Το περασμένο Σαββατοκύριακο εκτυλίχθηκε στο Μανχάταν η τελευταία πράξη του δράματος της Lehman Brothers. Η ιστορική επενδυτική τράπεζα (είχε ιδρυθεί το 1850) βρισκόταν στην εντατική. Χτυπημένη από απώλειες 60 δισ. δολαρίων αναζητούσε επειγόντως ρευστότητα για να αποφύγει τη μοιραία κίνηση, το αίτημα για υπαγωγή στο άρθρο 11 του Πτωχευτικού Δικαίου των ΗΠΑ.
Οι σοφέρ δίπλα στις μαύρες λιμουζίνες που βρίσκονταν παρκαρισμένες κοντά στο κτίριο της κεντρικής τράπεζας της Πολιτείας της Νέας Υόρκης (μετέχει στη Fed), στο Μανχάταν, ήταν όσοι και οι κορυφαίοι τραπεζίτες που συνεδρίαζαν στο εσωτερικό της. Ορισμένοι από τους επισήμους που ανέμεναν οι οδηγοί κρατούσαν στα χέρια τους το μέλλον της Lehman Brothers. Ανάμεσά τους ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Χένρι Πόλσον, ο πρόεδρος της αμερικανικής Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (SEC) Κρίστοφερ Κοξ και βέβαια ο κεντρικός τραπεζίτης της Νέας Υόρκης Τίμοθι Γκέιθνερ. Οι τρεις άνδρες επικοινωνούσαν με τις κορυφαίες τράπεζες του πλανήτη και διερευνούσαν ποια από αυτές θα μπορούσε να στηρίξει τη Lehman Brothers προχωρώντας στην ενίσχυσή της με 35 δισ. δολάρια.
Ντυμένοι με ανοιχτά πουκάμισα και καμπαρντινέ παντελόνια τύπου «chino» (τη «χαλαρή» αμφίεση που επιτάσσει η μόδα των στελεχών για το Σαββατοκύριακο) οι ακριβοθώρητοι τραπεζίτες, υποψήφιοι σωτήρες της Lehman, έμπαιναν και έβγαιναν. Σχεδόν όλα τα ακριβοθώρητα στελέχη της Wall Street πέρασαν από εκεί. Ανάμεσά τους ο διευθύνων σύμβουλος της Morgan Stanley Τζον Μακ, το αφεντικό της Merrill Lynch Τζον Τέιν, ο διευθύνων σύμβουλος της Citigroup Βίλκραμ Πάντιτ, ο Λόιντ Μπλανκφάιν της Goldman Sachs και ο Τζέιμι Ντάιμον της JP Morgan Chase. Κλήθηκαν να εγγυηθούν για τα 85 δισ. δολάρια των πλέον επισφαλών τοποθετήσεων της Lehman, ώστε να αποφευχθεί το ξεπούλημα της επενδυτικής τράπεζας.
Το σχέδιο προέβλεπε πως είτε η Barclays είτε η Bank of America θα αγόραζαν τα εναπομείναντα ελκυστικά περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή την τράπεζα επενδύσεων. Η μοιρασιά ήταν έτσι σχεδιασμένη ώστε να αποφευχθεί το ενδεχόμενο πώλησης των περιουσιακών στοιχείων της Lehman στην αγορά ακινήτων σε πολύ χαμηλή τιμή. Μια χαμηλή αποτίμηση των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων θα είχε πολύ σοβαρές επιπτώσεις για την αξία των περιουσιακών στοιχείων που κατέχουν άλλες τράπεζες της Wall Street – συγκεκριμένα η Merrill Lynch.
Την περασμένη Κυριακή ένα από τα στελέχη των κορυφαίων τραπεζών που μπαινόβγαινε στη Fed μαζί με το αφεντικό του δήλωσε σε δημοσιογράφο των «Times» του Λονδίνου που τον περίμενε απ’ έξω: «Κανέναν από εμάς δεν τον αφήνουν να φύγει. Ημασταν όλοι εκεί χθες και θα είμαστε εδώ και σήμερα όλη μέρα». Η τελευταία πράξη του δράματος κράτησε δύο ημέρες, Σάββατο και Κυριακή, αλλά δεν έμελλε να οδηγήσει σε χάπι εντ.
Εδώ και καιρό οι ειδικοί αναλυτές θωρούσαν ότι η Lehman Brothers είναι η πιο ευάλωτη από τις τράπεζες της Wall Street, εξαιτίας της έκθεσής της σε τιτλοποιημένα χρέη της περιβόητης πλέον subprime αγοράς. Ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της επενδυτικής τράπεζας Ντικ Φουλντ προσπάθησε επανειλημμένα το τελευταίο δωδεκάμηνο να πείσει τους μετόχους της Lehman αλλά και τους παράγοντες της Wall Street ότι όλα πήγαιναν καλά.
Μετά την κατάρρευση της Bear Stearns τον περασμένο Φεβρουάριο ο Φουλντ μιλούσε συχνά στο τηλέφωνο με άλλους τραπεζίτες. Σε αυτές τις επαφές διαμαρτυρόταν συχνά και κατηγορούσε τους χρηματιστές των άλλων τραπεζικών ομίλων ότι διέδιδαν φήμες που έβλαπταν το κύρος της Lehman και έριχναν τις μετοχές της. Χαρακτήριζε μάλιστα «αστειότητες» τις πληροφορίες ότι η τράπεζά του αντιμετωπίζει πρόβλημα ρευστότητας. Εκτός από τις ιδιωτικές συνομιλίες, διέψευδε συστηματικά τις πληροφορίες και στις δημόσιες δηλώσεις του, δηλώσεις που είχαν στόχο να καθησυχάσουν τους μετόχους.
Ωστόσο το τελευταίο δεκαήμερο ο Φουλντ αδυνατούσε πια να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα και να συγκρατήσει την κατρακύλα. Την Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου, λίγες ημέρες πριν από το μεγάλο κανόνι, κρατικά ελεγχόμενη κορεατική τράπεζα, η Korea Development Bank, επιβεβαίωσε τη διακοπή των συνομιλιών για την κεφαλαιακή ενίσχυση της Lehman Brothers. Οι μετοχές της επενδυτικής τράπεζας – είχαν ήδη χάσει το 90% της αξίας τους από την αρχή του έτους – σημείωσαν νέα υποχώρηση 47%. Οι πάντες στη Wall Street κατάλαβαν ότι η Lehman δεν είχε πιθανότητες επιβίωσης.
Ο Φουλντ επέσπευσε κατά μία εβδομάδα την ανακοίνωση των οικονομικών αποτελεσμάτων του τρίτου τριμήνου και προσπάθησε να πείσει σε τηλεδιάσκεψη τους αναλυτές ότι κρατάει γερά το τιμόνι του επενδυτικού κολοσσού και ότι μπορεί να τον οδηγήσει σε ήρεμα νερά. Εκτιμούσε δηλαδή ότι παρά τις νέες διαγραφές αξιών 3,9 δισ. δολαρίων και τις απώλειες τριμήνου 2 δισ. δολαρίων οι συνομιλητές του θα συμμερίζονταν την αισιοδοξία του. Κανένας δεν τον πίστεψε. Ενας από τους τραπεζίτες που άκουσε τα λεγόμενά του σχολίασε: «Σε εκείνη την τηλεδιάσκεψη η φωνή του ακουγόταν σπασμένη, ποτέ δεν τον είχα ξανακούσει έτσι. Μιλούσε εντελώς μηχανικά».
* Η αντίστροφη μέτρηση
Ως την Πέμπτη ο Φουλντ προσπάθησε απεγνωσμένα να πουλήσει τη Lehman Brothers. Κατά τραγική ειρωνεία ο ίδιος άνθρωπος ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Ομόσπονδης Τράπεζας της Νέας Υόρκης (μετέχει στη Fed), η οποία μελετούσε το σχέδιο σωτηρίας της τράπεζας. Αγνωστο παραμένει πόσοι χρηματοπιστωτικοί όμιλοι δελεάστηκαν εκείνα τα κρίσιμα εικοσιτετράωρα. Προς τα έξω εμφανίστηκε ως ενδιαφερόμενη μια κοινοπραξία της Bank of America με τον όμιλο JC Flowers και το κρατικό επενδυτικό ταμείο της Κίνας China Investment Corporation. Παράλληλα η επενδυτική τράπεζα Goldman Sachs εξέταζε τα περιουσιακά στοιχεία της Lehman στον κλάδο των εμπορικών ακινήτων. Στη λίστα προσετέθη και ο διευθύνων σύμβουλος της Barclays Τζον Βάρλι, ενώ ο επικεφαλής του επενδυτικού κλάδου της βρετανικής τράπεζας Μπομπ Ντάιαμοντ εφέρετο επίσης ως ενδιαφερόμενος.
Μετά το κλείσιμο της Wall Street την Παρασκευή 12 Σεπτεμβρίου, ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ πήρε την κατάσταση στα χέρια του. Σύμφωνα με τα λεγόμενα προσώπου που βρισκόταν πολύ κοντά σε έναν από τους υποψήφιους αγοραστές, ο Χένρι Πόλσον ήταν πεπεισμένος ότι η Lehman δεν θα μπορούσε να συνεχίσει την πορεία της με την ίδια μορφή μετά το άνοιγμα των αγορών το πρωί της Δευτέρας 15 Σεπτεμβρίου. Η συγκεκριμένη πηγή δήλωσε στους «Times» του Λονδίνου: «Ο κ. Πόλσον φοβόταν ότι αν μια συμφωνία ή ένα σύνολο επιμέρους ενεργειών δεν είχε εξασφαλιστεί ως την Κυριακή το απόγευμα, η αβεβαιότητα για την τύχη της Lehman, τους πελάτες και τους πιστωτές της θα μπορούσε να πυροδοτήσει πανικό στους ιάπωνες χρηματιστές που την ίδια ώρα θα πήγαιναν για δουλειά στο χρηματιστήριο του Τόκιο».
Ενας τραπεζίτης που παρακολουθούσε τις κρίσιμες συνομιλίες του περασμένου Σαββατοκύριακου μέσα στο κτίριο της Κεντρικής Τράπεζας της Πολιτείας της Νέας Υόρκης περιέγραψε το κλίμα: «Υπήρχε ένα πολύ μικρό παράθυρο ευκαιρίας. Ο Πόλσον είχε στόχο να τελειώσουν όλα ως την Κυριακή το βράδυ. Ομως ήταν πολύ δύσκολο να επιτευχθεί. Χρειαζόταν τεράστια προσπάθεια σε πολύ περιορισμένο χρονικό διάστημα για να εξασφαλίσεις μια υπογραφή σε ένα συμβόλαιο».
Ο μαραθώνιες διαβουλεύσεις του Σαββάτου έληξαν δίχως αποτέλεσμα. Οι δύο βασικοί πρωταγωνιστές, οι κκ. Πόλσον και Γκέιθνερ, ήθελαν να εφαρμόσουν το σχέδιο διαχωρισμού της Lehman σε δύο ή τρία ξεχωριστά κομμάτια. Σε ένα από αυτά θα φόρτωναν τις ζημιογόνες επενδύσεις, συμπεριλαμβανομένων των τοποθετήσεων 85 δισ. δολαρίων στην αγορά ακινήτων. Το δεύτερο κομμάτι θα περιελάμβανε την επενδυτική τράπεζα και το τρίτο την προσοδοφόρο θυγατρική της Lehman στον τομέα της διαχείρισης διαθεσίμων, Neuberger Berman. Ωστόσο οι υποψήφιοι αγοραστές αντιμετώπισαν τη σταθερή άρνηση τόσο της Fed όσο και του υπουργείου Οικονομικών να ξοδέψουν χρήματα των φορολογουμένων για να υποβοηθήσουν μια ενδεχόμενη συμφωνία, και έτσι ο ένας μετά τον άλλον έκαναν πίσω… Η κίνηση της τελευταίας στιγμής δεν έγινε ποτέ. Οι αγορές «ξύπνησαν» τη Δευτέρα με τα νέα της πτώχευσης της Lehman Brothers αλλά και της σωτηρίας της Merrill Lynch στο «παρά πέντε», με την πώλησή της στην Bank of America.
Δάκρυα, χαρτόκουτες και αλκοόλ στο κέντρο του Μανχάταν
Από νωρίς το πρωί της Δευτέρας υπάλληλοι στα γραφεία της Lehman Brothers σε όλον τον κόσμο άρχιζαν να αδειάζουν τα γραφεία τους και να τοποθετούν σε χαρτόκουτες τα προσωπικά τους αντικείμενα. Οι 25.000 εργαζόμενοι της τράπεζας επενδύσεων αγωνιούσαν για το αν θα πληρώνονταν τον μισθό του μήνα και προετοιμάζονταν για την αναζήτηση νέας επαγγελματικής στέγης. Εξω από τα ιδιόκτητα γραφεία της Lehman στο κέντρο του Μανχάταν – τα προηγούμενα καταστράφηκαν κατά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου του 2001 στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου (World Trade Center) – στελέχη της τράπεζας συνομιλούσαν με «κυνηγούς κεφαλών» από τα κινητά τους τηλέφωνα. Επικρατούσε βιασύνη. Το νέο της χρεοκοπίας είχε διαδοθεί από στόμα σε στόμα και υπήρχε ο φόβος ότι την επομένη θα τους κλείδωναν απέξω και δεν θα μπορούσαν να πάρουν ούτε τα πράγματά τους. Συνάδελφοι αγκαλιάζονταν συγκινημένοι και προσπαθούσαν να αποφύγουν τις κάμερες και τα μικρόφωνα των τηλεοπτικών δικτύων. Οι πιο ψύχραιμοι ακουμπούσαν για λίγο στον δρόμο την κούτα με τα προσωπικά τους αντικείμενα και έκαναν δηλώσεις στους δημοσιογράφους. Η εικόνα ήταν αντίστοιχη έξω από τα γραφεία της Lehman στο Παρίσι. Οι 150 υπάλληλοι έμπαιναν με άδειες χαρτόκουτες και έβγαιναν φορτωμένοι με τα προσωπικά τους αντικείμενα.
Στο Κάναρι Γουόρφ, στο οικονομικό κέντρο του Λονδίνου, υπάλληλοι της Lehman στέκονταν μουδιασμένοι έξω από το κτίριο των γραφείων. Συνολικά 5.000 έχασαν τη δουλειά τους στη Βρετανία. Δεν τους δόθηκε καμία εγγύηση για τα δεδουλευμένα και βέβαια ούτε λόγος για αποζημιώσεις ή για συνταξιοδοτικά δικαιώματα. Το αλκοόλ έρρεε άφθονο στις κοντινές παμπ όπου συγκεντρώνονταν συνάδελφοι για να συνειδητοποιήσουν τι συνέβη. Αυτοί, και πολλοί ακόμη από τους υπαλλήλους της τράπεζας σε ΗΠΑ και Ευρώπη, είχαν αγοράσει σπίτια και καταναλωτικά αγαθά με δάνεια. Η εγγύηση για αυτά τα δάνειά τους ήταν οι μετοχές – stock options – της Lehman Brothers. Κάποτε χάρη σε αυτές θεωρούνταν εκατομμυριούχοι. Στα χαρτιά. Τώρα τους απέμεναν μόνο χρέη.
