Η λάμψη και η προσμονή είναι στοιχεία αλληλένδετα του Φεστιβάλ του Μπαϊρόιτ. Στην εφετινή επετειακή χρονιά των 200 χρόνων από τη γέννηση του Βάγκνερ, βέβαια, ο καθένας καταλαβαίνει πως το ενδιαφέρον είναι ακόμη εντονότερο. Οχι άδικα: η νέα παραγωγή της μνημειώδους «Τετραλογίας» που αναμένεται να παρουσιαστεί στο πλαίσιο της διοργάνωσης –η αυλαία της οποίας ανοίγει στις 25 Ιουλίου –έχει προκαλέσει διεθνές ενδιαφέρον.
Ο σκηνοθέτης Φρανκ Κάστορφ έχει ήδη δώσει μια πρώτη γεύση του ανεβάσματος στον γερμανικό Τύπο: η εξέλιξη της δράσης έχει τοποθετηθεί αμέσως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, με το πετρέλαιο να αποτελεί τον «χρυσό» της εποχής μας. Η αυλαία της διοργάνωσης αναμένεται να ανοίξει, όπως κάθε χρόνο, παρουσία λαμπερών προσωπικοτήτων από ολόκληρη την Ευρώπη και όχι μόνο. Κατά πάσα πιθανότητα, η γερμανίδα καγκελάριος Ανγκελα Μέρκελ θα δώσει και πάλι το παρών (πέρυσι ο γερμανικός Τύπος είχε επαινέσει το πνεύμα οικονομίας που τη διέπει σε καιρούς κρίσης αφού είχε εμφανιστεί με το ίδιο φόρεμα που είχε φορέσει το 2008).
Ωστόσο η ενδοοικογενειακή κόντρα των επιγόνων του συνθέτη φαίνεται ότι για μία ακόμη χρονιά συνεχίζεται δικαιώνοντας όσους θεωρούν ότι θα μπορούσε από μόνη της να τροφοδοτήσει το λιμπρέτο μιας καινούργιας όπερας. Το «λάδι στη φωτιά» φαίνεται να ρίχνει εφέτος ο Γκότφριντ Βάγκνερ, δισεγγονός του συνθέτη και γιος του Βόλφγκανγκ Βάγκνερ, ο οποίος διοίκησε τη διοργάνωση επί περίπου 60 χρόνια με σιδερένιο χέρι. Τα τελευταία χρόνια το Φεστιβάλ έχει περάσει στις δύο κόρες του, τις ετεροθαλείς αδελφές Εύα Βάγκνερ Πασκιέ και Καταρίνα Βάγκνερ, αφήνοντας απ’ έξω τον γιο του, με τον οποίο οι σχέσεις ήταν από νωρίς τεταμένες.
Μουσικολόγος και συγγραφέας το επάγγελμα, ο 66χρονος Γκότφριντ Βάγκνερ μίλησε πρόσφατα στο Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων. Ξεκαθάρισε ότι ο ίδιος δεν είναι τόσο «κακομαθημένος» ώστε να κατηγορήσει τον διάσημο προπάππο του ως «νάρκισσο, μισογύνη και αντισημίτη». Ο σκοπός του, είπε, δεν είναι να κάνει τους ανθρώπους να αισθανθούν ένοχοι ούτε να απαγορευθεί η μουσική του Βάγκνερ. Απλώς δεν ανήκει στους «επαγγελματίες κόλακες», όπως είπε χαρακτηριστικά.
Δεν είναι λίγοι όσοι επισημαίνουν τη φυσιογνωμική ομοιότητα του Γκότφριντ Βάγκνερ με τον διάσημο πρόγονό του. Ο ίδιος όμως θεωρεί ότι παίρνει αποστάσεις από την υπόλοιπη οικογένεια καθώς «αρνείται να κρύψει κάτω από το χαλί τη σκοτεινή πλευρά ενός από τους πλέον αμφιλεγόμενους συνθέτες». Ο δισεγγονός του συνθέτη πλήρωσε από νωρίς το τίμημα του επαναστατικού πνεύματος που τον χαρακτήριζε. Κάποτε, για παράδειγμα, ψέκασε με κόκκινο σπρέι την προτομή του Βάγκνερ που είχε φιλοτεχνήσει ο Αρνο Μπρέκερ, αγαπημένος γλύπτης του Χίτλερ. «Αμέσως με χαρακτήρισαν δύσκολο. Παρ’ όλα αυτά, ακόμη και σήμερα υπερασπίζομαι την επιλογή μου» λέει ο ίδιος.
Εκτοτε, πάντα σύμφωνα με τα λεγόμενά του, έγινε το «μαύρο πρόβατο» της οικογένειας, γεγονός που ενισχύθηκε το 1977, όταν κυκλοφόρησε την αυτοβιογραφία του. Στην έκδοση αυτή ζητούσε να δοθεί στη δημοσιότητα η ιδιωτική αλληλογραφία μεταξύ του Χίτλερ και της οικογένειας Βάγκνερ από το 1923 ως το 1945. Στο τελευταίο βιβλίο του με τίτλο «You shall have no other Gods before me», το οποίο εκδόθηκε εφέτος επ’ ευκαιρία της επετείου, εξετάζει τις βαθιές ρίζες του αντισημιτισμού και του μισογυνισμού που πολλοί αναγνωρίζουν στο έργο του συνθέτη. «Πραγματικά δεν θέλω να αμαυρώσω την εικόνα του προπάππου μου» δηλώνει ο Γκότφριντ Βάγκνερ. «Από την άλλη, όμως, δεν πιστεύω ότι τόσο αναγνωρίσιμες προσωπικότητες όπως αυτός πρέπει να παραμένουν ανέγγιχτες, στο απυρόβλητο της κριτικής».
Δημοσιεύτηκε στο HeliosPlus στις 22 Ιουλίου 2013
HeliosPlus
