«Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα…» που τα κάνουν σαλάτα. Οσο κι αν νομίζουν ότι τα έχουν προβλέψει όλα, όσο οργανωμένοι, τακτικοί, πρακτικοί, προσεκτικοί, συνεπείς, οχυρωμένοι απέναντι στις αναποδιές, εντάσεις, απρόοπτα της ζωής και αν αισθάνονται ότι είναι. Μια τέτοια ημέρα ήταν για μένα η προπερασμένη Τρίτη, οπότε για αλλού ξεκίνησα και αλλού κατέληξα – το φυσάω και δεν κρυώνει. Για να πάρουμε, όμως, από την αρχή το θέατρο του παραλόγου που ενορχήστρωσα εντελώς μόνος και που έζησα παρέα με την Ελένη, ας ξεκινήσουμε από το θέατρο το κανονικό, και δη το παιδικό. Συγκεκριμένα, από τη Μικρή Πόρτα, από όπου κάνω κάθε χρόνο ένα πέρασμα. Επειδή εκτιμώ τη δουλειά της Ξένιας Καλογεροπούλου και του Θωμά Μοσχόπουλου. Και επειδή ο Θωμάς είναι φίλος – χανόμαστε κατά διαστήματα, αλλά πάντα ξανασυναντιόμαστε. Ο φίλος, λοιπόν, τηλεφώνησε και πάλι: «Δευτερότριτο δίνουμε δύο βραδινές για τους δικούς μας, θα ήθελα να έρθεις».
Και εγώ θα ήθελα, καθώς με είχαν εξιτάρει οι υψηλής αισθητικής φωτογραφίες της εφετινής παραγωγής με τη «Μικρή Γοργόνα» – βασισμένο στο παραμύθι του Χανς Κρίστιαν Αντερσεν. Κάλεσα την Ελένη να με συνοδεύσει και να ’μαστε στον δρόμο. Με τη φίλη μου να οδηγεί. «Τι ώρα αρχίζει;» ρώτησε. «Στις 21.00». Ανεβήκαμε τη Μιχαλακοπούλου, στρίψαμε αριστερά στη Μεσογείων εκεί που θυμόμασταν ότι βρίσκεται το θέατρο, αλλά… πουθενά θέατρο! «Και όμως, είμαι σίγουρος ότι είναι κάπου εδώ». «Κι εγώ αυτό θυμάμαι». Κάναμε δεύτερο γύρο, άφαντο. Τρίτο γύρο… Είχε φτάσει εννέα παρά πέντε. «Να παρκάρουμε και να ψάξουμε πεζή» πρότεινε η Ελένη και μπήκε στο πρώτο πάρκινγκ που βρήκαμε, ενώ εγώ είχα αρχίσει να αναρωτιέμαι μήπως η Πόρτα άλλαξε γειτονιά χωρίς να το πάρω είδηση. «Σε λίγο κλείνουμε» ο εξυπηρετικότατος παρκαδόρος.
Φύγαμε σιχτιρίζοντας τους πανάκριβους χώρους στάθμευσης «που δεν έχουν ανάγκη από πελάτες». Παρκάραμε πάνω στο πεζοδρόμιο (δεν υπήρχε αλλού θέση) δίπλα σε υπερχειλισμένους κάδους σκουπιδιών, ελπίζοντας ότι η μυρωδιά θα απέτρεπε τη Δημοτική Αστυνομία να πλησιάσει και να μας γράψει. Φτάνοντας στο θέατρο, καταλάβαμε γιατί ήταν τόσο δύσκολο να το εντοπίσουμε: επειδή ήταν κλειστό, με τα φώτα σβηστά και τα ρολά κατεβασμένα.
Τότε ο (αδρανοποιημένος;) μυς που έχω μέσα στο κεφάλι μου και που κατά τους επιστήμονες κατευθύνει τις πράξεις μου (ποια ακριβώς ώρα;) άρχισε να ψιλολειτουργεί. «Ελένη, έχω μια φριχτή υποψία». «Οτι η πρόσκληση ήταν για άλλη ημέρα». «Οχι, για άλλη παράσταση. Ο Θωμάς σκηνοθέτησε εκτός από τη “Γοργόνα” το “Mistero Buffo” του Ντάριο Φο. Να δεις που με κάλεσε εκεί». «Είπα κι εγώ, παιδικό έργο στις δέκα το βράδυ…». «Εγώ γιατί δεν το είπα;». «Ελα ντε! Πού το παίζει αυτό το… Βuffo;». «Στο Θησείο». «Τι ώρα;». «Εννέα και κάτι». «Τι ώρα είναι;». «Εννέα, δεν προφταίνουμε». «Δεν με ξέρεις καλά! Είμαι η… ιππότης της ασφάλτου!». Και πέρασε από τα λόγια στα γκάζια. Μόνο σειρήνα δεν έβαλε, όπως εκείνες που ηχούν για να ανοίξει δρόμος για τα ασθενοφόρα ή για τις νύφες.
Παρά τα σκουπιδιάρικα που μας εμπόδιζαν με τους αργούς ρυθμούς τους, παρά τα ταξί που σταματούσαν μπροστά μας για να αποβιβάσουν τους πιο δυσκίνητους πελάτες, παρά τους ποδηλάτες που είχαν τον δικό τους χαβά, στις 21.12 αφήναμε το αυτοκίνητο σε ένα πάρκινγκ στο Θησείο και στις 21.15 μπαίναμε καταλαχανισμένοι στο θέατρο – τη στιγμή που ξεκινούσε η παράσταση, όπως κάνουν κάτι σταρλετίτσες της τηλεόρασης για να εντυπωσιάσουν τα πλήθη. Εκείνο, βεβαίως, που είχε κάνει εντύπωση στον Θωμά ήταν η καθυστέρησή μου, καθώς, όπως όλοι οι φίλοι μου γνωρίζουν, είμαι πάντα στην ώρα μου. «Φοβήθηκα μην έπαθες κάτι». «Επαθα κάτι που αν το πάθαινες εσύ θα σε έκανα χρονογράφημα, αλλά ας μείνει μεταξύ μας». «Οχι, δεν θα μείνει μεταξύ μας» πετάχτηκε η αμείλικτη Ελένη Σουμάχερ: «Οταν εμείς… ατυχούμε, μας δίνεις στεγνά: η Ελένη έπαθε το ένα, η Ελένη έπαθε το άλλο. Τώρα ήρθεν η ώραν σου. Την ερχόμενη Κυριακή απαιτώ να διαβάσω τα κατορθώματά σου».
Είχε δίκιο: για να σαρκάζεις τους άλλους πρέπει προηγουμένως να μπορείς να σαρκάσεις τον εαυτό σου. Ορίστε, το κάνω, για να το απολαύσουν τα μέχρι σήμερα θύματά μου. Απορώντας ακόμη για το πώς εγώ (ο βασιλιάς της ακρίβειας και της συνέπειας, ο ξεχωριστός σε μια χώρα που βασιλεύει η ασυνέπεια, το χύμα, το ό,τι λάχει) έκανα τέτοια γκάφα. «Υποθέτω ότι την έπαθαν και άλλοι, εννοώ πήγαν στην Πόρτα αντί να έρθουν στο Θησείον» αναζήτησα παρηγοριά στον Θωμά. «Απολύτως κανένας, μόνο εσύ» απάντησε χωρίς ίχνος ελέους. Θα έλεγα τώρα κάτι για τους εργασιομανείς σκηνοθέτες που δεν τους φτάνει μία παράσταση, αλλά θέλουν δύο και τρεις, την ίδια περίοδο, σε διαφορετικούς χώρους, για να με ταλαιπωρούν…
* Παρεμπιπτόντως, και όχι λόγω της φιλίας μου με τον σκηνοθέτη, μη χάσετε το «Mistero Βuffo»: Πολύ καλό θέατρο, μια ομάδα εξαιρετικών ηθοποιών και γέλιο, πολύ γέλιο, πάρα πολύ γέλιο! Στο θέατρο Θησείον. Οσο για τη «Μικρή Γοργόνα» – προσοχή, στο θέατρο Πόρτα – ακούγονται τα καλύτερα. Ελένη, πάμε;
