Ο πήχης έχει τω όντι τοποθετηθεί ψηλά: Τριάντα χιλιάδες θεατές φιλοδοξεί να προσελκύσει η Εθνική Λυρική Σκηνή με τις έξι, συνολικά, παραστάσεις της «Τουραντότ» στο Ηρώδειο, ενταγμένες στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Προκειμένου να κερδηθεί το «στοίχημα», η Ρενάτα Σκότο – μια από τις κορυφαίες υψιφώνους της γενιάς της η οποία εδώ και 22 χρόνια έχει «περάσει» και στον χώρο της σκηνοθεσίας – υπόσχεται να δώσει τον καλύτερο εαυτό της. Ο Πουτσίνι άλλωστε – τα 150 χρόνια από τη γέννησή του τιμώνται εφέτος διεθνώς – της Τουραντότ είναι ένας από τους αγαπημένους της συνθέτες από κοινού με τον Βέρντι, τον Μπελίνι και τον Ντονιτσέτι.
«Σε ό,τι αφορά τον Πουτσίνι, έχω τραγουδήσει σχεδόν ό,τι έχει γράψει για τη φωνή μου» εξηγεί η ιταλίδα καλλιτέχνις και συνεχίζει: «Ιδιαιτέρως αγάπησα τη “Μανόν Λεσκό”. Τη Λιου της Τουραντότ, είναι αλήθεια, την τραγούδησα μόνο μία φορά, τη φήμη μου σε αυτόν τον ρόλο την οφείλω στον δίσκο που έκανα με τον Κορέλι και τη Νίλσον. Τα θέατρα, βλέπετε, με προτιμούσαν για άλλους ρόλους, όπως η Τραβιάτα, η Λουτσία, η Αμίνα, και έτσι η Λιου έμενε πάντα στη γωνία. Αναφορικά με τη σκηνοθεσία, έχω ήδη ασχοληθεί με την “Τόσκα”, την “Μπατερφλάι”, την “Μποέμ”. Η “Τουραντότ” είναι η τέταρτη όπερα που σκηνοθετώ και βρίσκω πως έχει μεγάλο ενδιαφέρον το να την προσεγγίζεις από άλλη οπτική γωνία. Ως τραγουδίστρια ήμουν πάντα εγώ και ο σκηνοθέτης, εγώ και ο μαέστρος, εγώ και ο συμπρωταγωνιστής ή οι συμπρωταγωνιστές μου. Πάντοτε, δηλαδή, λειτουργούσα σε σχέση με κάποιον άλλον. Τώρα, είμαι υποχρεωμένη να λειτουργήσω σε σχέση με όλους».
Η Ρενάτα Σκότο έχει βρεθεί αρκετές φορές στη χώρα μας είτε ως τραγουδίστρια (Αθήνα, Επίδαυρος, Πάτρα) είτε ως σκηνοθέτις (Θεσσαλονίκη). Εν προκειμένω, εν τούτοις, δεν κρύβει το άγχος και την αγωνία της. «Πρόκειται για ένα εγχείρημα δύσκολο, γιατί είναι δύσκολο το ίδιο το θέατρο, δεν έχει βάθος. Προκειμένου να αντιμετωπίσουμε το θέμα αυτό, κάναμε ειδική δουλειά με τον σκηνογράφο, τον Κάρλο Ντιάπι, και νομίζω πως θα έχουμε ένα καλό αποτέλεσμα. Είμαι πολύ τυχερή γιατί, πέρα από τη δυνατότητα των πολλών προβών που μου δόθηκε, έχω στη διάθεσή μου δύο καταπληκτικές διανομές. Στον ρόλο της Τουραντότ, ιδιαιτέρως, θα δούμε δύο θαυμάσιες υψιφώνους, τόσο από πλευράς φωνής και τεχνικής όσο και από πλευράς εμφάνισης». Η εμπειρία της στο τραγούδι τη βοηθάει, άραγε, στη σκηνοθεσία;
«Μου είναι χρήσιμη από την άποψη ότι γνωρίζω μουσική και από αυτή την άποψη, ξέρω πώς να κινήσω επί σκηνής τον κόσμο. Μην ξεχνούμε πως στην περίπτωση της “Τουραντότ” μιλάμε για 200 άτομα. Ως εκεί όμως. Στο ίδιο το τραγούδι των συναδέλφων, δεν μπορώ, ασφαλώς, να υπεισέλθω… Είμαι τυχερή γιατί εν προκειμένω έχουν εμπιστοσύνη στην κρίση μου…».
Τι είδούς παράσταση θα δούμε στ’ αλήθεια; «Θα έλεγα πως πρόκειται για ένα θέαμα που δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη μουσική και στις φωνές. Ως γνωστόν ο Πουτσίνι δεν κατάφερε να ολοκληρώσει την «Τουραντότ», τον πρόλαβε ο θάνατος, τον Νοέμβριο του 1924. Στην προκειμένη περίπτωση επέλεξα το φινάλε του Αλφάνο καθώς είναι γνωστότερο από εκείνο του Μπέριο. Η βασική μου φιλοσοφία έχει να κάνει με την αντίθεση ανάμεσα στο ρεαλιστικό, το ανθρώπινο, όπως αυτό εκπροσωπείται από τον Τιμούρ, τη Λιου και τον λαό, και στον θρύλο, το παραμύθι που αντιπροσωπεύουν η Τουραντότ και ο Καλάφ. Η ηρωίδα του τίτλου είναι ένα πλάσμα που σχεδόν δεν υπάρχει, δεν μπορείς να το αγγίξεις… Οσο για το τέλος, έχω μια ιδέα την οποία δεν θα ήθελα να αποκαλύψω. Ας μείνει ένα ακόμη “αίνιγμα” που θα λυθεί την ημέρα της πρεμιέρας. Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι, με δεδομένο πως έχουμε να κάνουμε με ένα θέατρο 5.000 θέσεων, θέλω να κάνω το κοινό να συμμετέχει στην παράσταση…».
Στο παραπάνω πλαίσιο, θεωρεί ότι ο σκηνοθέτης είναι ο σημαντικότερος άνθρωπος σε μια παραγωγή; «Οχι, καθόλου δεν έχω αυτή την αίσθηση» απαντά η Ρενάτα Σκότο. «Αν μάλιστα μιλάμε για ένα μεγάλο θέαμα, όπως αυτό που έχουμε μπροστά μας, όλοι οι συντελεστές είναι σημαντικοί. Ιδιαιτέρως θα ήθελα να σταθώ στους τραγουδιστές. Σκοπός μου είναι να τους δημιουργήσω συνθήκες τέτοιες ώστε να αισθανθούν άνετα, να μην πιεστούν. Οσο χαρισματικός και αν είναι ένας σκηνοθέτης, αν στη διάθεσή του δεν έχει μια καλή Τουραντότ, μια καλή Λιου και έναν καλό Καλάφ, η παράσταση δεν μπορεί να είναι επιτυχημένη…».
Η Ρενάτα Σκότο δεν θα χαρακτήριζε ακριβώς κλασική την παράσταση που ετοιμάζει για το Ηρώδειο. «Εχει όλα τα στοιχεία του μεγάλου θεάματος, τα κοστούμια, τα χρώματα, τα φώτα, όλα αυτά δηλαδή που δημιουργούν ένα περιβάλλον ρομαντικό και κομψό. Εχει, βεβαίως, και κάποια στοιχεία στυλιζαρισμένα. Ωστόσο, οι πολύ μοντέρνες παραστάσεις οι οποίες στερούν τη φινέτσα και την αρμονία από ένα έργο, δεν θα έλεγα ότι με αντιπροσωπεύουν. Βρίσκω πως είναι εναντίον της ίδιας της μουσικής…».
Στο Πεκίνο της εποχής των μύθων…
Ηταν Μάρτιος του 1920 όταν στη διάρκεια ενός γεύματος με τους συγγραφείς Τζιουζέπε Αντάμι και Ρενάτο Σιμόνι ο Πουτσίνι αποφάσιζε επιτέλους το θέμα της νέας του όπερας, έπειτα ένα μεγάλο διάστημα άκαρπων προσπαθειών. Εν προκειμένω, ωστόσο, η «Τουραντότ», το γνωστότερο, ίσως, έργο του Κάρλο Γκότσι, ιταλού συγγραφέα του 18ου αιώνα, έδειχνε να έχει δυνατότητες. Σε αντίθεση πάντως με προηγούμενες απόπειρες, οι προσπάθειες του Πουτσίνι και των συνεργατών του να δημιουργήσουν μια όπερα βασισμένη στο εν λόγω «κινέζικο τραγικο-κωμικό παραμύθι» εστιάστηκαν στο να «εκμοντερνιστούν και να φυσήξει ανθρώπινη πνοή στις παλιές “χαρτονένιες” φιγούρες». Παράλληλα, θέλησαν να κρατήσουν κάποια στοιχεία της commedia dell’ arte, από σεβασμό στον πρωτότυπο χαρακτήρα του έργου του Γκότσι.
Η υπόθεση εκτυλίσσεται σε τρεις πράξεις και τοποθετείται στο Πεκίνο, την εποχή των μύθων. Η πριγκίπισσα της Κίνας Τουραντότ έχει θέσει ως όρο ότι θα δοθεί σε εκείνον που θα καταφέρει να λύσει τα τρία αινίγματά της. Αν όμως αποτύχει, τον περιμένει ο θάνατος. Παρά τη σκληρή δοκιμασία, πολλοί δοκιμάζουν την τύχη τους γοητευμένοι από την ομορφιά της πριγκίπισσας. Ανάμεσά τους, ο άγνωστος στη χώρα πρίγκιπας Καλάφ τον οποίο, εν τούτοις, αγαπά κρυφά η σκλάβα Λιου, που συνοδεύει τον τυφλό πατέρα του Τιμούρ, εξόριστο βασιλιά των Ταρτάρων. Ο Καλάφ καταφέρνει να λύσει τα αινίγματα αλλά καθώς η πριγκίπισσα αρνείται να υποκύψει, της θέτει με τη σειρά του ένα δικό του, ζητώντας της να βρει το όνομά του. Πανικός σκορπίζεται στον λαό του Πεκίνου: η Λιου βασανίζεται για να αποκαλύψει την ταυτότητά του, αλλά αυτοκτονεί χωρίς να πει λέξη. Ο Καλάφ και η Τουραντότ μένουν μόνοι: ο πρίγκιπας, καταλαβαίνοντας πως η άρνηση της ηρωίδας οφείλεται σε φόβο, τη φιλά αποκαλύπτοντας παράλληλα το όνομά του. Η Τουραντότ ανεβαίνει στον θρόνο και αναγγέλλει ότι βρήκε επιτέλους το όνομα του ξένου: είναι ο Ερωτας!
Η «Τουραντότ» παρουσιάζεται στις 1, 3, 5, 6, 7 και 8 Ιουνίου στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού. Τον ρόλο του τίτλου ερμηνεύουν οι υψίφωνοι Τζάνις Μπαΐρντ και Σουζάν Ρενέ Φόστερ. Ως Καλάφ εμφανίζονται ο Φράνκο Φαρίνα και ο Πιέρο Τζουλιάτσι, ενώ τη Λιου ενσαρκώνουν η Ελενα Κελεσίδη και η Ολγα Μικιτένγκο. Η Ρενάτα Σκότο υπογράφει τη σκηνοθεσία, ενώ την ευθύνη της μουσικής διεύθυνσης έχει ο Λουκάς Καρυτινός.
