Στις 25 Ιανουαρίου 2015 η Αριστερά κέρδισε για πρώτη φορά εθνικές εκλογές. Για την ακρίβεια κέρδισε η «κομμουνιστογενής» Αριστερά. Το ΠαΣοΚ του 1981 ανήκε (και ανήκει) σε διαφορετική παράταξη.
Το 2015 βέβαια υπήρξαν και άλλες πρωτιές. Πρώτη φορά συγκροτήθηκε κυβέρνηση των «άκρων» του λαϊκισμού: η ριζοσπαστική Αριστερά συνεργάστηκε με τη λαϊκιστική Δεξιά και συγκροτήθηκε η πρώτη αντιμνημονιακή κυβέρνηση σε χώρα της Ευρωζώνης. Ο «αφύσικος» συνασπισμός ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ κατέστη «φυσιολογικός» στο πλαίσιο του αντιμνημονιακού λαϊκισμού.
Και πάλι όμως η ιδεολογικά αφύσικη συμμαχία δεν ήταν εν μέρει πρωτοφανής. Όποτε η Αριστερά βρέθηκε στην εξουσία στη Μεταπολίτευση, είχε παρέα κάποια εκδοχή της Δεξιάς – το 1989 την κεντροδεξιά του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, το 2015 τους ΑΝΕΛ του Καμμένου. Η μία εκδοχή ήταν συγκυριακή και σύντομη, η άλλη αποδείχθηκε συνειδητή και ευρύτερη.
Τι απέμεινε όμως από την κυβέρνηση Τσίπρα-Καμμένου;
Επί της ουσίας τίποτα. Ο ΣΥΡΙΖΑ εξαερώνεται σε ζωντανή μετάδοση και πλέον υποχωρεί στα όρια του 3% (Metron 22/01). Ο Τσίπρας παραιτήθηκε από το κόμμα του και πασχίζει να επιστρέψει χωρίς δυναμική, ενώ οι ΑΝΕΛ βρίσκονται εκτός Βουλής.
Η αποτυχία είναι προφανής και η κρίση βεβαίως έχει παίξει ρόλο. Η κατάληξη όμως δεν ήταν αναπόφευκτη. Και άλλα κόμματα χειρίστηκαν μνημόνια αλλά δεν έμειναν στο πολιτικό περιθώριο.
Το ΠαΣοΚ υπέστη πρώτο την κατάρρευση κι έφθασε στο ναδίρ εν μέσω πιέσεων, επιθέσεων και διασπάσεων. Ο Βενιζέλος όμως το κράτησε ζωντανό και οι διάδοχοι το έφεραν σταδιακά και πάλι σε θέση αξιωματικής αντιπολίτευσης και τη δεύτερη θέση των μετρήσεων. Βεβαίως με χαμηλό διψήφιο ποσοστό και βελόνα κολλημένη. Είναι όμως υπαρκτό κόμμα υπαρκτής παράταξης που επιχειρεί να κτίσει και πάλι την προοπτική του.
Η ΝΔ επίσης κλονίστηκε. Το Μάϊο 2012 υποχώρησε στο 18,8% – το χαμηλότερο της ιστορίας της. Ανέκαμψε όμως συγκροτώντας την κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου (για λίγο και ΔΗΜΑΡ) και παρά την ήττα του 2015, επανήλθε ξανά. Σήμερα κυβερνά ήδη επτά χρόνια, προηγείται σταθερά στα γκάλοπ για δέκα συναπτά έτη και οδεύει για τρίτη θητεία, έστω και με τον Σαμαρά εκτός κάδρου.
Με τα δεδομένα αυτά, ο ΣΥΡΙΖΑ μοιάζει με παρένθεση. Κάτι που χρήζει ερμηνείας.
Υπάρχουν, μεταξύ άλλων, τέσσερις λόγοι.
Πρώτον, η αντιμνημονιακή επαγγελία διαψεύστηκε πλήρως όταν ήρθε σε σύγκρουση με την ευρωπαϊκή κι ελληνική πραγματικότητα. Η μεταστροφή που ακολούθησε έπληξε καίρια την αξιοπιστία του πολιτικού του brand. Βεβαίως ο ΣΥΡΙΖΑ επανεξελέγη τον Σεπτέμβριο του 2015. Η νέα επικράτηση όμως έμοιαζε περισσότερο με μια «δεύτερη» ευκαιρία χαμηλών προσδοκιών. Εξ ου και υποχώρησε μόνιμα στη δεύτερη θέση των δημοσκοπήσεων ήδη από τον Ιανουάριο 2016, αμέσως μετά την εκλογή Μητσοτάκη στην ηγεσία της ΝΔ (Pulse 2016).
Δεύτερον, η εφαρμογή του μνημονίου ήρθε σε σύγκρουση με το σύνολο της ιδεολογικής και προγραμματικής παράδοσης της Αριστεράς. Όπως άλλωστε και η συνύπαρξη με τους ΑΝΕΛ. Η βαθιά αντίφαση δεν αποτυπώθηκε σε πρώτο χρόνο εκλογικά. Τον Ιούλιο 2019 ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν ακόμα πυλώνας του δικομματισμού. Επέδρασε όμως διαβρωτικά σε βάθος χρόνου.
Τρίτον, η διακυβέρνηση σημαδεύτηκε στους περισσότερους τομείς από διαχειριστικές αποτυχίες. Από την υπερφορολόγηση έως το Μάτι και από τα ΜΜΕ και την Novartis ως την αμφιλεγόμενη Συμφωνία των Πρεσπών. Καλώς ή κακώς η ψήφος είναι μια άσκηση σύγκρισης της εκάστοτε κυβέρνησης με την εναλλακτική της, είτε κυβέρνησε στο παρελθόν είτε όχι. Εκεί ο ΣΥΡΙΖΑ εκ του αποτελέσματος υστέρησε.
Τέταρτον, η διακυβέρνηση του πυροδότησε μια νέα διαχωριστική γραμμή. Ήδη από το δημοψήφισμα και μετά, το δίπολο ΣΥΡΙΖΑ-ΑντιΣΥΡΙΖΑ υποκατέστησε το δίπολο Μνημόνιο-Αντιμνημόνιο επισκιάζοντας την παραδοσιακή διάκριση Αριστερά-Δεξιά. Χάρισε έτσι στο Μητσοτάκη ένα πλειοψηφικό ακροατήριο με κεντροδεξιό κυρίως προσανατολισμό σε θέματα οικονομίας, ασφάλειας, μετανάστευσης κι εξωτερικής πολιτικής.
Ωστόσο η άνοδος της «Πρωτής Φοράς Αριστερά» στην εξουσία, είχε συνέπειες σε επίπεδο κοινής γνώμης. Το δείχνουν άλλωστε όλες οι μετρήσεις. Η χώρα δεν έχει επανέλθει στις ράγες του παραδοσιακού ανταγωνισμού Αριστερά-Δεξιά. Επι της ουσίας κυριαρχεί το νέο δίπολο Σύστημα-Αντισύστημα, κυρίως με την έννοια της αντίθεσης σε πρώην και νυν κόμματα εξουσίας. Ειδικότερα, οι αντιμνημονιακοί ψηφοφόροι του χθες είναι οι αντισυστημικοί του σήμερα που αναζητούν νέο όχημα και νέο αρχηγό.
Αρχικά στράφηκαν στον Κασσελάκη χωρίς όμως διάρκεια, μετά στην Κωνσταντοπούλου χωρίς ανάλογη συνέχεια, ενώ η επάνοδος του Τσίπρα δεν φαίνεται να τους συγκινεί και πάλι. Τώρα εμφανίστηκε η Καρυστιανού. Δεν είναι τυχαίο πως, ανεξαρτήτως πολιτικού προφίλ και ρητορικής, το υπό δημιουργία κόμμα της έχει διείσδυση κυρίως σε ψηφοφόρους κεντροαριστερούς και αριστερούς, προερχόμενους από τον ΣΥΡΙΖΑ, τη «συριζογενή» Πλεύση Ελευθερίας και άλλα μικρότερα κόμματα αριστερά αλλά και δεξιά (Pulse 21/01). Εν ολίγοις το ακροατήριο του άλλοτε κραταιού ΣΥΡΙΖΑ και της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Ο λαϊκισμός άλλωστε στην Ελλάδα είναι διαχρονικά κυρίως αριστερόστροφος. Στην ίδια μέτρηση επίσης, ένα μέρος των δυνητικών υποστηρικτών της Καρυστιανού κοιτάζει και προς τον Τσίπρα.
Συμπερασματικά η έλευση του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία το 2015 οδήγησε σε σύγκρουση με την ευρωπαϊκή πραγματικότητα πλήττοντας καίρια την αξιοπιστία του, δημιουργώντας ένα νέο δίπολο και πυροδοτώντας μια σταδιακή εκλογική καθίζηση. Ωστόσο το αντιμνημονιακό/αντισυστημικό ακροατήριο που τον ανέδειξε, παραμένει ενεργό και ταυτοχρόνως κατακερματισμένο αναζητώντας νέο πολιτικό όχημα.
Ο Πάνος Κολιαστασης είναι διδάκτωρ Πολιτικής Επιστήμης στο Queen Mary University of London (QMUL) και διδάσκων στη Σχολή Κοινωνικών Επιστημών του ΕΑΠ. Είναι συγγραφέας του βιβλίου «Διαρκής εκλογική εκστρατεία σε συνθήκες διαρκούς κρίσης: οι πρωθυπουργοί Α. Σαμαράς, Α.Τσίπρας και Κ. Μητσοτάκης» (Εκδόσεις Επίκεντρο).
