Το ΚΚΕ κάνει αυτοκριτική για την επανάσταση που δεν έγινε

Συλλογικές ευθύνες στην τότε κομματική ηγεσία η οποία δεν επεδίωξε τον σχεδιασμό και την οργάνωση της σοσιαλιστικής επανάστασης στη χώρα μας μετά την απελευθέρωσή της από τους γερμανούς κατακτητές, παρότι είχαν διαμορφωθεί οι συνθήκες «επαναστατικής κατάστασης», επιρρίπτει το ΚΚΕ, σύμφωνα με τις επεξεργασίες στις οποίες προχώρησε η Κεντρική Επιτροπή του, ξαναγράφοντας τον Α' τόμο του Δοκιμίου Ιστορίας του κόμματος από την ίδρυσή του, το 1918, έως και την ήττα των δυνάμεών του (ΔΣΕ) στον εμφύλιο πόλεμο το 1949.

Συλλογικές ευθύνες στην τότε κομματική ηγεσία η οποία δεν επεδίωξε τον σχεδιασμό και την οργάνωση της σοσιαλιστικής επανάστασης στη χώρα μας μετά την απελευθέρωσή της από τους γερμανούς κατακτητές, παρότι είχαν διαμορφωθεί οι συνθήκες «επαναστατικής κατάστασης», επιρρίπτει το ΚΚΕ, σύμφωνα με τις επεξεργασίες στις οποίες προχώρησε η Κεντρική Επιτροπή του, ξαναγράφοντας τον Α’ τόμο του Δοκιμίου Ιστορίας του κόμματος από την ίδρυσή του, το 1918, έως και την ήττα των δυνάμεών του (ΔΣΕ) στον εμφύλιο πόλεμο το 1949.
Τα σχετικά κείμενα συζητήθηκαν στην πρόσφατη Πανελλαδική Συνδιάσκεψη και εμπλουτίζουν την ανάγνωση της ταραγμένης δεκαετίας του ’40, η οποία σφράγισε την πορεία της σύγχρονης Ελλάδας. «Η σημασία της περιόδου έγκειται στην εκτίμηση για διαμόρφωση επαναστατικής κατάστασης, δηλαδή ότι διαμορφώθηκαν αντικειμενικές συνθήκες ώστε ο υποκειμενικός παράγοντας, το επαναστατικό εργατικό κίνημα, υπό την καθοδήγηση του ΚΚΕ, να σχεδιάσει και να οργανώσει επαναστατική εξέγερση, εργατική (προλεταριακή), σοσιαλιστική επανάσταση με στόχο την κατάκτηση της εξουσίας» διαπιστώνει ο Περισσός.

Αναμέτρηση με τα λάθη

Δεν είναι η πρώτη φορά που το ΚΚΕ αναμετριέται με τα λάθη του παρελθόντος, όπως θεωρούσε άλλωστε εδώ και δεκαετίες τις Συμφωνίες του Λιβάνου (1944), της Καζέρτας (1944) και της Βάρκιζας (1945) που κρίθηκαν ως συμβιβαστικές και υποχωρητικές, ζημιώνοντας το κυρίαρχο σε επιρροή ΕΑΜ – ΕΛΑΣ. Τώρα ο Περισσός πάει ένα βήμα παραπέρα διαπιστώνοντας ότι τα λάθη αυτά δεν οφείλονταν σε λανθασμένες εκτιμήσεις του συσχετισμού δυνάμεων ή σε λανθασμένους χειρισμούς συγκεκριμένων προσώπων της τότε ηγεσίας υπό τον Γιώργη Σιάντο (ο ηγέτης του κόμματος Νίκος Ζαχαριάδης βρισκόταν την επίμαχη περίοδο έγκλειστος στο Νταχάου, απ’ όπου απελευθερώθηκε τον Μάιο του 1945), αλλά σε προβλήματα στη συνολική στρατηγική θεώρηση του κόμματος, στην οποία ωθούσαν άλλωστε και οι κατευθύνσεις της Κομμουνιστικής Διεθνούς.
Η κριτική δεν περιορίζεται στην περίοδο Σιάντου, αλλά φτάνει και στον Ζαχαριάδη, ο οποίος, αν και προσανατολίστηκε προς τη λύση του ένοπλου αγώνα, ωστόσο αυτός είχε «περιορισμένο και αμυντικό χαρακτήρα» και δεν ήταν «γενικευμένα οργανωμένος, επιθετικός ενάντια στην αστική εξουσία», ενώ ακόμα και στη φάση της πλήρους ανάπτυξης του ΔΣΕ ο ένοπλος αγώνας στηριζόταν κυρίως στο αγροτικό στοιχείο «κι αυτό ήταν επόμενο, αφού δεν είχε έγκαιρα οργανωθεί και σχεδιαστεί ως κλιμακούμενη επαναστατική εργατική εξέγερση, στηριγμένη πρώτα απ’ όλα στις πόλεις».

Ισχυρά πλεονεκτήματα

Τα πλεονεκτήματα του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ το 1944 ήταν ισχυρά. Η επιρροή του συντριπτική και η αδυναμία του αστικού πολιτικού συστήματος καταφανής, παρά τη στήριξη των Βρετανών, αν και ήταν δεδομένο ότι θα έδινε σκληρή μάχη για την επανεδραίωσή του, επιχειρώντας να κερδίσει χρόνο και χώρο προκειμένου να ανατρέψει τον συσχετισμό των δυνάμεων προς όφελός του. Ενας λόγος παραπάνω για το ΚΚΕ, που θεωρεί ότι το κόμμα όφειλε τότε να τολμήσει το επαναστατικό βήμα και να καταλάβει την εξουσία καθώς συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις «επαναστατικής κατάστασης».

«Το «χτες πολύ νωρίς, αύριο πολύ αργά, η μόνη στιγμή είναι σήμερα» της πείρας των μπολσεβίκων ισχύει απόλυτα» αναφέρεται με νόημα στην εισήγηση της Κεντρικής Επιτροπής. Μάλιστα, συμπεραίνεται ότι συνθήκες «επαναστατικής κατάστασης» εξακολουθούσαν να υπάρχουν, «αν και όχι με την ίδια ένταση της περιόδου Οκτώβρη – Δεκέμβρη 1944 και με σαφώς δυσμενέστερο συσχετισμό μετά την ήττα του 1944 (σ.σ. Δεκεμβριανά και ήττα του ΕΛΑΣ από τους Βρετανούς), την παράδοση των όπλων (σ.σ. που προέβλεπε η Συμφωνία της Βάρκιζας) και την εξελισσόμενη ανασυγκρότηση του αστικού κράτους», και το 1946 που συγκροτήθηκε ο ΔΣΕ.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η οργανωμένη δύναμη –και επιρροή –του ΚΚΕ παρέμενε και τότε μεγάλη, παρότι αριθμητικά εμφανιζόταν κατά πολύ μειωμένη σε σχέση με το 1944, αφού τα κομματικά μέλη ανέρχονταν σε περίπου 45.000 από 430.000 στην Κατοχή (20.000 – 25.000 είχαν διαγραφεί μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας και ένας αριθμός μελών είχε «διαρρεύσει» μετά τα Δεκεμβριανά), ενώ 250.000 μέλη είχαν περάσει στο Αγροτικό Κόμμα με πρωτοβουλία του ΚΚΕ.
Ομως, όπως διαπιστώνεται, «από το Κόμμα δεν υπήρξε συλλογική εκτίμηση για την ύπαρξη «επαναστατικής κατάστασης», ούτε σχεδιάστηκε – οργανώθηκε η σοσιαλιστική επανάσταση», καθώς «το ΚΚΕ στρατηγικά ήταν εγκλωβισμένο στον στόχο της συνεργασίας με αστικές δυνάμεις για τον αστικό εκδημοκρατισμό» («Λαϊκή Δημοκρατία»).
Αλλά και οι προσπάθειες που έγιναν στο 7ο Συνέδριο του Κόμματος του 1945 εκτιμάται ότι δεν ανταποκρίθηκαν «στις απαιτήσεις των συνθηκών», ούτε οι Ολομέλειες που ακολούθησαν «δείχνουν διόρθωση της στρατηγικής του Κόμματος, αν και φαίνεται να προσανατολίζονται στον ένοπλο αγώνα, γύρω από τον χαρακτήρα του οποίου συνεχίζονται η ασάφεια και η αντιφατικότητα». Η άποψη που κυριαρχούσε το 1946 (2η Ολομέλεια) «έβλεπε την αντάρτικη δράση ως μέσο πίεσης για ομαλές δημοκρατικές εξελίξεις και προοδευτική γενίκευσή της μόνο σε περίπτωση που αυτές δεν επιτυγχάνονταν».
Απόφαση η οποία «είχε κατά βάση τη σύμφωνη γνώμη του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, το οποίο τη συνόδευε με τη σύσταση προς το ΚΚΕ να πάρει μέρος στις βουλευτικές εκλογές της 31ης Μάρτη 1946». Ομως, όπως αποφαίνεται ο Περισσός, «η ηγεσία του ΚΚΕ σωστά απέρριψε τη συμμετοχή στις εκλογές».

Η ταλάντευση στις αποφάσεις

Υστερα από τόσες δεκαετίες το ΚΚΕ επιρρίπτει ευθύνες για την «ταλάντευση στις αποφάσεις του Κόμματος σχετικά με την ένοπλη λαϊκή εξέγερση» λόγω της μη εκτίμησης της «επαναστατικής κατάστασης» και της μη έγκαιρης διόρθωσης της στρατηγικής «με στόχο την εργατική εξουσία». Συνέπεια ήταν «να θεωρείται ο ένοπλος αγώνας ως μαζική λαϊκή αυτοάμυνα και πίεση για “ομαλές δημοκρατικές εξελίξεις”», ενώ ο καθοδηγητικός πυρήνας του ΚΚΕ «προσανατολιζόταν σε δυναμική αναμέτρηση με τον ταξικό αντίπαλο, δίχως όμως να έχει ξεκάθαρη στρατηγική επαναστατικής κατάκτησης της εργατικής εξουσίας, ενώ εξαρτούσε την υλοποίηση του σχεδίου από τη σύμφωνη θέση του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος και από την πολεμική βοήθειά του».

Αποφασιστικό σημείο στην πορεία αυτή ήταν ότι το κόμμα «εμπόδισε την έγκαιρη μετατροπή του ΕΛΑΣ σε επαναστατικό εργατικό στρατό, την αποφασιστική επιλογή της κατάλληλης στιγμής για σύγκρουση – κατάληψη της Αθήνας». Σχέδιο κατάληψης της Αθήνας είχε εκπονήσει εγκαίρως ο Αρης Βελουχιώτης, ο οποίος αποκηρύχθηκε από το κόμμα του επειδή εναντιώθηκε στη Συμφωνία της Βάρκιζας. Εβδομήντα τρία χρόνια μετά, η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ προχώρησε στην κομματική αποκατάστασή του, κλείνοντας έτσι μια θλιβερή ιστορική εκκρεμότητα.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.