Τα πρώτα χρόνια μετά την είσοδο της Ελλάδας στην Ευρωζώνη η άνοδος των δανείων ήταν εκρηκτική.
Η σημαντική υποχώρηση των επιτοκίων, σε συνδυασμό με την πλήρη απελευθέρωση της πίστης και τη σύνδεση των τραπεζών με τις αγορές προς άντληση φθηνής ρευστότητας, δημιούργησαν τις κατάλληλες προϋποθέσεις για την καταγραφή υψηλών ρυθμών πιστωτικής επέκτασης επί σειρά ετών.
Από τη ζώνη των 80 δισ. ευρώ το 2002, τα δανειακά υπόλοιπα σκαρφάλωσαν μέχρι και τα 275 δισ. ευρώ το 2010, τη χρονιά που η χώρα χρεοκόπησε.
Την ίδια περίοδο τα υπόλοιπα των νοικοκυριών, από στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια όλων των τύπων, αυξήθηκαν από την περιοχή των 25 δισ. ευρώ πάνω από τα 110 δισ. ευρώ.
Όπως επισημαίνει τραπεζική πηγή, «εκείνη την εποχή δύσκολα απορρίπτονταν αιτήματα χρηματοδότησης. Ως αποτέλεσμα ένα μεγάλος μέρος της πελατείας μας δανείστηκε πέραν των δυνατοτήτων του».
Η επίδραση της κρίσης
Με το ξέσπασμα της κρίσης λοιπόν, σημειώνει σχετικά, «οι απώλειες στα εισοδήματα των δανειοληπτών ήταν σοβαρές. Έτσι, ένα μεγάλος μέρος των χορηγήσεων, που έφτασε έως και το 45% στη στεγαστική και έως το 65% στην καταναλωτική πίστη, βρέθηκε στο κόκκινο».
Τα περισσότερα από αυτά τα δάνεια εξήλθαν των τραπεζικών βιβλίων μέσω πωλήσεων και τιτλοποιήσεων, για να ρυθμιστούν ή για να τρέξουν διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης ακολούθως από τους πιστωτές, καθώς από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 2010 ήρθη κάθε μέτρο προστασίας των οφειλετών.
Ο κανόνας είναι πλέον πως εάν κάποιος σταματήσει να εξυπηρετεί το χρέος του, κινδυνεύει άμεσα με απώλεια περιουσιακών του στοιχείων.
Όλη αυτή η περιπέτεια, σημειώνουν τραπεζικά στελέχη, έχει συντηρητικοποιήσει τα νοικοκυριά, ως προς τις χρηματοδοτικές τους επιλογές.
Έτσι, παρά το γεγονός ότι οι τράπεζες διαθέτουν πλεονάζουσα ρευστότητα για τη χορήγηση δανείων και έχουν λανσάρει προνομιακά προγράμματα, η πιστωτική επέκταση, ως προς τα φυσικά πρόσωπα, παραμένει σε χαμηλά επίπεδα.
Κατά τους ίδιους κύκλους, μία σειρά από συμπεριφορές των ιδιωτών καταδεικνύει πόσο πιο προσεκτικοί είναι πλέον στο κομμάτι «χρηματοδότηση».
Συγκεκριμένα:
Αξιοποίηση μετρητών
Αυτήν την στιγμή η πλειονότητα των μεταβιβάσεων στα ακίνητα, σε ποσοστό που εκτιμάται σε τουλάχιστον 80%, γίνεται με ίδια κεφάλαια των αγοραστών.
Οι τελευταίοι, παρ΄ ότι έχουν τη δυνατότητα να λάβουν στεγαστικό δάνειο, προτιμούν να κάνουν χρήση της ρευστότητάς τους και να τη δεσμεύσουν σε ένα ακίνητο.
Χαμηλό ποσοστό χρηματοδότησης
Ακόμη όμως και όσοι επιλέγουν να πάρουν δάνειο, χρησιμοποιούν όσο το δυνατόν περισσότερα ίδια κεφάλαια, ώστε να περιορίσουν το νέο τους άνοιγμα.
Ως αποτέλεσμα, τα τελευταία χρόνια το ποσοστό χρηματοδότησης στις χορηγήσεις της κατηγορίας κινείται γύρω από το 65% όταν στα χρόνια ανάπτυξης του τομέα, μετά την είσοδο στο ευρώ, ξεπερνούσε ακόμη και την εμπορική αξία του ακινήτου.
Είδος επιτοκίου
Επιπλέον, στα νέα στεγαστικά δάνεια η πλειονότητα των πελατών επιλέγει σταθερά επιτόκια.
Με τον τρόπο αυτό κλειδώνει τις δόσεις που θα πληρώνει για ένα διάστημα από λίγα χρόνια έως και το σύνολο της περιόδου αποπληρωμής.
Πρόκειται για μία συμπεριφορά που αναμφίβολα ενισχύθηκε και από την απότομη αυστηροποίηση της νομισματικής πολιτικής μετά το καλοκαίρι του 2022.
Τα τελευταία χρόνια λοιπόν, που έχουν ανεβάσει στροφές οι χορηγήσεις στα στεγαστικά δάνεια, σχεδόν το 70% αφορά σε προγράμματα σταθερού επιτοκίου.
Το ποσοστό αυτό θα ήταν υψηλότερα εάν δεν έτρεχε η κρατική δράση «Σπίτι Μου», μέσω της οποίας χορηγούνται αποκλειστικά δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο.
Καταναλωτικά ανοίγματα
Σαφές σημάδι συντηρητικοποίησης των πολιτών είναι το γεγονός ότι έχουν σταματήσει να χρησιμοποιούν τις πιστωτικές κάρτες ως μέσο δανεισμού.
Παρά τις συνεχείς προσφορές των τραπεζών για την προώθησή τους, τα υπόλοιπά τους παραμένουν κολλημένα τα τελευταία 5 έτη στα 2,5 δισ. ευρώ.
Πρόκειται για επίπεδα σημαντικά πιο χαμηλά από τα 10 δισ. ευρώ, στα οποία είχαν φτάσει τα σχετικά μεγέθη στο τέλος της δεκαετίας του 2000.
ΠΗΓΗ: ot.gr