Η πρωτοβουλία του προέδρου του Αρείου Πάγου κ. Βασ. Νικόπουλου να επαναφέρει παλαιότερη πρόταση ανέγερσης εκκλησίας στον προαύλιο χώρο του Α.Π. και του Εφετείου Αθηνών προκάλεσε αντιδράσεις, όπως είχε συμβεί και προ ετών, όταν είχε πρωτοσυζητηθεί η ιδέα. Οπως και τότε, οι τωρινές αντιρρήσεις αναφέρονται στο Σύνταγμα και τις διατάξεις του για τη θρησκευτική ελευθερία, καθώς και στον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους. Αυτή τη φορά έχουν προστεθεί και ενστάσεις βασισμένες στην προστασία των προσωπικών δεδομένων, οσοδήποτε δευτερεύουσες. Στα δυτικά δημοκρατικά κράτη, των οποίων τις αξίες η Ελλάδα ενστερνίζεται με το Σύνταγμά της και με διεθνείς συμβάσεις που έχει προσυπογράψει, υπάρχει άφθονη νομολογία σχετική με ανάλογα ερωτήματα (και το ΣτΕ έχει, άλλωστε, κρίνει επί πολλών)- είτε πρόκειται για την απαγόρευση της προσευχής στα δημόσια σχολεία (το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ ασχολήθηκε ήδη στις αρχές της δεκαετίας του ΄60), είτε για την απομάκρυνση των εικόνων από τα δικαστήρια ή τα σχολεία (το Συνταγματικό Δικαστήριο της Γερμανίας είχε διχάσει τους Βαυαρούς στο θέμα αυτό το 1995). Τα τελευταία χρόνια τα δικαστήρια αντιμετωπίζουν ερωτήματα ακόμη «λεπτότερα», με χαρακτηριστικό το αν επιτρέπεται η ισλαμική μαντήλα ή άλλα θρησκευτικά σύμβολα στα σχολεία ή στο Δημόσιο: στη Γαλλία επικυρώθηκε π.χ. πειθαρχική ποινή εις βάρος καθηγήτριας επειδή φορούσε σταυρό.
Παρά τα τόσα νομικά προηγούμενα, ορισμένα σημεία είναι πάντοτε δύσκολα. Οι δυτικές κοινωνίες δεν έχουν εξοβελίσει τη θρησκεία, ούτε ισχυρίζονται κάτι τέτοιο. Τα κρατικά τους όργανα λειτουργούν όμως εκτός του θρησκευτικού χώρου- και γεννάται ερώτημα πόσο μπορούν να δεχθούν τη διείσδυση του θρησκευτικού στοιχείου. Στο συγκεκριμένο θέμα το ζήτημα είναι μάλλον καθαρό. Ο Αρειος Πάγος είναι δικαστήριο της χώρας. Δεν είναι η θέση του να διατηρεί ιερό ναό, ακόμη και αν είναι της επικρατούσας θρησκείας, ακόμη και αν τιμά τον προστάτη άγιο της Δικαιοσύνης (ήδη οξύμωρο αυτό, να έχει η κοσμική Δικαιοσύνη προστάτη άγιο). Ναός της Δικαιοσύνης είναι το ίδιο το Δικαστήριο, όχι κάποιος ευκτήριος οίκος.
Ωστόσο, και αν ο νομικός προβληματισμός είναι πλούσιος, δεν εξαντλεί το θέμα. Επιζητώντας την ανέγερση ναού στον χώρο του Δικαστηρίου, ο πρόεδρος του Αρείου Πάγου εκδηλώνει μία πρωτοβουλία- δεν συνεχίζει μία παράδοση. Ακόμη, λοιπόν, και αν η πρότασή του είναι συνταγματικώς επιτρεπτή, πρέπει να προβληματισθεί αν είναι σκόπιμη, αν προάγει την εικόνα της Δικαιοσύνης σε μία χώρα που αρχίζει να γνωρίζει όχι μόνο την εξάπλωση του αγνωστικισμού μεταξύ των Ελλήνων, αλλά και την ύπαρξη αλλόδοξων συμπολιτών μας. Τα ελληνικά δικαστήρια δεν δικάζουν εν ονόματι του θεού και δεν βλέπει κανείς σε τι θα εξυπηρετούσε ένα έμμεσο «μήνυμα» για το αντίθετο.
Γιατί όμως θα ήταν «μήνυμα» κάτι τέτοιο, ενώ δεν είναι οι εικόνες του Χριστού σε όλες τις δικαστικές αίθουσες; Επειδή οι τελευταίες υπάρχουν από παλιά και η κατά συνήθεια αποδοχή τους γίνεται τόσο εκτονωμένα, ώστε στα πρωτοδικεία να ακούγεται συχνά στην ερώτηση «θα δώσετε πολιτικό ή θρησκευτικό όρκο;» η εκπληκτική απάντηση «ό,τι θέλετε, κ. Πρόεδρε» (!). Ο ναός είναι κάτι νέο και το νέο εμπεριέχει ένταση, ακριβώς όπως η- αναλόγως δυσεξήγητη- πρωτοβουλία του προέδρου του ΣτΕ κ. Παναγιωτόπουλου να κάνει αγιασμό προκάλεσε ένταση επειδή δεν γινόταν αγιασμός στο συγκεκριμένο δικαστήριο.
Σε αντίθεση με τους περισσότερους, δεν σπεύδω να προεξοφλήσω ότι πρωτοβουλίες του είδους αντανακλούν μια «επίθεση» συντηρητισμού και διακρίσεων. Καταλαβαίνει όμως κανείς ότι το μήνυμά τους, ακόμη και ερήμην των «πατέρων» τους, αυτό θα είναι. Ο κ. Νικόπουλος, που καλείται με τη νηφαλιότητά του να επουλώσει πολλές από τις πρόσφατες πληγές στο δικαστικό σώμα, πρέπει και μόνο για τον λόγο αυτόν να ξανασκεφθεί την πρότασή του.
