Οταν τον περασμένο Σεπτέμβριο ο «Μαύρος κύκνος» έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα του ανοίγοντας το Φεστιβάλ Βενετίας, δίχασε τόσο πολύ όσους την είδαν που για πρώτη φορά αναρωτιόσουν πώς είναι δυνατόν το ίδιο έργο να θεωρείται από κάποιους αριστούργημα και από κάποιους άλλους μια ακατανόητη, υπερφίαλη αρλούμπα. Η δική μου εκτίμηση είναι ότι ο σκηνοθέτης της, ο Ντάρεν Αρονόφσκι , ο οποίος εδώ και χρόνια έχει αποδείξει ότι ανήκει στις φωνές του σύγχρονου αμερικανικού κινηματογράφου που αξίζει να ακούς (θυμηθείτε το «π», το «Ρέκβιεμ για ένα όνειρο» αλλά και τον προπέρσινο «Παλαιστή»), είχε στο μυαλό του ένα εξαιρετικά σύνθετο έργο που μπορεί να προκαλέσει σύγχυση γιατί είναι αδύνατον να το εντάξεις κάπου. Αν θέλετε τη γνώμη μου, όμως, αυτό ακριβώς είναι που κάνει τον «Μαύρο κύκνο» μια τόσο ενδιαφέρουσα φιλμική εμπειρία. Ανεξάρτητα από το αν σου αρέσει ή όχι, άπαξ και αρχίσεις να το βλέπεις θέλεις να το δεις όλο.
Ο πυρήνας του σεναρίου (από όπου βγαίνει και ο τίτλος) είναι το ανέβασμα μιας ανατρεπτικής εκδοχής της «Λίμνης των κύκνων» στο Μπρόντγουεϊ, υπό την μπαγκέτα ενός αλαζόνα αλλά ευφάνταστου καλλιτεχνικού διευθυντή (υπέροχος ο Βενσάν Κασέλ ). Επιλέγοντας τη Νίνα ( Νάταλι Πόρτμαν, σε μια τρομερή στιγμή της καριέρας της που θα της χαρίσει το Οσκαρ) βλέπει επάνω της το απόλυτο εργαλείο, ένα πειθαρχημένο γρανάζι, το οποίο όμως δεν αφήνει τον εαυτό του ελεύθερο. Και αυτό την ωθεί συνέχεια να μάθει. Με τίποτε όμως δεν θα αποκαλούσες την ταινία «χορευτική», κάτι σαν ένα σοβαρότερο «Φλάσντανς». Ναι μεν ο Αρονόφσκι δίνει μεγάλη έμφαση στην αποφασιστικότητα και στην πειθαρχία της χορεύτριας, η ταύτισή της όμως με τους δύο κύκνους, τον λευκό της αθωότητας- ομορφιάς και τον μαύρο του σκότους, στέλνει την ταινία σε ένα εντελώς διαφορετικό επίπεδο, για να μην πω σε άλλο διάστημα.
Παρ΄ ότι η σχέση αγάπης- μίσους- έρωτα της πρωταγωνίστριας με μια άλλη συνάδελφό της ( Μίλα Κούνις ) δημιουργεί ένα περιβάλλον νοσηρού ανταγωνισμού (και πικάντικων λεσβιακών σκηνών), ο «Μαύρος κύκνος» δεν είναι ούτε ταινία ανταγωνισμού, όπως π.χ. η «Κρίσιμη καμπή» (1977), με τη Σίρλεϊ Μακ Λέιν και την Ανν Μπάνκροφτ.
Και βέβαια δεν πρέπει να ξεχνάμε το στοιχείο του μεταφυσικού θρίλερ που επικρατεί στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας σε σημείο που ορισμένες φορές δεν είσαι εντελώς σίγουρος για το αν τα όσα βλέπεις συμβαίνουν στ΄ αλήθεια ή βρίσκονται στο μυαλό της χορεύτριας. Η αρρωστημένη σχέση της κοπέλας με την πρώην χορεύτρια μάνα της ( Μπάρμπαρα Χέρσεϊ ) δεν διακρίνεται από τα κλισέ που περιμένεις αλλά μέσα στον ρεαλισμό της δίνει την εντύπωση ότι είναι βγαλμένη από το εφιαλτικό σύμπαν του Ντέιβιντ Λιντς, με τη μάνα αποκλεισμένη από τον υπόλοιπο κόσμο, στο σπίτι της. Και όμως, ο «Μαύρος κύκνος» δεν είναι ούτε ολότελα ψυχολογικό θρίλερ. Είναι πολλά είδη μαζί, ένας γοητευτικός δαίδαλος του μυαλού, και σε αναγκάζει να τον διατηρήσεις στη σκέψη σου για πολλή ώρα αφότου τελειώσει.
