Με αφορμή τον πόλεμο στον Λίβανο φιλοξενήθηκαν στις «Νέες Εποχές» σχετικά άρθρα, μεταξύ των οποίων και ορισμένα που έθεταν το ζήτημα του αντισημιτισμού. Στα κείμενα αυτά υπήρξαν απαντήσεις, οι οποίες και δημοσιεύτηκαν. «Το Βήμα» συνεχίζει και σήμερα τον διάλογο επί του θέματος καθώς θεωρεί ότι μπορεί να γίνει αφορμή για μιαν επί της ουσίας συζήτηση για το Μεσανατολικό και για τις ιδεολογικές και άλλες συνδηλώσεις του.
Στο πλαίσιο του διαλόγου για την αραβοϊσραηλινή διένεξη και την απειλή του αντισημιτισμού, ο καθηγητής Νίκος Μουζέλης («Το Βήμα της Κυριακής», 6.8.2006) επικρίνει για μονομέρεια τον Δημήτρη Κωνσταντινίδη, ο οποίος σε επιφυλλίδα του («Το Βήμα της Κυριακής», 30.6.2006) έλαβε ανοικτά το μέρος του Ισραήλ. Ο N.M. – πολύ σωστά – στρέφει τη συζήτηση στις ιστορικές διαστάσεις του προβλήματος και στις συνθήκες υπό τις οποίες γεννήθηκε το κράτος του Ισραήλ το 1948. Επειδή όμως όσα υποστηρίζει περαιτέρω απέχουν, κατά τη γνώμη μου, από μια αντικειμενική και αμερόληπτη ανάλυση, θεωρώ χρήσιμο για τη συζήτηση να εκτεθούν μερικές καίριες παρατηρήσεις.
Το πρώτο και βασικό ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί από όσους εκφέρουν δημόσιο λόγο για τη μακροχρόνια αραβοϊσραηλινή διαμάχη είναι το εξής: Δικαιούνται οι Εβραίοι να έχουν το δικό τους κράτος στο οποίο να ζουν με ασφάλεια; Πιστεύω ότι για κάθε εχέφρονα και απαλλαγμένο ιδεοληψιών άνθρωπο η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι καταφατική. Από όσα γράφει, το ίδιο φαίνεται να πιστεύει και ο N.M. Το αμέσως επόμενο ερώτημα αφορά στο πού θα βρίσκεται το κράτος αυτό. Είναι δυνατόν να βρίσκεται κάπου αλλού παρά στην αρχέγονη – ιστορική και θρησκευτική – εστία των Εβραίων από όπου εκδιώχτηκαν πριν από δύο περίπου χιλιετίες; Εκεί όπου παρέμεινε πάντοτε ένας μικρός πυρήνας Εβραίων και εκεί όπου άρχισαν να συρρέουν ομοεθνείς τους ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα; Αρα, το να αναγνωρίζει κανείς το δικαίωμα των Εβραίων να έχουν τη δική τους εθνική εστία, προκειμένου να είναι πολιτικώς ορθός, αλλά να θεωρεί την παραχώρηση μέρους γης της Παλαιστίνης στο κράτος του Ισραήλ ως «αρπαγή» δεν είναι τίποτε άλλο παρά καθαρή υποκρισία. Γιατί πού αλλού θα μπορούσε να ιδρυθεί το ισραηλινό κράτος; Μήπως στην Ουγκάντα ή κάπου στη Γερμανία;
Στον αραβοϊσραηλινό πόλεμο του 1948-49 η τυπική νομιμότητα ήταν με το μέρος του Ισραήλ, εφόσον αυτό δέχτηκε την απόφαση των Ηνωμένων Εθνών για τη διανομή της Παλαιστίνης σε δύο κράτη, ενώ οι Αραβες την απέρριψαν και προτίμησαν τον πόλεμο «για να ρίξουν τους Εβραίους στη θάλασσα». Βρίσκει κανείς παράλογο το ότι το Ισραήλ, αφού επιβίωσε μετά από μία καθολική, παναραβική επίθεση, θεώρησε ότι η αρχική «νόμιμη» μοιρασιά δεν ισχύει αλλά ισχύει το αποτέλεσμα του πολέμου; Ή είμαστε με τη διεθνή νομιμότητα ή είμαστε με τη δύναμη του ισχυροτέρου! Δεν είναι δυνατόν να απορρίπτουμε την πρώτη με την ελπίδα ότι θα αναδειχθούμε ισχυρότεροι αλλά να την επικαλούμαστε στην περίπτωση που φανούμε ασθενέστεροι.
Το μεγάλο δυστύχημα για τον παλαιστινιακό λαό δεν είναι η ήττα του πρώτου αραβοϊσραηλινού πολέμου και η παρεπόμενη προσφυγοποίηση χιλιάδων ανθρώπων. Ηττες συντριπτικές έχουν γνωρίσει πολλά έθνη, όπως επίσης και κύματα προσφύγων. Το έγκλημα εναντίον του παλαιστινιακού λαού προήλθε εκ των ένδον, από την ανάξια πολιτική ηγεσία του και από τους «ομοεθνείς» Αραβες. Μετά το 1949, οι όμορες αραβικές χώρες Αίγυπτος και Ιορδανία, αντί να προτρέψουν τους Παλαιστινίους να ανασυνταχθούν στα εναπομείναντα εδάφη, προσάρτησαν τεχνηέντως τη λωρίδα της Γάζας και τη Δυτική Οχθη (συμπεριλαμβανομένης της A. Ιερουσαλήμ) εκτρέφοντας στους εξαθλιωμένους πρόσφυγες μαξιμαλιστικά οράματα. Οι παλαιστίνιοι ηγέτες, αντί να ζητήσουν τη βοήθεια των πλούσιων – λόγω πετρελαίου – αραβικών κρατών για την αξιοπρεπή αποκατάσταση των προσφύγων, και με διαπραγματεύσεις, εκμεταλλευόμενοι τις μελλοντικές συγκυρίες, να προσπαθήσουν να βελτιώσουν τη θέση τους, στοίβαξαν τους πρόσφυγες σε άθλιους καταυλισμούς εν ονόματι της γρήγορης και οριστικής επιστροφής. Επί δεκαετίες πρυτάνευε το δόγμα, και πρυτανεύει ακόμη στους φανατικούς, «No peace – No negotiation – No regognition» (όχι στην ειρήνη – όχι στις διαπραγματεύσεις – όχι στην αναγνώριση του Ισραήλ). Σκέφτομαι πόσες γενιές νεαρών Παλαιστινίων χάθηκαν, πόσο ανθρώπινο δυναμικό θυσιάστηκε, δεν σπούδασε, δεν έζησε μόνο και μόνο γιατί έπρεπε από τα μικράτα του να εκπαιδευτεί στο πώς θα σκοτώνει Εβραίους.
Συλλογίζομαι, αίφνης, πόσο σωστά έπραξαν οι προ-παππούδες μου, επαναστάτες του 1821, που αποδέχτηκαν το ασφυκτικά μικρό ελληνικό κράτος, στα όρια που μας επέτρεψαν οι τότε Μεγάλες Δυνάμεις και δεν το απέρριψαν εν ονόματι μιας Μεγάλης Ελλάδας που Κύριος οίδε πότε θα ερχόταν. Τι θα γινόταν άραγε αν οι τότε ταγοί των Ελλήνων αρνούνταν να ιδρυθεί ελληνικό κράτος με μόνο τη Ρούμελη, την Πελοπόννησο και τις Κυκλάδες και απαιτούσαν την Κωνσταντινούπολη, θρησκευτική έδρα της Ορθόδοξης Εκκλησίας και πάλαι ποτέ πρωτεύουσα του Βυζαντίου, όπως τώρα οι Παλαιστίνιοι απαιτούν την Ιερουσαλήμ (παρ’ όλο που ποτέ δεν υπήρξε πρωτεύουσα αραβικού κράτους);
Σκέφτομαι επίσης με πόση σωφροσύνη και με πόσο ρεαλισμό ο Ελευθέριος Βενιζέλος μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή αποδέχτηκε το τέλος της Μεγάλης Ιδέας και δεν στοίβαξε το 1,3 εκατ. προσφύγων σε στρατόπεδα επί δεκαετίες για να εκβιάζει ηθικά την Τουρκία και να διαιωνίζει το αίτημα της επιστροφής.
Είναι φανερό ότι, αν υπάρξει ποτέ λύση του παλαιστινιακού ζητήματος, τούτο δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο με διαπραγματεύσεις. Είναι επίσης προφανές ότι καμία λύση δεν θα είναι βιώσιμη αν δεν προβλέπει την ύπαρξη δύο ανεξάρτητων και κυρίαρχων κρατών. Διαπραγματεύσεις όμως κάνουν ηγεσίες με λαϊκή νομιμοποίηση που ελέγχουν πλήρως τα όπλα τους. Κανείς δεν μπορεί να κάνει αξιόπιστες διαπραγματεύσεις με τον πρόεδρο της Παλαιστινιακής Αρχής, όταν την επαύριο ένας μάρτυρας του Αλ Αχτσά εκτινάσσει ένα ισραηλινό λεωφορείο ή όταν η Χεζμπολάχ απάγει ισραηλινούς στρατιώτες. Οι φανατικοί Αραβες δεν θέλουν την ειρήνη, δεν μπορούν – και δεν θέλουν – να διανοηθούν την αρμονική συμβίωση δύο κρατών δίπλα δίπλα. Γιατί τότε θα αποκαλυφθεί πλήρως η αλήθεια: Από τη μια, ένα Ισραήλ με ένα αληθινά δημοκρατικό πολίτευμα, ακολουθώντας το δυτικό νεωτερικό πολιτισμικό παράδειγμα (στη διαμόρφωση του οποίου έχει και το ίδιο πολύ συμβάλει), που θα προοδεύει συνεχώς, και από την άλλη, ένα βραδυπορούν, σπαρασσόμενο εσωτερικά κράτος διεφθαρμένων ηγετών και ανώριμων πολιτών που θα είναι έρμαιο της θεοκρατίας και του ολοκληρωτισμού των σεΐχηδων. Τουλάχιστον τώρα έχουν το ηθικό πλεονέκτημα έναντι του Ισραήλ. «Και τότε τι θα γίνουμε χωρίς βαρβάρους;».
Ο κ. Βασίλης Π. Βερτουδάκης είναι κλασικός φιλόλογος, καθηγητής-σύμβουλος της Σχολής Ανθρωπιστικών Σπουδών του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου.
