ΤΡΙΚΥΜΙΑ ΣΤΟ ΚΡΑΝΙΟ, φωτιά στο γήπεδο!

ΤΡΙΚΥΜΙΑ ΣΤΟ ΚΡΑΝΙΟ, φωτιά στο γήπεδο! Ποιο είναι το προφίλ του φανατικού οπαδού; Ποιος είναι αυτός που ταΐζει τα δικά του παιδικά όνειρα παντοδυναμίας με τα γκολ των άλλων; Και πώς χάνεται η αίσθηση της ενοχής μέσα στο συνδεσμικό περιβάλλον; Α. ΓΑΛΔΑΔΑΣ Φανατισμένοι οπαδοί στο πρόσφατο ματς Ελλάδα - Τουρκία. Η βία είναι μία και είναι αυτή που οδήγησε στον θάνατο του 22χρονου την περασμένη

ΤΡΙΚΥΜΙΑ ΣΤΟ ΚΡΑΝΙΟ, φωτιά στο γήπεδο!



Υπάρχει επιστημονική προσέγγιση στο φαινόμενο «οπαδός»; Με αφορμή τα όσα συνέβησαν και στον αγώνα της Εθνικής μας το περασμένο Σάββατο, όπου κάποιοι οπαδοί φώναξαν στους ίδιους τους νικητές του Euro 2004 «Βγάλτε τις φανέλες και φύγετε από εδώ», δημοσιεύουμε σήμερα τις σχετικές απόψεις ενός μέλους της Ελληνικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας. Σε αυτές φαίνεται ότι από την ψυχαναλυτική οπτική καταλογίζεται στη συμπεριφορά του φανατικού οπαδού κάθε ομάδας άρνηση στον Αλλον και έλλειψη σεβασμού στην ετερότητα, ανεπαρκής λειτουργία νόμων-αρχών, ανάγκη για εκφορτίσεις και όχι για σκέψη και ατροφικό Υπερ-εγώ. Μια συζήτηση-κλειδί για όποιον χρειάζεται έναν οδηγό για τη βίαιη συμπεριφορά στα γήπεδα που έγινε κάτω από το άγρυπνο βλέμμα του Σίγκμουντ Φρόιντ, με τους φανατικούς της μπάλας καθηλωμένους στον καναπέ.


Το Ιδεώδες Εγώ


Γιατί γινόμαστε οπαδοί; Και όταν γίνουμε οπαδοί μιας ομάδας σε ολόκληρη τη ζωή μας δεν την αλλάζουμε πλέον ενώ πολιτικό κόμμα μπορεί να αλλάζουμε πολύ πιο συχνά; Γιατί αποθεώνουμε κάποιους άξεστους παίκτες που δεν ξέρουν να μιλήσουν καν, κερδίζουν εκατομμύρια, ζουν μέσα στην πολυτέλεια, τους κάνουν παρέα ωραίες γυναίκες και συνήθως μέσα στο γήπεδο δείχνουν καθαρά να μας αγνοούν ή και να μας σιχαίνονται; Γιατί συνεχίζουμε να πηγαίνουμε στο γήπεδο όταν αυτοί που διαχειρίζονται τα ποδοσφαιρικά πράγματα μας φέρονται σαν να είμαστε ζώα; Γιατί μόνο το πρωτάθλημα μετράει και όχι τι μπάλα παίζει η ομάδα και πόσο την ευνοεί ο διαιτητής; Γιατί γιουχάρουν ακόμη και τον πιο καλό παίκτη της αντίπαλης ομάδας, παρ’ όλο που τους προσφέρει θέαμα; Γιατί δεν τους νοιάζει, όπως μας είπαν επί λέξει κάποιοι, «και ο Ρωχάμης να είναι πρόεδρος, αρκεί η ομάδα να πηγαίνει καλά»;


Διότι, κατά τον ψυχίατρο Βασίλη Δημόπουλο, μέλος της Ελληνικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας, «έχει έντονη παρουσία σε όλους αυτούς τους ανθρώπους το Ιδεώδες Εγώ. Προβάλλουν στον Αλλον ό,τι αυτοί θα ήθελαν να είναι. Το Ιδεώδες Εγώ είναι μια λειτουργία που λέει: Ολα είναι δυνατά. Πρόκειται για μια παιδική φαντασίωση η οποία μοιάζει να επιζεί σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό στον ψυχισμό του ενηλίκου. Μικροί έχουμε τη φαντασίωση ότι όλα μπορούμε να τα κατορθώσουμε και αυτό φθάνει να πάρει τέτοιες διαστάσεις που ό,τι καλό ή κακό μας συμβαίνει νομίζουμε ότι εμείς το κάνουμε».


Υπάρχει στον άνθρωπο το Id, δηλαδή κάποιο κομμάτι στην ψυχή του με περιεχόμενο το οποίο δεν συνειδητοποιεί. Αυτό το Id όμως δεν παύει να βράζει από ενορμήσεις, δηλαδή ώ(θή)σεις που υπάρχουν μέσα μας με επιθετικό και σεξουαλικό περιεχόμενο. Χρόνο με τον χρόνο το μικρό παιδί καταλαβαίνει ότι δεν μπορεί να έχει πάντα αυτό που θέλει και αρχίζει να απωθεί τις ώ(θή)σεις που έρχονται από το Id για να συμμορφωθεί με ό,τι επιτάσσει η κοινωνία και να νιώσει άνετα μέσα σε αυτήν. Στους ώριμους πλέον ανθρώπους η σύγκρουση με τις απαιτήσεις της πραγματικότητας πρέπει να μειώνει τη φαντασίωση της παντοδυναμίας.


Και εδώ έρχεται η ουσιαστική παρατήρηση από τον ψυχαναλυτή ότι «σε όσους ανθρώπους η φαντασίωση παντοδυναμίας παραμένει ενώ δεν είναι πια παιδιά και καταλαβαίνουν ότι δεν μπορεί να γίνει πραγματικότητα την προβάλλουν σε κάποιον άλλον, π.χ. τον ποδοσφαιριστή της ομάδας τους ή και σε ολόκληρη την ομάδα, από τους οποίους περιμένουν το τέλειο». Οσο για αυτούς που νομίζουν ότι εύκολα θα ελέγξουν και θα χρησιμοποιήσουν προς ίδιον όφελος τους συνδέσμους των οργανωμένων φανατικών οπαδών, ας έχουν υπόψη τους ότι η φαντασίωση του Ιδεώδους Εγώ ενισχύεται μέσα στο συνδεσμικό περιβάλλον, ενώ σύμφωνα με μια παρατήρηση του Β. Δημόπουλου «το Ιδεώδες Εγώ οδηγεί στην ντροπή(!) αφού ό,τι δεν μπορείς να φθάσεις σου φέρνει ένα είδος κατάθλιψης και σε κάνει να ντρέπεσαι. Η ντροπή όμως αυτή μειώνεται όταν τη μοιράζεσαι με άλλους διότι αυτές οι (συλλογικές) ψυχικές οργανώσεις χαρακτηρίζονται από μειωμένη ενοχή και μειωμένο εσωτερικό έλεγχο ή, με άλλα λόγια, από την ελλιπή λειτουργία αυτού που ονομάζουμε Υπερεγώ. Και το οποίο Υπερεγώ θέτει εσωτερικούς κανόνες και απαγορεύσεις». Επομένως όλοι μαζί δέρνουμε, τραυματίζουμε, καίμε, σπάζουμε πολύ πιο άνετα, αφού δεν έχουμε ενοχή.


Ο θρίαμβος του ναρκισσισμού


Οι πρόεδροι των μεγάλων ομάδων συνηθίζουν στο ξεκίνημα κάθε χρονιάς να εκστασιάζουν τους οπαδούς τους με κούφιες υποσχέσεις και ξεδιάντροπες καυχησιές του τύπου: «Φυλακίσαμε το πρωτάθλημα στα γραφεία μας», «Είμαστε καταδικασμένοι να κερδίζουμε». Ξέρουν άραγε ότι αυτό το «διαρκώς πρωταθλητής» σημαίνει στην ουσία του «επιμένω στην αίσθηση της παιδικής μου παντοδυναμίας»; Οτι με τα λόγια μου διακηρύσσω πως ζω βυθισμένος στον ναρκισσισμό μου; Διότι ο οπαδός «ενσαρκώνει μια μορφή του ναρκισσισμού η οποία δεν δέχεται την ετερότητα, με αποτέλεσμα τη διαγραφή του Αλλου στο μυαλό σου». Κάτι που είναι φυσικά ματαιοπονία, μια και δεν μπορεί να πιστεύεις μόνιμα ότι θα είσαι πάντα πρώτος και θα κατέχεις τα πάντα.


Εκτός όμως από τον ναρκισσισμό του ο φανατικός οπαδός διακρίνεται και από τη σταθερότητα στην προτίμησή του για μία ομάδα. Συνήθως δεν αλλάζει ομάδα σε όλη του τη ζωή. Γιατί; «Διότι μέσω της ομάδας εξυπηρετείται η λειτουργία του ιδεώδους της εξιδανίκευσης». Από την άλλη, όμως, αυτή η εξιδανίκευση κρύβει και τη λανθάνουσα (ασυνείδητη) επιθετικότητα προς το αντικείμενο της εξιδανίκευσης αφού ως ιδανικό δεν θα το φθάσω ποτέ. «Η ομάδα που λατρεύω δεν μπορεί να είναι συνέχεια ψηλά, θα πέσει από το βάθρο της και τότε θα εμφανίσω μια τάση να την καταστρέψω». Το δίπολο εξιδανίκευση – υποτίμηση λειτουργεί διαρκώς και μέσω της υποτίμησης εκφορτίζω την επιθετικότητά μου που αλλιώς θα με έπνιγε. Και τότε ακούγονται διάφορα συνθήματα όπως αυτό (το ειρωνικότατο) για τον τωρινό πρόεδρο της ΑΕΚ στο ΟΑΚΑ: «Εκανες τον Αμπράμοβιτς να τρέμει, γεια σου Ντέμη, γεια σου Ντέμη». Για τους ίδιους ο Μπάγεβιτς παλαιότερα από ίνδαλμα είχε γίνει βάτραχος και «προδότης – Ιούδας Ισκαριώτης», όπως επίμονα φώναζαν.


Ετσι φαίνεται ότι ο οπαδός βρίσκεται παγιδευμένος και ταλαντώνεται ανάμεσα σε δύο θέσεις ασταθούς ισορροπίας και από αυτή την αέναη ταλάντωση δεν μπορεί να ξεφύγει. Επομένως κάθε άλλο παρά εύκολο του είναι να αλλάξει ομάδα. Δυστυχώς ο έλληνας οπαδός δεν χαίρεται πραγματικά. Παίρνει μόνο σύντομες χαρές, τις οποίες η ψυχανάλυση θεωρεί εκφορτίσεις του τύπου «αδειάζω για να ξαναγεμίσω μετά από λίγο».


Αν το άτομο δεν μεγαλώσει στο κατάλληλο περιβάλλον που θα ασκήσει τις απαραίτητες επιδράσεις, τελικά θα φθάσει να διαθέτει ένα ατροφικό Υπερεγώ. Το σωστά ανεπτυγμένο Υπερεγώ όμως είναι χρήσιμο, υποστηρίζει τον εσωτερικό νόμο, που επιτρέπει στον άνθρωπο να ξεχωρίζει το δίκαιο από το άδικο. Τον κάνει να συμπεριφέρεται σύμφωνα με κάποιους κανόνες κοινωνικά αποδεκτούς και τελικά τον προστατεύει μέσω των ενοχών. Διότι η ύπαρξη ενοχών του επιτρέπει να ξέρει να προφυλάσσει και να προφυλάσσεται.


«Στους οπαδούς που βλέπουμε να δρουν χωρίς έλεγχο δεν λειτουργούν οι ενοχές ενώ, ως γνωστόν, η ενοχή με προστατεύει από το να σπάσω το κεφάλι κάποιου. Εκεί που δεν υπάρχουν ενοχές πρέπει να υπάρχει εξωτερική οριοθέτηση. Με άλλα λόγια, με τιμωρία ή με απειλή τιμωρίας αντιμετωπίζεται ο χωρίς φραγμούς οπαδός», κατά τον συνομιλητή μας.


Η μοναξιά του πάνθηρα



Ο Οσκαρ Γουάιλντ είχε πει: «Το ποδόσφαιρο είναι ό,τι πρέπει για σκληρά κορίτσια αλλά μάλλον ακατάλληλο για ευαίσθητα αγόρια». Σεξουαλικότητα δεμένη με επιθετικότητα είναι ένα συνηθισμένο μείγμα που γεύεται από τους αντιπάλους οπαδούς όποιος πάει γήπεδο. Βρίζω σεξουαλικά σημαίνει επιτίθεμαι. «Ενας ακόμη λόγος λοιπόν της καθήλωσης στο ιδεώδες της μιας και μόνης ομάδας, πέρα από το δίπολο εξιδανίκευση – υποτίμηση, είναι ότι σε αυτό το ιδεώδες μπορεί να κρύβεται και μια ομοφυλόφιλη διάσταση. Πάντως επιτιθέμενο το άτομο με λόγια και κυρίως με πράξεις αισθάνεται ότι ξεπερνά τον φόβο μήπως είναι παθητικός (φυσικά παθητικότητα και ομοφυλοφιλία δεν είναι ταυτόσημα αλλά αυτό είναι ένα άλλο ζήτημα)». Συνήθως πηγαίνω και φεύγω από το γήπεδο εκθειάζοντας και προβάλλοντας μέσα από τα συνθήματα τις σεξουαλικές ικανότητες που θέλω να φαντάζομαι ότι έχουν διάφοροι ποδοσφαιριστές της ομάδας μου, ενώ όταν κάποιος δημοσιογράφος σε βραδινή εκπομπή σταθμού συνέστησε σε νεαρό ακροατή να ασχοληθεί εκτός από το ποδόσφαιρο και με κάτι άλλο, π.χ. τις γυναίκες, εκείνος του απάντησε χωρίς να διστάσει: Τι να τις κάνεις, οι γκόμενες έρχονται και παρέρχονται, ο Παναθηναϊκός όμως παραμένει!


Μια στιγμή όμως. Αυτά μπορεί να είναι έτσι για τις μεγάλες ομάδες, που προσελκύουν όσους θέλουν πάντα να είναι με τον κερδισμένο. Πώς λειτουργούν οι οπαδοί των ομάδων που δεν ξεκινούν και με πολλές ελπίδες για να πάρουν ένα πρωτάθλημα ή μία από τις προνομιούχες τρεις πρώτες θέσεις; Ξεκινήσαμε για το εκτός έδρας παιχνίδι του Πανιωνίου σε κάποιο από τα γήπεδα των δυτικών συνοικιών μαζί με τους «Πάνθηρες», οπαδούς οργανωμένους που πηγαίνουν παντού όπου παίζει ο Πανιώνιος.


«Δεν έχουμε πρόβλημα» λένε «να υποστηρίζουμε έναν αδύνατο. Γιατί θέλουμε αυτό που κερδίζουμε να είναι καθαρό. Και ο Πανιώνιος, φίλε, ό,τι κάνει το κάνει χωρίς βοήθεια. Πρωτάθλημα παίρνω όταν μου αξίζει». Ανάμεσα στα ιδρυτικά στελέχη των Πανθήρων είναι και άνθρωποι που ήλθαν πρόσφυγες από την Ιμβρο, ακόμη και τα νεαρά μέλη του συνδέσμου μιλούν για προσφυγιά και αδικία και επιμένουν ότι το μπλε στη φανέλα της ομάδας που ιδρύθηκε στη Σμύρνη ήταν για την Ελλάδα και το κόκκινο χρώμα για το χυμένο αίμα. Διάλεξαν τον πάνθηρα γιατί είναι ένα από τα πιο δυνατά ζώα και δεν κάνει αγέλες. «Ηταν καιρός να αγριέψουμε» λέει κάποιος. «Σήμερα έχουμε ταυτίσει τη ζωή μας με τον Πανιώνιο». Τι λέει για αυτούς ο Φρόιντ; Τα ίδια που είπε και για τους άλλους!


Το ακαταλόγιστο του οπαδού


«Το ατομικό ιδεώδες δεν ορίζεται από το εξωτερικό “μέγεθος” του αντικειμένου και από την ευρύτερη ή καθολική αποδοχή του. Η αξία που δίνει το υποκείμενο στο αντικείμενο-σύμβολο μπορεί να έχει τη μέγιστη αξία για το άτομο, ανεξάρτητα από την αξία που θα δώσει ο παρατηρητής. Μπαίνουμε, δηλαδή, στην τάξη της (εντελώς) υποκειμενικής αναπαράστασης των πραγμάτων και του κόσμου». Αρα, είτε μικρή είτε μεγάλη ομάδα υποστηρίζει ο φανατικός, στις ίδιες ακρότητες μπορεί να φθάσει, γι’ αυτό επεισόδια και τραυματισμοί συμβαίνουν ακόμη και σε αγώνες πολύ μικρότερων κατηγοριών.


Στο σύνθημα «Πανιωνάρα σ’ αγαπάω, για χατίρι σου τρελάδικο θα πάω» φαίνεται ότι η ένωσή μου με το πρωτογενές ιδεώδες-θεϊκό αντικείμενο με κάνει να χάνω τα όριά μου και τον έλεγχο των ενορμήσεών μου. Εδώ το ότι στο τρελάδικο θα πάω σημαίνει ότι είμαι τρελός. Αυτό τι συνέπειες έχει; Οτι ως τρελός δεν έχω έλεγχο των ορμών μου, άρα δεν έχω και ευθύνη για ό,τι απεχθές θα διαπράξω. Επομένως, πηγαίνοντας και στα άλλα συνθήματα, είμαι οπαδός τρελός, άρα μπορώ να βρίζω συγγενείς, κοινωνικές ομάδες, ακόμη και νεκρούς.


Αν η σχέση του οπαδού με την ομάδα του-ιδεώδες-αντικείμενο λατρείας είναι ανάλογη με τη σχέση παιδιού – μάνας, τότε, όπως παιδί και μάνα βρίσκονται σε μια συγκυτιακή σχέση, δηλαδή, αν το εκφράσουμε απλοϊκά, αποτελούν «ένα πακέτο», το ίδιο συμβαίνει και με τον οπαδό και την ομάδα του. Σε κάποιες περιπτώσεις το παιδί σημαίνει για τη μητέρα προέκταση του εαυτού της, θα λέγαμε ότι είναι ο φαλλός της. Ετσι είναι και ο οπαδός για την ομάδα του. Και σκεφθείτε τι έχει αυτό ως συνέπεια. Από τη σκοπιά του οπαδού (και όχι του φιλάθλου), λένε ότι τα ψυχικά πράγματα πρέπει να κρατιούνται διχοτομημένα: άσπρο – μαύρο, καλό – κακό. Σαν να μην πρέπει και να μην μπορεί να υπάρξει ένας ενδιάμεσος χώρος, ένας χώρος όπου επιτέλους θα χωρούσαν και η λειτουργία της κουλτούρας και της δημιουργίας…

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version