Με θέμα την «Ανάπτυξη και των πολιτικών θεσμών στην Ελλάδα» ο πρώην Υπουργός Γιώργος Φλωρίδης μιλάει για μια κοινωνία που εναλλάσσεται ανάμεσα στο θυμό και την απογοήτευση και καταθέτει τον προβληματισμό του για την πορεία της χώρας στην κρίση η οποία «παραμένει στον πυρήνα της μη αντιστρέψιμη, γενικεύεται, πολιτικοποιείται έντονα και δυστυχώς ξεφεύγει από τον έλεγχό μας».
Ολόκληρη η ομιλία του στο διεθνές Φόρουμ των Δελφών:
«Βρισκόμαστε στον έβδομο χρόνο μιας βαθειάς διαρθρωτικής κατάρρευσης και παρά τα βήματα που έχουν γίνει δεν έχουμε φτάσει ακόμα στο ζητούμενο: την απαρχή της πραγματικής εξόδου από την κρίση. Σήμερα, το μεγαλύτερο πρόβλημα που διαφαίνεται και φοβίζει τους πάντες είναι ότι ενώ ξέρουμε πολύ καλύτερα από το 2010 τι πρέπει να κάνουμε, δεν αποφασίζουμε να το κάνουμε. Κι εδώ γεννιέται ένα βαθύτερο ερώτημα: «Μήπως τελικά δεν θέλουμε;».
Σ’ αυτήν την εθνικά δύσκολη κατάσταση, η ελληνική κοινωνία εναλλάσσει το θυμό με την απογοήτευση. Κι αυτό έχει ως αποδέκτες το συνολικό πολιτικό σύστημα – πολιτικούς θεσμούς και πρόσωπα-, για την συνεχιζόμενη αδυναμία τους να φέρουν αποτελέσματα στα κρίσιμα προβλήματα. Επομένως, η κρίση παραμένει στον πυρήνα της μη αντιστρέψιμη. Γενικεύεται, πολιτικοποιείται έντονα και δυστυχώς ξεφεύγει από τον έλεγχό μας.
Όμως, οι παθογένειες της κρίσης δεν ήταν και δεν είναι έργο άλλων. Είναι ευθύνη του πολιτικού συστήματος, με τη συμμετοχή ή και συνενοχή της κοινωνίας. Το ότι συνεχίζεται σε μεγάλο βαθμό η αναπαραγωγή τους, είναι πολιτικό και κοινωνικό έγκλημα. Το πολιτικό σύστημα οφείλει να λάβει,έστω και τώρα, τα ηχηρά μηνύματα των πολιτών.Δεν είναι δυνατόν να μην υπάρχει, ακόμα και σήμερα, σε μια χρεοκοπημένη χώρα, η έννοια της πολιτικής αυτοκριτικής. Αυτό είναι το πρώτο, πικρό, πλην όμως αναγκαίο, φάρμακο για τη θεραπεία. Οι ευθύνες πρέπει ν’ αναζητηθούν στο παρελθόν και στο παρόν του πολιτικού συστήματος. Στην αναποτελεσματικότητα της πολιτικής διαδικασίας, στις λειτουργίες των πολιτικών θεσμών, σε φαινόμενα διαφθοράς και ατιμωρησίας.
Όμως η αυτοκριτική δεν θα πρέπει να σταματήσει στο πολιτικό σύστημα. Θα πρέπει να επεκταθεί στην κοινωνία – ειδικά στις νοοτροπίες και τις συμπεριφορές που ευδοκίμησαν από τα μεταπολιτευτικά χρόνια μέχρι και σήμερα. Σε νοοτροπίες και πρακτικές όπως το κυνήγι του εύκολου κέρδους, του άκρατου ατομικισμού, της δανειακής υπερκατανάλωσης, του άπληστου ευδαιμονισμού, αλλά και της ψηφοθηρικής διόγκωσης του κράτους από την κομματοκρατία –ακόμα και σήμερα.
Όλα αυτά αποτελούν το πλαίσιο στο οποίο επωάστηκε μακροχρόνια η διαρθρωτική πολιτική και οικονομική κατάρρευση του σύγχρονου ελληνικού οικοδομήματος. Το παρασιτικό μοντέλο που υιοθετήσαμε ήταν αναμενόμενο να οδηγήσει σε κακοήθεις μεταλλάξεις σε όλους τους τομείς του δημόσιου βίου – και ειδικότερα στους θεσμούς. Για την αντιμετώπιση αυτού του κρίσιμου ελλείμματος -κι εδώ συμφωνούν πολλοί, με κοινές ή παραπλήσιες προτάσεις- απαιτείται μια Εθνική Πολιτική Θεσμική Συμφωνία με Κοινωνική Στήριξη και με τελικό εκφραστή μια Συναινετική Συνταγματική Αναθεώρηση που θα πρέπει να έχει δύο βασικούς άξονες:
1. Μεταρρύθμιση για ένα Επιτελικό Κράτος, με τη θεσμοθέτηση κανόνων αξιοκρατίας και αξιολόγησης που διασφαλίζουν Διαφάνεια, Εξυπηρέτηση του Γενικού Συμφέροντος, Αποτελεσματικότητα και,τέλος, Συντονισμό, Στήριξη και Εποπτεία της παραγωγικής ανάπτυξης.
2. Βαθύ Εκδημοκρατισμό στο πολιτικό σύστημα, με τομές που ενισχύουν τη συμμετοχή των πολιτών και τον έλεγχο της εξουσίας. Που συντείνουν στην εύρυθμη λειτουργία των αντιπροσωπευτικών θεσμών, αναβαθμίζοντας την ποιότητα της δημοκρατίας. Που δημιουργούν νέους δεσμούς εμπιστοσύνης μεταξύ πολιτικής και κοινωνίας.
Οι αλλαγές είναι, τώρα, πιο επιτακτικές από ποτέ. Ή θα προχωρήσουμε σε ριζικές μεταρρυθμίσεις και υπερβάσεις, ή θα κατηφορίσουμε σ’ έναν δρόμο εθνικής υποβάθμισης και περιθωριοποίησης.
Πιστεύω πως σε αυτό το σημείο αξίζει να αναρωτηθούμε τι ήταν αυτό που κυρίως οδήγησε τη χώρα στη χρεοκοπία. Ήταν το έλλειμμα των θεσμών ή μήπως οι κυρίαρχες ιδεολογικές και πολιτισμικές αντιλήψεις της νεοελληνικής πολιτείας και κοινωνίας;
Θα μπορούσε κανείς να αποφύγει εύκολα το δίλημμα λέγοντας ότι ισχύουν και τα δύο. Προφανώς ισχύουν, όμως αξίζει να τα ιεραρχήσουμε για να οδηγηθούμε σε ουσιαστικές λύσεις.
Πιστεύω ότι για τη σύγχρονη ελληνική κρίση ευθύνεται κυρίως το καταστροφικό τρίπτυχο εθνοκεντρισμός – λαϊκισμός – παρασιτισμός. Αυτό αποτέλεσε το θεμέλιο αρχικά της συγκρότησης κι έπειτα της συνοχής του μεταπολεμικού ελληνικού κράτους, κυρίως του μεταπολιτευτικού.
Αυτό διαμόρφωσαν και ασπάστηκαν ομόψυχα ελίτ και λαός. Αυτό αναπαράχθηκε και υπηρετήθηκε διακομματικά από το πολιτικό σύστημα και την κοινωνία.
Το θέμα είναι προφανώς ανοιχτό σε συζήτηση. Το προτάσσω, ωστόσο, επειδή πιστεύω πως εξακολουθούμε να μην αντιμετωπίζουμε τις αιτίες του σύγχρονου Ελληνικού Ζητήματος, όσο δεν ξεπερνούμε τις χρόνιες ιδεολογικές επιρροές, όπως ο εθνοκεντρισμός, που οδήγησε στην ψευδή και υπερτιμημένη εικόνα που έχουμε εμείς οι Έλληνες για τον εαυτό μας · ο λαϊκισμός, που δυστυχώς προέταξε τα μεμονωμένα, εφήμερα και πολλές φορές ιδιοτελή συμφέροντα σε βάρος του κοινού καλού · και ο παρασιτισμός, η χειρότερη και πιο δύσκολα αντιμετωπίσιμη ασθένεια, που αφού διέλυσε τις παραγωγικές βάσεις της χώρας συνεχίζει ακόμα και σήμερα να τρέφεται από τις όποιες παραγωγικές δυνάμεις της απέμειναν.
Αν θέλουμε, λοιπόν, να εξηγήσουμε την κατάρρευση της χώρας για να βάλουμε στη συνέχεια τα θεμέλια για την ελληνική αναγέννηση, πρέπει να υπερβούμε συστηματικά τις ιδέες και τις αντιλήψεις που μας αποτρέπουν από το να δούμε καθαρά την πραγματική μας θέση στον κόσμο.
Η έξοδος από την κρίση συναρτάται με την αποκατάσταση των θεσμών. Μόνο που στην προκειμένη περίπτωση της ελληνικής χρεοκοπίας,το κύρος και η λειτουργία των θεσμών εξαρτώνται από τη βαθιά αλλαγή στο ιδεολογικό τους φορτίο. Αυτό απαιτεί σύγκρουση με τα τον εθνοκεντρισμό, το λαϊκισμό και τον παρασιτισμό, ώστε οι νέες θεσμοθετήσεις συνταγματικής και νομοθετικής κλίμακας να αντιστοιχηθούν με τη νέα εθνική πραγματικότητα και τις ανάγκες της. Να ενσωματώσουν, δηλαδή, τις νέες συνειδητοποιήσεις. Εδώ είναι κρίσιμος ο ρόλος της πολιτικής, του κόσμου του πνεύματος και της παιδείας που οφείλουν να ηγηθούν σε αυτήν την ιδεολογικοπολιτική σύγκρουση με τις αιτίες της χρεοκοπίας.
Από τις απαρχές της συγκρότησης του νεοελληνικού κράτους είχαμε από τα καλύτερα συνταγματικά κείμενα του κόσμου, τα οποία εισήγαγαν νεωτερικούς πολιτικούς θεσμούς που δεν είχαν τίποτα να ζηλέψουν από τους αντίστοιχους ευρωπαϊκούς. Όμως, δύο αιώνες μετά, αγωνιζόμαστε ακόμα να γίνουμε κανονικό ευρωπαϊκό κράτος και, τελευταία, απομακρυνόμαστε όλο και περισσότερο από την προοπτική αυτή».
