτεχνικών Βραβείων πρέπει να τροποποιηθεί ή να καταργηθεί.
Η εκάστοτε Διεύθυνση Γραμμάτων και Τεχνών να μην προτείνει στον ανίδεο υπουργό προέδρους και μέλη για την σύσταση των επιτροπών.
Να μην απαιτεί ο σχετικός Νόμος φιλόλογο πανεπιστημιακό για τη θέση του προέδρου.
Η κρίση τέλος, να γίνεται «στα τυφλά» όπως συμβαίνει με τους σομελιέ και το καλό κρασί.
Δεν υπάρχουν κριτήρια στη λογοτεχνία. Τουλάχιστον το κράτος δεν μπορεί να θέτει κριτήρια για το καλό γούστο του αναγνώστη της λογοτεχνίας. Για τις γνώσεις του δεν συζητώ. Αριστεία και Τέχνη δεν πάνε μαζί.
ΥΓ.
Πώς να μην κλείσω την περιαυτολογία μου με την κριτική του ανεκδιήγητου Νίκου Λάζαρη, πολύ παλιά, στη «Νέα Εστία»; Νόμιζε πως με κατεδάφισε χωρίς να λογαριάζει ότι είμαι η άμμος στην κλεψύδρα της κριτικής μηχανής.
(*) Τ. Σ. Έλιοτ, «Δεν είναι η ποίηση που προέχει», εκδ. Πατάκη 2003, (βλ. το δοκίμιο: «Για να κρίνουμε τον κριτικό», 1961)




Χειρόγραφο του Γιώργου Χειμωνά με ημερομηνία 25.4.1982 για τον Γιώργο Βέλτσο.
Διαβάστηκε από τον ίδιο στο Δεύτερο Πρόγραμμα του ραδιοφώνου της ΕΡΤ, στην εκπομπή του Θανάση Νιάρχου, «Αιχμές του λόγου».
