Και «πίτα γύρος» στο Μανχάταν! Η πρωτοβουλία ανήκει στον επιχειρηµατία κ. Γ. Νίκα , ο οποίος σκοπεύει σύντοµα – ίσως και ως το τέλος του χρόνου – να ανοίξει δύο παραδοσιακά ελληνικά ψητοπωλεία, τα οποία βεβαίως θα έχουν το «χρώµα» και την αισθητική της πιο ακριβής περιοχής της Νέας Υόρκης. Παράλληλα, για να στηριχθεί η νέα αυτή επιχειρηµατική δραστηριότητα, πρόκειται να δηµιουργηθεί και η αντίστοιχη µονάδα για την επεξεργασία του κρέατος. ∆εν έχει οριστικοποιηθεί ακόµη αν θα αγοράσει ένα ήδη υπάρχον εργοστάσιο ή αν θα κατασκευαστεί από την αρχή. Το βέβαιον είναι ότι σύντοµα θα επιλεγεί.
Τα δύο καταστήµατα θα ανήκουν προσωπικά στον κ. Νίκα, ενώ το εργοστάσιο επεξεργασίας κρέατος σε θυγατρική της εταιρείας Μέγας Γύρος ΑΕ. Το κόστος σε πρώτη φάση δεν θα υπερβαίνει τα 4 εκατ. δολάρια. Ηδη έχει συγκροτηθεί η οµάδα των στελεχών που θα επανδρώσει τη νέα δραστηριότητα και πρόκειται να αποσταλεί από την Αθήνα, ενώ στελέχη της εταιρείας βρίσκονται από καιρό στη Νέα Υόρκη προετοιµάζοντας την επένδυση.
Οπως εξηγεί µιλώντας στο «Βήµα» ο κ. Ν. Λούστας, αντιπρόεδρος και διευθύνων σύµβουλος της Μέγας Γύρος ΑΕ, «στόχος µας είναι να αναπτύξουµε αυτή τη δραστηριότητα στις Ηνωµένες Πολιτείες και να συνεργαστούµε και µε άλλους επιχειρηµατίες και σε άλλες Πολιτείες εκτός της Νέας Υόρκης» και προσθέτει ότι «έχει διαµορφωθεί τάση στην αµερικανική αγορά για τον ελληνικό γύρο και υπάρχει ενδιαφέρον από ελληνοαµερικανούς επιχειρηµατίες για τη δηµιουργία αλυσίδων ψητοπωλείων στο Σικάγο και στο Χιούστον».
Θεωρεί βέβαιη την επιτυχία σηµειώνοντας ότι «ο κ. Νίκας βρίσκεται 5-6 µήνες τον χρόνο στις ΗΠΑ και γνωρίζει καλά την αµερικανική αγορά, όπως και την περιοχή του Μανχάταν». Η αµερικανική αγορά τον ενδιέφερε από την πρώτη στιγµή που δηµιούργησε την εταιρεία, δεδοµένου ότι, εκτός των άλλων δραστηριοτήτων του, από τότε που η αλλαντοβιοµηχανία ανήκε ακόµη στην οικογένεια Νίκα, διέθετε εργοστάσιο στο Μπρούκλιν σε συνεργασία µε τοπικό επιχειρηµατία, ο οποίος µάλιστα κατείχε το 51%. Οταν πωλήθηκε η αλλαντοβιοµηχανία, το αµερικανικό εργοστάσιο παρέµεινε στην ιδιοκτησία του και αν δεν γίνει δυνατή η εξαγορά του ποσοστού που κατέχει ο τοπικός επιχειρηµατίας δεν είναι δύσκολο, απ’ ό,τι λέγεται, να κατασκευάσει νέο εργοστάσιο στο Λονγκ Αϊλαντ ή στο Νιου Τζέρσι.
Βεβαίως η νέα του επιχειρηµατική προσπάθεια στην άλλη όχθη του Ατλαντικού, που ήδη βρίσκεται στη φάση της υλοποίησης, είναι το αποτέλεσµα της σηµαντικής επιτυχίας που έχει παρουσιάσει στη διάρκεια των τεσσάρων τελευταίων χρόνων – δηλαδή όσο λειτουργεί – η εταιρεία Μέγας Γύρος ΑΕ. Η εταιρεία δηµιουργήθηκε στα µέσα του 2007 και πέρυσι οι πωλήσεις της αυξήθηκαν κατά περίπου 40%. Και τούτο εν µέσω της κρίσης, γεγονός που επιβεβαιώνει τη δυναµική του εγχειρήµατος και τις δυνατότητες της αγοράς. Και είναι πλέον η µεγαλύτερη επιχείρηση του κλάδου. Η Μέγας Γύρος ΑΕ δηµιουργήθηκε τον Φεβρουάριο του 2007, ενοικιάζοντας το εργοστάσιο της Teomeat (Θεοδωρόπουλου) επεξεργασίας κρέατος στον Ασπρόπυργο της Αττικής και επενδύοντας 2,5 εκατ. ευρώ, ενώ η επιτυχία της επιβεβαιώθηκε από τον πρώτο κιόλας χρόνο, όταν κατόρθωσε να παρουσιάσει πωλήσεις 3,5 εκατ. ευρώ. Βασικός µέτοχος ήταν και παραµένει ο κ. Γ. Νίκας, αλλά η µετοχική της σύνθεση έχει πλέον διαφοροποιηθεί. Αρχικά ο κ. Νίκας κατείχε το 75% και το υπόλοιπο 25% κατείχαν οι κκ. Ν. Λούστας και Γ. Βάνης, ενώ σήµερα το 80% κατέχουν συνολικά οι κκ. Νίκας και Λούστας και το υπόλοιπο 20% οι κκ. Βάνης και Τ. Σολωµός.
Το 2010 οι πωλήσεις της ανήλθαν στα 14,05 εκατ. ευρώ, έναντι 10,4 εκατ. ευρώ το 2009, και τα κέρδη της στα 1,3 εκατ. ευρώ από 1 εκατ. ευρώ τον προηγούµενο χρόνο, ενώ εφέτος οι πωλήσεις της – στο διάστηµα Ιανουαρίου – Αυγούστου – «τρέχουν» µε ρυθµό αύξησης 20%. Ο φιλόδοξος στόχος του κ. Νίκα, που πιστεύει ότι είναι δυνατόν να πραγµατοποιηθεί, είναι οι πωλήσεις της εταιρείας να φθάσουν στα 50 εκατ. ευρώ. Την τελευταία περίοδο, λέει ο κ. Λούστας, «προσπαθούµε να κατοχυρώσουµε στην αγορά το καλαµάκι σουβλάκι ως επώνυµο προϊόν («καλαµάκι µε ονοµατεπώνυµο»)», ενώ παράλληλα προσπαθεί να δώσει έµφαση στην εξαγωγική δραστηριότητα. Οι εξαγωγές της Μέγας Γύρος ΑΕ είναι ακόµη περιορισµένες – αντιστοιχούν µόλις στο 5%-7% στο σύνολο των πωλήσεων – και γίνονται σε 10 χώρες (Κύπρος, Βουλγαρία, Ρουµανία, Τσεχία, Γερµανία, Γαλλία, Ιταλία, ∆ανία, Ισπανία και Βρετανία). Η εταιρεία επεξεργάζεται ετησίως περί τους 6.500 τόνους χοιρινού κρέατος – παράγει 120.000 σουβλάκια την ηµέρα –, σήµερα απασχολεί 95 εργαζοµένους από 24 εργαζοµένους που απασχολούσε πριν από τέσσερα χρόνια και «κάθε χρόνο επενδύουµε, εφέτος έχουµε επενδύσει 1 εκατ. ευρώ» προσθέτει ο κ. Λούστας.
Αξίζει να σηµειωθεί ότι από χρόνια η οικογένεια Νίκα «είδε» επιχειρηµατικά την αγορά του γύρου. Η εταιρεία Ελληνικός Γύρος ΑΕ δηµιουργήθηκε από την οικογένεια Νίκα πριν από αρκετά χρόνια και πωλήθηκε µαζί µε την αλλαντοβιοµηχανία στην Global Finance.
Η αγορά του ψητοπωλείου είναι µια τεράστια αγορά, σύµφωνα µε τον κ. Λούστα, που ανέρχεται στο 1 δισ. ευρώ ετησίως – εκτιµάται ότι το ιδιαίτερα παραδοσιακό ελληνικό έτοιµο φαγητό (πίτα γύρος και σουβλάκι) έχει ετήσιο τζίρο περί τα 400 εκατ. ευρώ. Παρ’ όλα αυτά στη βιοµηχανοποίηση και γενικότερα στην ποιοτική αναβάθµιση του γύρου (το κρέας τίθεται σε επεξεργασία νωπό και προσφέρεται στην επαγγελµατική αγορά σε κατεψυγµένη µορφή) και όχι µόνο αυτού, αλλά σχεδόν όλων των προϊόντων που διακινούνται στο ελληνικό σουβλατζίδικο (κεµπάπ, µπιφτέκι, προϊόντα κοτόπουλου, σουβλάκι κ.λπ.), τρεις είναι οι µεγαλύτερες βιοµηχανικές µονάδες (Μέγας Γύρος ΑΕ, Ελληνικός Γύρος ΑΕ και PFC ΑΕ), ενώ το συντριπτικά µεγαλύτερο µέρος της είναι διασπασµένο σε δεκάδες µικρές βιοτεχνικές επιχειρήσεις, ο αριθµός των οποίων υπολογίζεται σε περίπου 50 επιχειρήσεις. Σε ολόκληρη την Ελλάδα λειτουργούν περί τα 20.000 ψητοπωλεία, από τα οποία τα 7.500 – 8.000 βρίσκονται στην Αθήνα και τα άλλα περίπου 12.000 στην υπόλοιπη Ελλάδα. Ο διευθύνων σύµβουλος της Μέγας Γύρος ΑΕ αναφέρει ότι το δίκτυό του σήµερα περιλαµβάνει περί τα 1.000 ψητοπωλεία ανά την Ελλάδα και, όπως σηµειώνει χαρακτηριστικά, «προσπαθούµε να πουλάµε τοις µετρητοίς».
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ
