Ηταν Παρασκευή 3 Νοεμβρίου 2007, λίγα λεπτά πριν από τις εννέα το βράδυ, όταν ο Γιάννης Χουβαρδάς υποδέχθηκε τον φίλο και συμμαθητή του, υπουργό Πολιτισμού, κ. Μιχάλη Λιάπη στην είσοδο του θεάτρου Ρεξ. Ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ. Κωστής Στεφανόπουλος είχε προηγηθεί, καθώς και ο πρώην υπουργός Πολιτισμού και νυν Βορείου Αιγαίου κ. Γιώργος Βουλγαράκης. Καθισμένοι όλοι στην πρώτη σειρά και με την πλατεία του θεάτρου γεμάτη, ανέμεναν την πρεμιέρα του «Εμπόρου του Λας Βέγκας», με την οποία σηματοδοτείται ουσιαστικά και η έναρξη της νέας εποχής του Εθνικού Θεάτρου.
Η αναμονή για το τρίτο κουδούνι ήταν εμφανής μαζί με την απορία «τι ακριβώς είναι ο “Εμπορος του Λας Βέγκας”;». Η απάντηση «πρόκειται για μια διασκευή του “Εμπόρου της Βενετίας” του Σαίξπηρ από τον βρετανό σκηνοθέτη Μαρκ φον Χένινγκ» δεν έμοιαζε να ικανοποιεί κανέναν. Η υπενθύμιση ότι «είχε συνεργασθεί με τον Χουβαρδά στο Αμόρε και είχε ανεβάσει το 2001 τον “Κυανοπώγωνα”» δεν ήταν διαφωτιστική – ή μήπως ήταν; Ούτε το πρόγραμμα, μια (υποθετική;) αλληλογραφία του Γιάννη Χουβαρδά με την απεσταλμένη της παράστασης (την ηθοποιό Φωτεινή Μπαξεβάνη) στο Λας Βέγκας, διευκόλυνε την κατάσταση. Περιέργεια και απορία. Λίγα λεπτά υπομονή…
Δύο ώρες αργότερα το κοινό αποχωρούσε από την αίθουσα αφού είχε χειροκροτήσει συγκρατημένα το θέαμα που είχε παρακολουθήσει. Μετά, στο φουαγέ, ανάμεσα σε ένα ποτήρι κρασί και σε ένα μεζεδάκι, ο απόηχος πρόδιδε την αμηχανία των θεατών, μια αμηχανία απέναντι σε ό,τι είχαν δει και μιαν άλλη που δεν τους άφηνε ελεύθερους να σχολιάσουν. Ο «Εμπορος» του Φον Χένινγκ δεν φάνηκε να πέρασε από τη σκηνή στην πλατεία, δεν φάνηκε να έπεισε, να ψυχαγώγησε. Ορισμένοι είχαν αποκοιμηθεί στο κάθισμά τους, οι περισσότεροι εξέφραζαν (ευγενικά) τη δυσφορία τους, ενώ δεν έλειψαν και εκείνοι που βρήκαν ενδιαφέρον το εγχείρημα. Μια πρώτη κουβέντα για τη συγκεκριμένη επιλογή της νέας ηγεσίας άρχισε το βράδυ της Παρασκευής. Ο χρόνος και οι πρεμιέρες που αναμένονται (και είναι πολλές) θα δώσουν μια πληρέστερη εικόνα…
Τι είχαμε δει στο ενδιάμεσο δίωρο; Τη μεγάλη σκηνή του Ρεξ να μένει ανεκμετάλλευτη στη δράση, αφού μια αναρτημένη οθόνη «έκοβε» το βάθος της, καθώς η επιγραφή «Las Vegas» μάς τοποθετούσε στον χώρο του τζόγου και στον χρόνο τού σήμερα. Πόρτες, πολλές, στους λευκούς τοίχους του σκηνικού, να ανοιγοκλείνουν σε ένα παιχνίδι ρόλων. Τους (καλούς) ηθοποιούς του θιάσου να υποκύπτουν στα σκηνοθετικά ευρήματα χωρίς να μπορούν να υποστηρίξουν την ερμηνεία τους. Υστερικές ή μεθυσμένες γυναίκες, άνδρες-καρικατούρες με ομοφυλοφιλικές νύξεις, έναν σακάτη δικηγόρο, έναν Σάιλοκ να μεταμορφώνεται σε Χίτλερ που σκοτώνει όλον τον θίασο, πλην του Αντόνιο, από τον οποίο ζητεί να τον πυροβολήσει, και, τέλος, τον Ελβις Πρίσλεϊ, το σύμβολο του Λας Βέγκας, να ερμηνεύει, ανάμεσα στα πτώματα το «Love me tender», το οποίο διεκόπη απότομα, μαζί με την παράσταση.
