Τα δύο πρόσωπα της Λένας Κιτσοπούλου

ΦΕΥΓΑΤΗ Γράφει, σκηνοθετεί, παίζει, φτιάχνει κοσμήματα, τραγουδάει ρεμπέτικα. Η Λένα Κιτσοπούλου είναι σίγουρα πολυσχιδής. Στην ερώτηση, μάλιστα, ποια από όλες τις ιδιότητές της θα διάλεγε αν κάποιος τής έβαζε το πιστόλι στον κρόταφο, εκείνη απαντά αφοπλιστικά: «Πάτα τη σκανδάλη, καλέ μου άνθρωπε». Πράγματι, είναι δύσκολο να διαλέξει, αφού αποτελεί κυριολεκτικά έναν «άνθρωπο-ορχήστρα». Βέβαια, κάποιες φορές, […]

Τα δύο πρόσωπα της Λένας Κιτσοπούλου

ΦΕΥΓΑΤΗ

Γράφει, σκηνοθετεί, παίζει, φτιάχνει κοσμήματα, τραγουδάει ρεμπέτικα. Η Λένα Κιτσοπούλου είναι σίγουρα πολυσχιδής. Στην ερώτηση, μάλιστα, ποια από όλες τις ιδιότητές της θα διάλεγε αν κάποιος τής έβαζε το πιστόλι στον κρόταφο, εκείνη απαντά αφοπλιστικά: «Πάτα τη σκανδάλη, καλέ μου άνθρωπε». Πράγματι, είναι δύσκολο να διαλέξει, αφού αποτελεί κυριολεκτικά έναν «άνθρωπο-ορχήστρα». Βέβαια, κάποιες φορές, μερικά όργανα ακούγονται και κάπως παράφωνα…

Το μεγάλο ραντεβού της με τη δημοσιότητα δόθηκε πριν από μερικούς μήνες. Μέχρι εκείνη τη στιγμή η Λένα Κιτσοπούλου ήταν γνωστή, για την ακρίβεια πολύ γνωστή, μόνο στο κοινό που ασχολείται με το θέατρο και τις τέχνες. Αφορμή για την επαφή της με το κοινό, που μέχρι τότε αγνοούσε την ύπαρξή της και μάλλον θα την αγνοούσε για πολύ καιρό ακόμη, ήταν το θεατρικό έργο της «Αθανάσιος Διάκος – Η επιστροφή», το οποίο παρουσιάστηκε στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Ετσι, δύο ολόκληρους μήνες μετά το ανέβασμα, πρωτοσέλιδο κυριακάτικης εφημερίδας κραύγαζε: «Εβγαλαν σουβλατζή, κερατά, συζυγοκτόνο τον Αθανάσιο Διάκο» με αποτέλεσμα να θιχτούν «τα ιερά και τα όσια» αυτού του τόπου.

Οι αγανακτισμένοι πατριώτες και τα μουχλιασμένα μπλογκ της άκρας Δεξιάς τής επιτέθηκαν με χυδαίους χαρακτηρισμούς και το θέμα έφτασε στη Βουλή, αποδεικνύοντας τη θλιβερή σκοταδιστική εικόνα της Ελλάδας του 2012. Είναι σχεδόν σίγουρο ότι οι επικριτές της δεν μπήκαν στον κόπο να δουν το έργο. Από την άλλη πλευρά, βέβαια, μάλλον δεν επρόκειτο και για μια ιδιαίτερα καλή παράσταση. Το πρόβλημα, φυσικά, δεν ήταν ότι η Κιτσοπούλου τόλμησε να αγγίξει τον εθνικό μας ήρωα, αλλά το γεγονός ότι βασίστηκε σε κλισέ, επιδερμικά «κατηγορώ» προς κάθε κατεύθυνση και άστοχα, κακόγουστα σουρεαλιστικά ευρήματα. Η Κιτσοπούλου παγιδεύτηκε στην ευκολία της πρωτοπορίας, ωστόσο η πορεία της παραμένει ενδιαφέρουσα.

Ηταν πάντα ανήσυχη. Στην εφηβεία άκουγε μέταλ μουσική και φορούσε μαύρα ρούχα. Τον εαυτό της τον συναντούσε μέσα στην τέχνη. Οταν, λοιπόν, οι συμμαθητές της έδιναν Πανελλαδικές, εκείνη έκανε διακοπές στην Πάρο. Οι σπουδές στην υποκριτική ήταν η φυσική συνέχεια. Η Κιτσοπούλου ξεχώρισε τόσο ως ηθοποιός όσο και ως συγγραφέας. Το 2006 κυκλοφόρησε το πρώτο της βιβλίο με τίτλο «Νυχτερίδες». Με το ωμό, προκλητικό, απωθητικό – μερικές φορές – και ταυτόχρονα θυελλώδες γράψιμό της, η Κιτσοπούλου κέρδισε το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα του περιοδικού «Διαβάζω». Τρία χρόνια αργότερα, το όνομά της συζητήθηκε στα θεατρικά στέκια, όταν έγραψε το έργο «Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α.», το οποίο και γίνεται η θεατρική επιτυχία της χρονιάς, με την εξαιρετική Μαρία Πρωτόπαππα. Η Κιτσοπούλου μάς συστήνει μια ηρωίδα που θα έκανε τους γυναικείους χαρακτήρες της Λένας Μαντά να κοκκινίζουν από ντροπή. Πλέον, το παιχνίδι της πρόκλησης γίνεται το αγαπημένο της, όχι πάντα με τα αναμενόμενα αποτελέσματα…

ΚΙΤΣΑΤΗ

Με το έργο «Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α» ο πήχης για την Μιτσοπούλου ανέβηκε πλέον ψηλά. Ωστόσο, αυτή η επιτυχία, σύμφωνα με τις κακές γλώσσες, είχε αποτέλεσμα να βυθιστεί στη μανιέρα της πρόκλησης, οδηγούμενη σε όχι και τόσο πετυχημένα βήματα. Πράγματι, μετά τη «Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α», η σκηνοθεσία της στο έργο «Η γυναίκα της Πάτρας» του Γιώργου Χρονά, ήταν ιδιαίτερα φλύαρη, φορτώνοντας ένα έργο, το οποίο ουσιαστικά κερδίζει με την αλήθεια του λόγου του, με ανόητα σκηνοθετικά τερτίπια. Ευτυχώς, η καλή ηθοποιός Ελένη Κοκκίδου, παρά τα «μικρά εμπόδια» της Κιτσοπούλου, διέσωσε την παράσταση.

Επίσης, ιδιαίτερα ατυχής στιγμή ήταν και για τους περισσότερους η ερμηνεία της ως Ρωξάνη στην παράσταση «Συρανό ντε Μπερζεράκ», που παρουσιάστηκε από το Εθνικό Θέατρο το 2010. Μη μπορώντας να ξεπεράσει τον εαυτό της, παρέμεινε ωμή, αδυνατώντας να εμπνεύσει.

Φυσικά, και η σκηνοθεσία-διασκευή της στο έργο «Χαίρε Νύμφη» του Γρηγορίου Ξενόπουλου, λίγους μήνες μάλιστα προτού ξεσπάσει το σκάνδαλο του «Αθανάσιου Διάκου», είχε διχάσει κοινό και κριτικούς, με υποστηρικτές και φανατικούς εχθρούς. Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος έγραψε χαρακτηριστικά: «Η κυρία Κιτσοπούλου (κυριολεκτικώς Κιτσ-οπούλου) μετέτρεψε τους άνδρες σε καταναλωτές κόκας, τους έβαλε να ξεβρακώνονται και να απαυτώνονται, γύμνωσε τις γυναίκες και η ίδια, ως ηθοποιός, διαστρέφοντας τον Ξενόπουλο, αφόδευσε επί σκηνής ό,τι μπορεί κανείς να ξεράσει σε χυδαιολογία, βωμολοχικό οχετό, μπινελίκια. (…) Και Σάββατο βράδυ, που είδα την παράσταση, η συντριπτική πλειονότητα των θεατών ήταν ώριμοι άνθρωποι. Ελπίζω να μη θεώρησαν πως αυτός ο δαιμόνιος Ξενόπουλος, που είχαν δει άλλα έργα του, ήταν ένας μεταμοντέρνος πορνόγερος λεξιλάγνος. Οχι, λεξιλάγνα είναι η κυρία Κιτσ-οπούλου, που ηδονίζεται να εκσπερματώνει λεκτικώς όπως οι παλαιές τσάτσες των πορνείων». Η Κιτσοπούλου, αν μη τι άλλο, είχε πετύχει τον σκοπό της, την πρόκληση.

Η ανάγκη της για πρωτοπορία γίνεται ιδιαίτερα φανερή και σε συνέντευξή της το 2007, αφού είχε προηγηθεί η παραμονή της στο Βερολίνο για αρκετούς μήνες. «Είδα παραστάσεις, δούλεψα στο γερμανικό θέατρο (με τον Ντίμιτερ Γκότσεφ). Είδα το ορίτζιναλ. Εδώ λείπει αυτό το ρεύμα το πιο προχωρημένο, κυρίως όμως λείπει κάτι ελληνικό, πηγαίο, με έμπνευση».

Περίπου έξι χρόνια ύστερα από αυτή τη δήλωση, αναρωτιέται κανείς αν η ίδια θεωρεί ότι οι δικές της δουλειές έχουν φέρει τελικά αυτό το «ρεύμα, το πιο προχωρημένο» στο ελληνικό θέατρο. Με αρκετές καλές στιγμές, αλλά και με εξίσου άστοχες, η Κιτσοπούλου πρέπει να αποτινάξει από πάνω της την αλαζονεία της εύκολης πρόκλησης. Η μανιέρα, για παράδειγμα, της αθυροστομίας καταντά το πρωτοποριακό στην καλύτερη περίπτωση ντεμοντέ και στη χειρότερη mainstream. Το φλερτ αυτό πρέπει να σταματήσει.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version