«Η ευθύτητα και η προσωπική εμπλοκή καθορίζει την εξωτερική πολιτική του αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ κατά τη δεύτερη θητεία του» γράφει το περιοδικό ΤΙΜΕ. Σε σύντομο χρονικό διάστημα, βομβάρδισε μαχητές στην Υεμένη και ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις, μεσολάβησε για μια ιδιαίτερα εύθραυστη κατάπαυση του πυρός στη Γάζα, ανάγκασε τους ευρωπαίους ηγέτες να αυξήσουν τις αμυντικές τους δαπάνες, απαίτησε από τη Δανία να παραδώσει τη Γροιλανδία πριν καταλήξει σε συμβιβασμό και απείλησε με δασμούς σχεδόν κάθε σημαντικό εμπορικό εταίρο των ΗΠΑ.
Επίσης, συνέλαβε τον ηγέτη της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο, δέσμευσε δισεκατομμύρια για να διασώσει τον πρόεδρο της Αργεντινής Χαβιέρ Μιλέι, και ενέκρινε επιθέσεις που σκότωσαν περισσότερους από 95 ανθρώπους σε σκάφη στην Καραϊβική. Επιπλέον, κατά καιρούς κάνει λόγο για επικείμενες περαιτέρω επιθέσεις στο Ιράν.
Η δραστηριότητα αυτή, που δεν συγκρίνεται με κανενός σύγχρονου αμερικανού προέδρου, είναι το Δόγμα Τραμπ στην πράξη, σημειώνει το περιοδικό: η αμερικανική ισχύς ως μοχλός που αναπτύσσεται κατά βούληση, υπόκειται σε αλλαγές κατά την κρίση του Τραμπ, συγκεντρωμένη όχι σε θεσμούς αλλά στο πρόσωπο του προέδρου.
Κατηγοριοποίηση χωρών και στρατηγικές συμμαχίες
Η φρενήρης διπλωματία του Τραμπ έχει μετατρέψει την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ σε ένα «σόλο», που αντανακλά την άποψή του για τον ρόλο που πρέπει να διαδραματίζουν όχι μόνο οι ΗΠΑ στον κόσμο, αλλά και ο ίδιος προσωπικά.
Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνουν και οι New York Times: η αμερικανική εφημερίδα βασιζόμενη σε περισσότερες από 300 δηλώσεις του Τραμπ από την αρχή της δεύτερης θητείας του καταλήγει πως η εξωτερική πολιτική του αμερικανού προέδρου φαίνεται να βασίζεται σε έναν ασυνήθιστο και εγωκεντρικό φακό μέσω του οποίου βλέπει τα άλλα κράτη.
Αναλύοντας τις δηλώσεις του Τραμπ, η αμερικανική εφημερίδα διαπίστωσε πως κυριαρχούν τα εξής μοτίβα:
Απλουστευτική δυαδικότητα και διαχωρισμός των κρατών σε «δυσάρεστα (nasty)» και «ωραία (nice)», επικριτική στάση προς τους παραδοσιακούς συμμάχους των ΗΠΑ, με των οποίων τις πολιτικές δεν συμφωνεί (π.χ. «Έχω χάσει το σεβασμό μου για τη Νορβηγία», «Δεν είμαι χαρούμενος με την Ισπανία») και υπερηφάνεια για την «καλή σχέση» του με αυταρχικούς ηγέτες ( π.χ. «Έχω εξαιρετική σχέση με τον Σι Τζινπινγκ», «Στηρίζω τον Βίκτορ Όρμπαν», «Ο Ερντογάν είναι φίλος μου»).
Επιπλέον, κυρίαρχη είναι η αντίληψη πως οι άλλες χώρες «σέβονται ξανά» τις ΗΠΑ λόγω των πολιτικών του (π.χ. «Το μόνο έθνος που η Κίνα και η Ρωσία φοβούνται και σέβονται είναι οι αναδιαμορφωμένες από τον Τραμπ ΗΠΑ»), πως ασκεί επιρροή στο εσωτερικό άλλων χωρών (π.χ. «Υποστήριξα τον νικητή των πολωνικών προεδρικών εκλογών και γι’ αυτό κέρδισε») και η επιμονή στον ισχυρισμό ότι τερμάτισε προσωπικά «τουλάχιστον οκτώ» συγκρούσεις – και πως γι’ αυτό του αξίζει το πολυπόθητο βραβείο Νόμπελ Ειρήνης (π.χ. «Δεν θα πάρω το Νόμπελ Ειρήνης ενώ τερμάτισα τη σύγκρουση μεταξύ Σερβίας και Κοσόβου;»).
Συχνά αναφέρεται προσβλητικά σε χώρες των οποίων τους πολίτες δεν επιθυμεί ως μετανάστες στις ΗΠΑ (π.χ. «Ανακοίνωσα μόνιμη παύση της μετανάστευσης από τον Τρίτο Κόσμο, περιλαμβανομένων χωρών-κόλαση όπως το Αφγανιστάν, η Αϊτή και η Σομαλία».
Η ηγεσία του Τραμπ
Παράλληλα, καθίσταται σαφές πως η άποψή του για άλλες χώρες συχνά εξαρτάται από το πώς διαχειρίζονται τη μετανάστευση – ένα ζήτημα που έχει αναδείξει ως σημαία της εσωτερικής του πολιτικής στην δεύτερη θητεία του (π.χ. «Η Ουγγαρία δεν έχει κάνει το λάθος με τη μετανάστευση», «Η Γερμανία δεν είχε εγκληματικότητα, αλλά δυστυχώς η Άνγκελα (σ.σ. Μέρκελ) έκανε δυο λάθη, τη μετανάστευση και την ενέργεια»).
Οι ΝΥΤ στην ανάλυσή τους των δηλώσεων του Τραμπ καταλήγουν πως αν και κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τι θα φέρει το υπόλοιπο της θητείας του για τον κόσμο, «ένα πράγμα είναι σίγουρο: πάντα, με κάποιο τρόπο, θα αφορά εκείνον».
Προηγούμενη ανάλυση, που πραγματοποίησαν οι NYT, των δηλώσεων του Τραμπ για τις ίδιες τις ΗΠΑ διαπίστωσε ότι ενώ πολλοί αμερικανοί πρόεδροι περιγράφουν τη χώρα με κολακευτικές κοινοτοπίες, ο νυν πρόεδρος είναι συχνά προσβλητικός (π.χ. «Είμαστε σαν σκουπιδοτενεκές όπου ο υπόλοιπος κόσμος πετάει τους ανθρώπους που δεν θέλει»). Κακολογεί τις αμερικανικές πόλεις που ψηφίζουν Δημοκρατικούς (π.χ. Σικάγο: «χειρότερο από το Αφγανιστάν», Σαν Φρανσίσκο: «κατεστραμμένο») ενώ έχει εντελώς αντίθετο στυλ όταν αναφέρεται σε μέρη που τον υποστηρίζουν, ιδίως στις «κόκκινες» πολιτείες που αποτελούν την εκλογική του βάση – (π.χ. Μοντάνα: «ένας από τους πιο όμορφους τόπους απ’ όλα τα δημιουργήματα του Θεού».
Ο αμερικανός πρόεδρος παρουσιάζεται σαν ο μοναδικός σωτήρας του έθνους (π.χ. «η κάποτε μεγάλη χώρα μας που σύντομα θα γίνει μεγαλύτερη από ποτέ») και χρησιμοποιεί υπερβολικά αρνητικούς χαρακτηρισμούς για τους αντιπάλους του (π.χ. «μετατρέπουν τη χώρα σε τριτοκοσμική κόλαση που διοικείται από λογοκριτές, ανώμαλους, εγκληματίες και αλήτες»).