Τρεις ήταν οι βομβιστές αυτοκτονίας που πραγματοποίησαν τις διαδοχικές επιθέσεις στο Γκρόζνι της Τσετσενίας, κατά τις οποίες έχασαν τη ζωή τους τουλάχιστον εννέα άνθρωποι, ανακοίνωσε αξιωματούχος της αστυνομίας του Βορείου Καυκάσου.
Η επίθεση, που έλαβε χώρα κοντά στο κτίριο του κοινοβουλίου της Τσετσενίας, είναι μία από τις φονικότερες των τελευταίων ετών στη τσετσενική πρωτεύουσα, η οποία ανοικοδομήθηκε έπειτα από δύο αιματηρούς πολέμους κατά των αυτονομιστών ανταρτών. Ο πρώτος βομβιστής ανατινάχθηκε σε αστυνομικό φυλάκιο σε απόσταση περίπου 150 μέτρων από το κοινοβούλιο, σκοτώνοντας δύο αστυνομικούς.
Ακολουθώντας τη τακτική των διαδοχικών επιθέσεων – που έχει χρησιμοποιηθεί κατά κόρον από τους αντάρτες στον Βόρειο Καύκασο – δύο άλλοι βομβιστές αυτοκτονίας ανατινάχθηκαν περίπου 20 λεπτά αργότερα, ενώ στο σημείο είχαν ήδη καταφθάσει τραυματιοφορείς και περισσότεροι αστυνομικοί. Όπως μετέδωσαν ρωσικά πρακτορεία ειδήσεων, στην επίθεση σκοτώθηκαν επτά αστυνομικοί, ένας τραυματιοφορέας και ένας πολίτης. Ανακοίνωση του υπουργείου Εσωτερικών κάνει λόγο για 22 τραυματίες, έξι εκ των οποίων νοσηλεύονται σε κρίσιμη κατάσταση.
Η επίθεση, που έλαβε χώρα στη διάρκεια των εορτασμών για το τέλος του ιερού μήνα του Ραμαζανιού, υπονομεύει τις προσπάθειες του τσετσένου προέδρου, Ραμζάν Καντίροφ, να παρουσιάσει την περιοχή ως έναν θύλακα ασφαλείας στον ταραχώδη Βόρειο Καύκασο. «Για ακόμη μία φορά δηλώνω πεπεισμένος ότι μόνο σκληρά, ανένδοτα μέτρα μπορούν να ξεριζώσουν αυτό το κακό» είπε ο τσετσένος πρόεδρος, προσθέτοντας ότι ένας εκ των δραστών ήταν αδελφός ενός άνδρα που πραγματοποίησε μία επίθεση αυτοκτονίας τον περασμένο χρόνο στο Γκρόζνι.
Αναλυτές και ακτιβιστές υποστηρίζουν ότι η σκληρή καταστολή από την αστυνομία και τις δυνάμεις ασφαλείας «σπρώχνει» τους νεαρούς Μουσουλμάνους στους κόλπους των αυτονομιστών, οι οποίοι αξιώνουν τη δημιουργία ανεξάρτητου ισλαμικού κράτους στον Βόρειο Καύκασο.
