ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ εβδομάδες του νέου έτους παρουσίασαν μια εικόνα του ελληνικού αθλητισμού που, αν δεν θεωρηθεί δυσοίωνη, είναι οπωσδήποτε ανησυχητική. Το ζήτημα δεν είναι αγωνιστικής μορφήςαν και στο πεδίο αυτό δεν λείπουν οι τριβές- όσο οξύτατων αντιπαραθέσεων στο πλαίσιο της λειτουργίας αρκετών ομοσπονδιών και ως επίμετρο της συνισταμένης που λέγεται Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή. Σε σημαντικές ομοσπονδίες- όπως αυτές της καλαθοσφαίρισης, της κωπηλασίας, ακόμη και της πετοσφαίρισης- το κλίμα είναι φορτισμένο τόσο ώστε να απαιτηθεί η «πυροσβεστική παρέμβαση» του γενικού γραμματέα Αθλητισμού κ. Π. Μπιτσαξή για να πέσουν οι τόνοι και εν πάση περιπτώσει να υπάρξει ανακωχή μέχρι νεωτέρας…
ΤΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ που πρέπει να προσεχθεί είναι η σκληρή αντιπαράθεση διοίκησης και αθλητών· διαφορετικής όψης κατά περίπτωση, αλλά με κοινό σημείο τα πολλά μποφόρ που σαρώνουν την περιοχή, όπου αντί αναμετρήσεων το σωστό είναι να υπήρχε συμπόρευση και- γιατί όχι- συνυπευθυνότητα. Ρόλος της στήλης δεν είναι να επιμερίσει τις ευθύνες, αλλά να επισημάνει ότι αυτό το καζάνι βράζει- με άμεσο κίνδυνο κάποια στιγμή να πεταχθεί το καπάκι. Κάθε άλλο παρά συντελεστικά προόδου είναι για τα πληττόμενα αθλήματα το ψυχολογικό-κοινωνικό υπόστρωμα των αθλητών και η ανταπόκριση των ΔΣ των ομοσπονδιών σε ζωτικής έννοιας θέματα. Οτι υπάρχει κρίση είναι κάτι το δεδομένο. Κατ΄ ανάγκην αναβλύζει από το σειόμενο έδαφος το «τι μέλλει γενέσθαι». Αραγε οι έριδες θα τερματισθούν με εντός των ομοσπονδιών διαδικασίες λογικής και καλής θέλησης ή κάθε τόσο θα πρέπει ο εκπρόσωπος της πολιτείας να δίνει κάποιο ηρεμιστικό; Ευκταίο το πρώτο, ενώ το δεύτερο είναι ανάσχεση που εν πάση περιπτώσει δεν οδηγεί σε πρόοδο. Επίσης δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το 2010 έχει στο καλαντάρι του σπουδαίες διεθνείς διοργανώσεις, οπότε ουαί και αλίμονο αν αυτές οι κρίσεις δεν σταματήσουν. Θα υπάρξουν επιπτώσεις στη διεθνή εκπροσώπηση των αθλημάτων.
Η ΥΠΟΘΕΣΗ που ταλανίζει από καιρό- και τελευταία προσέλαβε επικίνδυνη έξαρση- τον ηγετικό χώρο του ελληνικού αθλητισμού, τουτέστιν την Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή, είναι αναμφίβολα παράδειγμα προς αποφυγήν. Χαοτική απόσταση δράσης και νοοτροπίας χωρίζει την «κυβερνώσα παράταξη» από την άλλη πλευρά, η οποία έχει τα επιχειρήματά της, που μάλιστα άπτονται πολύ πέραν των απόψεων και περνούν στον χώρο της Δικαιοσύνης. Οταν εδώ και χρόνια μπήκε τελεία και παύλα στο καθεστώς της συγκρότησης της Ολυμπιακής Επιτροπής σύμφωνα με τις επιλογές και τα κέφια παλαιότερα της Αυλής- φέουδο της οποίας ήταν ο χώρος- και στη συνέχεια της εκάστοτε κυβέρνησης, η προσδοκία μας ήταν ότι η εκπροσώπηση των ομοσπονδιών- δηλαδή των παραγωγών έργου- θα έφερνε την άνοιξη. Να όμως που η κατάσταση κάθε άλλο παρά συναινετική είναι, καθώς έχει μεταλλαχθεί, ανεξαρτήτως των αιτιάσεων των κακών συγκυριών και των προσωπικών τριβών, σε πεδίο μάχης. Αποτέλεσμα, η λειτουργία της ΕΟΕ να περνάει από χρονικά περιορισμένες περιόδους ηρεμίας και δημιουργικότητας σε περισσότερο μεγάλες φάσεις μετωπικής σύγκρουσης. Ποιος, άραγε, είναι αυτός που μπορεί να υποστηρίξει ότι τέτοια φαινόμενα δεν έχουν βαρύ τίμημα στο σύνολο του αθλητισμού;
ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ, το οξύ ζήτημα της Επιτροπής Φιλάθλου Πνεύματος είναι εξόχως σοβαρό γιατί δεν είναι απλώς θέμα ποινολογίου. Η ΕΦΙΠ ανήκει στην κατηγορία των φορέων όπου η αντικειμενικότητα, η ηθική υπόσταση, η κοινωνική ευθύνη αυτών που θα συντάξουν και θα εφαρμόσουν τον Κανονισμό και η ανεξαρτησία κρίσης (όχι άποψης) συνθέτουν – έτσι, τουλάχιστον, πρέπει να είναι- μια λειτουργία μακριά από σκοπιμότητες, συμφέροντα, ακόμη και κοινωνικές αγκυλώσεις. Στο παρελθόν υπήρξαν πολλά τα παράξενα που βαθμιαία οδήγησαν στον εκφυλισμό του θεσμού. Γι΄ αυτούς τους λόγους και άλλους ακόμη, το χρέος και η ευθύνη της πολιτείας είναι μεγίστου μεγέθους. Η εμπορικοποίηση και η συμφεροντοσκοπική λαιμαργία όταν μπλέκουν ως τροχοπέδη ακόμη και ως χειραγώγηση της ηθικής τάξης είναι κοινωνικό πρόβλημα.
