Για ένα μικρό κομμάτι των ειδικών από τον χώρο των αγορών και των πανεπιστημίων, το βάθος και η ένταση της κρίσης των παγκόσμιων πιστωτικών αγορών που ξεκίνησε τον περασμένο Ιούλιο ήταν πολύ πιο εκτεταμένα απ΄ όσο αναφερόταν στον διεθνή Τύπο.
Σήμερα ουδείς αμφιβάλλει. Ακόμη και ο Αλαν Γκρίνσπαν μιλά για τη χειρότερη μεταπολεμική κρίση του τραπεζικού συστήματος των ΗΠΑ. Ταυτόχρονα βαθύς προβληματισμός διακατέχει τους υπεύθυνους αναλυτές για τους λόγους της κρίσης και τα περιθώρια αντιμετώπισής της. Και αυτό γιατί η αναζήτηση απαντήσεων έχει λάβει πλέον επείγοντα χαρακτήρα, καθώς το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα απειλείται με συστημική κρίση και το κύρος των χρηματοοικονομικών αγορών έχει τρωθεί σε σημαντικό βαθμό. Τρία είναι τα βασικά ερωτήματα: Πώς φθάσαμε ως εδώ; Τι έκαναν οι ισχυρές κεντρικές τράπεζες και οι ρυθμιστικές αρχές στις ΗΠΑ, προκειμένου να περιορίσουν τις ακραίες κερδοσκοπικές τακτικές που οδήγησαν το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα στο χείλος της καταστροφής; Τι μπορεί να γίνει ώστε να περιορισθούν στο μέλλον τα φαινόμενα ακραίας κερδοσκοπίας;
Βεβαίως η όποια απάντηση στα ως άνω ερωτήματα οφείλει να λαμβάνει υπόψη ότι οι χρηματοοικονομικές αγορές είναι ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο οικονομικής ανάπτυξης και είναι αυτές που δημιουργούν το ασφαλές πλαίσιο για την κοινωνική ανάπτυξη και ευημερία. Επομένως η κριτική δεν μπορεί να αφορά την ύπαρξη και λειτουργία των χρηματοοικονομικών αγορών αυτών καθαυτών.
Προτού, όμως, επιχειρηθούν απαντήσεις, οφείλουμε μια συνοπτική και ακριβή εικόνα του προβλήματος. Παρ΄ ότι η προσοχή όλων έχει εστιασθεί στις τεράστιες ζημιές των μεγάλων αμερικανικών και ελβετικών τραπεζών από την άμεση (μέσω δανειακών χορηγήσεων) είτε έμμεση έκθεσή τους, μέσω θέσεων σε ομόλογα τιτλοποιημένων δανείων και παράγωγα πιστωτικού κινδύνου επί τέτοιων δανείων (credit derivatives) στην αγορά στεγαστικών δανείων των ΗΠΑ, το πρόβλημα του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος είναι πολύ πιο σύνθετο και βαθύ. Κατά τον γράφοντα, και τελευταίως και κατά μερίδα κορυφαίων οικονομολόγων των ΗΠΑ, ο μεγαλύτερος από τους ελλοχεύοντες κινδύνους για το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα τοποθετείται στην τύχη των δανείων που έχουν παράσχει τα τελευταία χρόνια οι μεγάλες διεθνείς τράπεζες σε μεσαία και μεγάλα επενδυτικά κεφάλαια είτε αυτά ήταν κερδοσκοπικά hedge funds είτε private equity funds, που πολλές φορές πραγματοποιούσαν επενδύσεις με υψηλότατους δείκτες μόχλευσης, δηλαδή στην ουσία με δανεικά.
Ενας απίστευτος φαύλος κύκλος απειλεί να ανοιχθεί μπροστά μας. Η μη εξυπηρέτηση των μεγάλων πιστώσεων προς τα διεθνή επενδυτικά κεφάλαια, συνήθως εξωχώριες εταιρείες που δεν υπόκεινται σε κανέναν εποπτικό έλεγχο, αποτελεί το πιο εφιαλτικό απ΄ όλα τα πιθανά και άκρως ρεαλιστικά σενάρια. Οι κίνδυνοι που μετέφεραν αρχικά τα διεθνή πιστωτικά ιδρύματα στα επενδυτικά κεφάλαια είτε μέσω πωλήσεων ομολόγων τιτλοποιημένων δανείων είτε μέσω απόκτησης θέσεων σε παράγωγα πιστωτικού κινδύνου, επιστρέφουν τώρα στα μέλη του πιστωτικού συστήματος, αυξάνοντας την αστάθειά τους. Λόγω του πολύ μεγάλου ύψους των θέσεων αυτών μια τέτοια εξέλιξη δημιουργεί πολύ σοβαρές προϋποθέσεις συστημικής κατάρρευσης.
Ακόμη χειρότερη είναι βέβαια η κατάσταση των εξειδικευμένων ασφαλιστικών εταιρειών που ασφάλιζαν τον πιστωτικό κίνδυνο των αγοραστών των τιτλοποιημένων δανείων. Οι κυριότεροι μέτοχοι αυτών των εταιρειών είναι επίσης οι μεγάλες αμερικανικές τράπεζες, οι οποίες προσπαθούν απεγνωσμένα τον τελευταίο καιρό να τις σώσουν από βέβαιη χρεοκοπία. Χαρακτηριστικά υπολογίζεται πως οι συνολικές ζημιές των αμερικανικών τραπεζών από την κτηματαγορά των ΗΠΑ θα φθάσουν στα 600-800 δισ. δολάρια και σε αυτά ίσως προστεθούν ακόμη 200-300 δισ. από τη χρεοκοπία των προαναφερόμενων ασφαλιστικών εταιρειών. Δηλαδή συνολικά περίπου το ένα τρίτο του ετήσιου κόστους του πολέμου στο ΙΡΑΚ.
Αν, όμως, η κρίση επεκταθεί στις πιστωτικές χορηγήσεις και στις επενδυτικές θέσεις των μεγάλων διεθνών τραπεζών στα ως άνω επενδυτικά κεφάλαιακαι λόγω της κρίσης στην πραγματική οικονομία- τότε οι ζημιές των αμερικανικών τραπεζών και μόνο θα ξεπεράσουν τα 3 τρισ. δολάρια.
Πώς οδηγηθήκαμε στην κρίση
Για τους περισσότερους αναλυτές, η γενεσιουργός αιτία της σημερινής κρίσης είναι οι άκρατες και αλόγιστες κερδοσκοπικές τάσεις που επικράτησαν στις αγορές τα τελευταία χρόνια. Βεβαίως αλόγιστη κερδοσκοπία και βαθιά κρίση το χρηματοπιστωτικό σύστημα των ΗΠΑ έχει γνωρίσει και άλλες φορές.
Το ίδιο ισχύει και με τα χρηματιστήρια, με πιο πρόσφατη αυτή της κατάρρευσης των εταιρειών νέας τεχνολογίας την περίοδο 2000-2002 και τα μεγάλα εταιρικά σκάνδαλα τύπου Εnron και WorldCom.
Ωστόσο αυτή τη φορά τα πράγματα είναι διαφορετικά. Τα «έξυπνα παιδιά» του χρηματιστηριακού καπιταλισμού παραβίασαν τον χρυσό κανόνα της επενδυτικής τραπεζικής που λέει πως η κερδοσκοπία πρέπει να αφορά τα χρήματα των άλλων, κανόνας πάνω στον οποίον τραπεζίτες όπως ο JΡ Μorgan έχτισαν την αυτοκρατορία τους. Και στοιχημάτισαν το «ίδιο τους το σπίτι». Δηλαδή τα κεφάλαια των τραπεζών στις οποίες δουλεύουν και τα χρήματα των καταθετών πάνω στα οποία στηρίζεται η αξιοπιστία τους, και όλα αυτά στη βάση της ασφάλειας που απολαμβάνουν λόγω της σιωπηρής εγγύησης των χρεών τους από τον φορολογούμενο. Από τις αρχές του 2002 τα στοιχήματα στα περιουσιακά στοιχεία της ίδιας της τράπεζας έγιναν το μόνο «νικηφόρο παιχνίδι» στο καζίνο των διεθνών αγορών. Ετσι στην περίπτωση των μεγάλων αμερικανικών τραπεζών, όπως η Citigroup και η Μorgan Stanley και των άκρως διεθνοποιημένων ελβετικών και άλλων ευρωπαϊκών τραπεζών, η άκρατη κερδοσκοπία επεκτάθηκε όχι μόνο σε βάρος των αγοραστών των αμφιβόλου αξίας επενδυτικών τίτλων, που αυτές δημιουργούσαν μέσω των τιτλοποιήσεων, αλλά και των ίδιων των εργοδοτών τραπεζών που ανελάμβαναν στην πορεία υπέρογκους αλλά καλά κρυμμένους μελλοντικούς κινδύνους. Τα επενδυτικά προϊόντα που δημιουργούσαν οι ευφυείς και άπληστοι εργαζόμενοι των μεγάλων επενδυτικών τραπεζών μπορεί να έφερναν μεγάλα κέρδη στις τράπεζες, ήταν όμως τόσο πολύπλοκα στην αρχιτεκτονική τους που ούτε οι ίδιες οι εργοδότριες τράπεζες δεν κατανοούσαν πλήρως τους κινδύνους που αναλάμβαναν. Πρόσφατα ο «αρχιερέας» της επενδυτικής τραπεζικής Χανκ Πόλσον, νυν υπουργός Οικονομίας των ΗΠΑ και πρώην πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της μεγάλης επενδυτικής τράπεζας Goldman Sachs, κατηγόρησε δημόσια τους πρώην συναδέλφους του για την προτίμησή τους να χρησιμοποιήσουν την απίστευτη εφευρετικότητα και τεχνογνωσία τους για να δημιουργήσουν εφήμερα κέρδη, που φέρνουν παχυλά bonus, μέσω της κατασκευής ιδιαίτερα περίτεχνων επενδυτικών προϊόντων τα οποία όμως βλάπτουν τη διαφάνεια και την αποτελεσματικότητα της αγοράς. Ομολογουμένως η πρακτική αυτή δεν φαίνεται να έχει ακολουθηθεί, τουλάχιστον σε ανησυχητικό βαθμό, από τις ελληνικές τράπεζες των οποίων τα κέρδη δείχνουν να προέρχονται από τα υπέρογκα επιτόκια των καταναλωτικών δανείων και πιστωτικών καρτών και την επέκταση της στεγαστικής πίστης. Οι ως άνω συμπεριφορές βέβαια αποτελούν τη μισή αλήθεια· η άλλη μισή βρίσκεται στην ανευθυνότητα των νομισματικών αρχών των ΗΠΑ. Είναι πλέον εμφανές ότι η πολιτική χαμηλών επιτοκίων του ανεκδιήγητου, κατά τον κορυφαίο οικονομολόγο του Πανεπιστημίου του Πρίνστον Πολ Κρούγκμαν, Αλαν Γκρίνσπαν, ενθάρρυνε την αλόγιστη πιστωτική επέκταση κυρίως μέσω ανεύθυνου δανεισμού προς τα χαμηλού εισοδήματος αμερικανικά νοικοκυριά και τα κάθε λογής επενδυτικά κεφάλαια με ουσιαστικά ανύπαρκτες εξασφαλίσεις. Το αποτέλεσμα της πολιτικής Γκρίνσπαν ήταν η δημιουργία μιας πολύ μεγάλης εκτάσεως και βάθους «φούσκας» στην κτηματαγορά των ΗΠΑ και η αλόγιστη επέκταση, στη βάση φθηνών πιστώσεων, των κάθε είδους διεθνών κερδοσκοπικών κεφαλαίων.
Δεδομένων των ως άνω διαπιστώσεων, η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα σε σχέση με τη στάση των εποπτικών αρχών- και φυλάκων του δημόσιου συμφέροντος- στα μεγάλα χρηματοοικονομικά κέντρα παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον:
Πρώτον είναι φανερό ότι η διεθνής εποπτική κοινότητα, αν δεν πιάστηκε κοιμώμενη, τουλάχιστον στηρίχθηκε σε ένα εν πολλοίς ελαττωματικό σύστημα εποπτικών εργαλείων, όπως τα πρότυπα κεφαλαιακής επάρκειας της Επιτροπής Τραπεζικής Εποπτείας της Βασιλείας στην οποία εκπροσωπούνται όλες οι κεντρικές τράπεζες των χωρών-μελών της Λέσχης των 8. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της ανεπάρκειας των προτύπων κεφαλαιακής επάρκειας της Επιτροπής της Βασιλείας αποτελεί η υιοθέτηση των προτύπων του πλαισίου της Βασιλείας ΙΙ από τη βρετανική τράπεζα Νorthern Rock, μετά την παροχή σχετικής άδειας από την FSΑ τον Ιούλιο του 2007. Δηλαδή δύο μήνες πριν από την κατάρρευσή της, η οποία οδήγησε στην κρατικοποίηση της χρεοκοπημένης τράπεζας τον Ιανουάριο του 2008. Μετά την υιοθέτηση των νέων προτύπων η ήδη προβληματική τράπεζα υπολόγισε ότι θα έχει πλεόνασμα εποπτικών κεφαλαίων για τα επόμενα 3-4 χρόνια. Ετσι αποφάσισε τη διανομή αυξημένου κατά 30% μερίσματος στους μετόχους της. Βεβαίως αυτή ήταν άλλη μία από τις καταστροφικές αποφάσεις που έλαβε η διοίκηση της Νorthern Rock, μιας και την ίδια εποχή τα κεφάλαια αυτά χρειάζονταν στην ίδια την τράπεζα όσο τίποτε άλλο.
Δεύτερον σε μεγάλο βαθμό οι εποπτικές αρχές αντικατέστησαν την αποτελεσματική εποπτεία με υπερεξάρτηση από τις διαβαθμίσεις πιστοληπτικής ικανότητας των εταιρειών Standard & Ρoor΄s, Μoody΄s, Fitch κ.ά., αγνοώντας το γεγονός ότι αυτές στην πλειονότητά τους ούτε ακριβείς μπορούσαν να είναι, λόγω μεθοδολογικών δυσκολιών, ούτε αντικειμενικές λόγω της σύγκρουσης συμφερόντων που εκ της θέσεώς τους ενσωματώνουν.
Τρίτον η βαθιά και αθεμελίωτη πίστη του Γκρίνσπαν στην ικανότητα της αγοράς να αυτοδιορθώνεται σήμαινε πως καμία σημαντική πρωτοβουλία δεν μπορούσε να αναληφθεί από τις εποπτικές αρχές των πολύ μεγάλων διεθνών χρηματοοικονομικών κέντρων. Ετσι δεν έκανε απολύτως τίποτε ώστε να ελεγχθούν, στη βάση ενός ορθολογικού ρυθμιστικού πλαισίου, οι ακραίες κερδοσκοπικές τακτικές οι οποίες οδήγησαν στην κρίση που ταλανίζει σήμερα τις αγορές. Οι ως άνω πράξεις και παραλείψεις εξασφαλίζουν στον Γκρίνσπαν, σύμφωνα με αμερικανούς οικονομικούς αναλυτές υψηλού επιστημονικού κύρους, τον τίτλο του χειρότερου κυβερνήτη της Fed στη σχεδόν εκατοντάχρονη ιστορία της κεντρικής τράπεζας των ΗΠΑ.
Ωστόσο η δαιμονοποίηση του Γκρίνσπαν απλώς προσφέρει ένα εύκολο εξιλαστήριο θύμα. Τούτο γιατί η στάση των εποπτικών αρχών και των κυβερνήσεων απέναντι στις ακραίες μορφές κερδοσκοπίας είναι θέμα γενικότερης πολιτικής φιλοσοφίας. Ελλείψει τέτοιας συνεκτικής πολιτικής από τις κυβερνήσεις των μεγάλων χωρών, τα αδιαμφισβήτητα σφάλματα του Γκρίνσπαν μεγεθύνονται και μεγάλες αλήθειες λησμονούνται. Για παράδειγμα, χωρίς διεθνή στήριξη από τις κυβερνήσεις των μεγάλων οικονομιών, ακόμη και αν η Fed και οι άλλες κεντρικές τράπεζες και εποπτικές αρχές κινούνταν για να περιορίσουν τις ακραίες κερδοσκοπικές πρακτικές, η προσπάθειά τους θα ήταν αναποτελεσματική σε μεγάλο βαθμό. Η σθεναρή αντίσταση που θα προέβαλαν τα πανίσχυρα συμφέροντα που συνδέονται με τις μεγάλες επενδυτικές τράπεζες και τα καλώς χρηματοδοτούμενα πολιτικά λόμπι στην Ουάσιγκτον, στο Λονδίνο και στις Βρυξέλλες θα ήταν αρκετή για να υπονομεύσει τέτοιες προσπάθειες.
Αν, όμως, η έκταση της τωρινής κρίσης και η γενεσιουργός αιτία της είναι όπως περιγράφηκαν ως άνω, τι μπορεί να γίνει από εδώ και πέρα για να αποφευχθεί η επανάληψη των ίδιων φαινομένων; Κατ΄ αρχάς είναι επιβεβλημένη η αναθεώρηση των Προτύπων Κεφαλαιακής Επάρκειας της Βασιλείας και η υποχρεωτική αύξηση των ιδίων κεφαλαίων των πιστωτικών ιδρυμάτων, που επίσης οδηγεί σε μείωση των δεικτών μόχλευσης για τα πιστωτικά ιδρύματα, περιορίζοντας τον κίνδυνο κατάρρευσης των τραπεζών. Δεύτερον, η επιστροφή στον διαχωρισμό των ιδρυμάτων που ασχολούνται με τη λήψη καταθέσεων και απολαμβάνουν τη σιωπηρή δημόσια εγγύηση των χρεών τους και αυτών που δραστηριοποιούνται στο πλαίσιο των επενδυτικών αγορών θα γίνεται αναπόφευκτη όσο όλο και περισσότερα χρήματα του αμερικανού φορολογούμενου θα χρειάζονται για να σώσουν τις τράπεζες της Wall Street από την επενδυτική τους αβελτηρία. Ο διαχωρισμός αυτός δεν μπορεί παρά να αποτελεί μια σύγχρονη και καλύτερα σχεδιασμένη εκδοχή του νόμου της προεδρίας Ρούσβελτ Glass Steagal 1933 (γνωστός και ως Τραπεζικός Νόμος του 1935). Τρίτον, η δημιουργία ενός υπεύθυνου και δεσμευτικού διεθνούς πλαισίου για την αδειοδότηση και λειτουργία των εταιρειών πιστοληπτικής αξιολόγησης είναι επιβεβλημένη και η ΕΕ πρέπει να κινηθεί άμεσα προς αυτή την κατεύθυνση με ψήφιση σχετικής νομοθεσίας με τη μορφή Κανονισμού. Τέταρτον, οι κυβερνήσεις των μεγάλων χωρών πρέπει να επανεξετάσουν την, καθόλου αθώα, πολιτική της τυφλής υποταγής στις δυνάμεις της αγοράς, αφού αυτές μπορούν να γίνουν πηγή τεράστιων προβλημάτων με πολύ μεγάλες επιπτώσεις για τα δημόσια οικονομικά και την πολιτική και οικονομική σταθερότητα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί εδώ η εκουσίως αφελής στάση της ελληνικής κυβέρνησης στο θέμα των δομημένων ομολόγων, όπου τα συνταξιοδοτικά ταμεία κινδύνεψαν να πέσουν θύματα των ιδιαιτέρως αρπακτικών πρακτικών των διεθνών επενδυτικών τραπεζών. Είναι κοινώς παραδεκτό ότι τα Ταμεία αντιμετώπισαν το φάσμα μεγάλων ζημιών λόγω της αγοράς προϊόντων τόσο «έξυπνων» που στην ουσία δεν ήταν δυνατή η τιμολόγησή τους.
Η αλλαγή της πολιτικής αυτής δεν σημαίνει βεβαίως υποτίμηση του σημαντικού ρόλου των σύγχρονων χρηματοοικονομικών αγορών για την κατανομή του πλούτου. Σηματοδοτείται, όμως, από την αδήριτη ανάγκη για τη δημιουργία ενός ορθολογικού διεθνούς πλαισίου εντός του οποίου θα λειτουργούν υπό τον έλεγχο των αρμόδιων εποπτικών αρχών οι διεθνείς επενδυτικές τράπεζες και τα διεθνή επενδυτικά κεφάλαια.
Οι ως άνω ριζικές παρεμβάσεις απαιτούν πολύ υψηλά πολιτικά ανακλαστικά και μεγάλες ταχύτητες στον σχεδιασμό και στην υλοποίησή τους διεθνώς. Η μόνη οδός για την υλοποίησή τους είναι η αλλαγή του τρόπου με τον οποίον οι κυβερνήσεις της Δύσης αντιμετωπίζουν τις αγορές. Είναι επιτακτική η συνειδητοποίηση εκ μέρους τους πως είτε οι χρηματοοικονομικές αγορές θα λειτουργούν εντός ενός αυστηρού πλαισίου το οποίο παράλληλα με το κέρδος θα εξασφαλίζει τη συστημική σταθερότητα και την οικονομική ανάπτυξη είτε η οικονομική ευημερία (και ηγεμονία) της Δύσης θα αποτελεί σύντομα μια γλυκιά ανάμνηση και πικρή υπόμνηση της δειλίας με την οποία αντιμετώπισαν το σημαντικότερο θέμα της εποχής οι πολιτικές ηγεσίες της Δύσης.
Ο Αιμ. Αυγουλέας είναι αν. Καθηγητής του Διεθνούς Χρηματοοικονομικού Δικαίου, Διευθυντής του Μεταπτυχιακού Προγράμματος Σπουδών στο Διεθνές Χρηματοοικονομικό Δίκαιο στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου του Μάντσεστερ.
