Ποιος φοβάται το «βαθύ λαρύγγι»

δημοσιογραφία Ποιος φοβάται το «βαθύ λαρύγγι» Νέα στοιχεία για το σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ, τον ρόλο του Τύπου στην αποκάλυψή του και την προστασία των πηγών ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΠΑΠΑΡΣΕΝΟΥ Το μυστήριο του διασημότερου πληροφοριοδότη στην ιστορία της αμερικανικής δημοσιογραφίας, επτασφράγιστο μυστικό για 33 ολόκληρα χρόνια, λύθηκε πέρυσι την άνοιξη, όταν ο Τζον Ο'' Κόνορ, δικηγόρος του πρώην υπαρχηγού του FBI, Μαρκ

Ποιος φοβάται το «βαθύ λαρύγγι»

Το μυστήριο του διασημότερου πληροφοριοδότη στην ιστορία της αμερικανικής δημοσιογραφίας, επτασφράγιστο μυστικό για 33 ολόκληρα χρόνια, λύθηκε πέρυσι την άνοιξη, όταν ο Τζον Ο’ Κόνορ, δικηγόρος του πρώην υπαρχηγού του FBI, Μαρκ Φελτ, με άρθρο του στο περιοδικό «Vanity Fair», δημοσιοποίησε την ταυτότητα της μυστικής πηγής του Μπομπ Γούντγουορντ στο σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ. Ακολούθησε λίγο αργότερα το βιβλίο του Μπομπ Γούντγουορντ, «Ο Μυστικός Ανδρας», το οποίο εξιστορεί τη σχέση του με το «βαθύ λαρύγγι» και ο κύκλος των αποκαλύψεων έκλεισε εφέτος τον Απρίλιο με την έκδοση του βιβλίου του Μαρκ Φελτ και του Τζον Ο’ Κόνορ «H ζωή ενός πράκτορα».


H τύχη χαμογέλασε δύο φορές στον Μπομπ Γούντγουορντ. Οταν υπηρετούσε τη θητεία του ως αξιωματικός του Ναυτικού μετέφερε έγγραφα στον Λευκό Οίκο και εκεί το καλοκαίρι του 1969, περιμένοντας στον προθάλαμο ενός γραφείου, συνάντησε τυχαία έναν αξιωματούχο του FBI, τον Μαρκ Φελτ, που έμελλε να παίξει αργότερα καθοριστικό ρόλο στην επαγγελματική του σταδιοδρομία. Τρία χρόνια αργότερα, ενώ εργαζόταν ως άσημος αστυνομικός συντάκτης στην «Ουάσιγκτον Ποστ», εκλήθη να καλύψει τις πρωινές ώρες του Σαββάτου 17 Ιουνίου 1972 μια διάρρηξη στο κτίριο του Γουότεργκεϊτ, όπου στεγάζονταν τα γραφεία του Δημοκρατικού Κόμματος. Με τον συνάδελφό του Καρλ Μπερνστίν αποκάλυψε το σκάνδαλο, που δύο χρόνια αργότερα, τον Αύγουστο του 1974, εξανάγκασε σε παραίτηση τον πανίσχυρο πρόεδρο της Αμερικής, Ρίτσαρντ Νίξον, ο οποίος ενεργούσε σαν να ήταν υπεράνω των νόμων και του Συντάγματος.


Ενα συμβόλαιο τιμής


Ο Γούντγουορντ περιγράφει πώς επί 33 έτη σεβάστηκε ένα συμβόλαιο τιμής, να μην αποκαλύψει ποτέ την ταυτότητα του πληροφοριοδότη του, όσο ζούσε. Παράλληλα, αναφέρεται και στη στήριξη που αταλάντευτα έδωσαν η ιδιοκτήτρια της εφημερίδας Κάθριν Γκράχαμ και ο διευθυντής της Μπεν Μπράντλεϊ σε δύο νεαρούς συντάκτες, παρά τις έντονες πιέσεις και τις απειλές της κυβέρνησης Νίξον και τις αμφισβητήσεις εκ των έσω στο δημοσιογραφικό περιβάλλον. Περιγράφει ταυτόχρονα τα ηθικά διλήμματα που αντιμετώπιζε, τους κινδύνους που αναλάμβανε και τη γενναιότητα που επέδειξε ο υπαρχηγός του FBI, βοηθώντας έναν άπειρο συντάκτη να ακολουθήσει τον μίτο της Αριάδνης ως το τέλος, δηλαδή ως το Οβάλ Γραφείο. Για τον Γούντγουορντ, τα κίνητρα του Μαρκ Φελτ παραμένουν ακόμη και σήμερα αδιευκρίνιστα, αφού ποτέ δεν τα αποκάλυψε στον συγγραφέα. Ενιωθε πικραμένος γιατί ο Νίξον διόρισε αρχηγό του FBI τον Πάτρικ Γκρέι και όχι τον ίδιο, όταν τον Μάιο του 1972 πέθανε ο μέντοράς του και επί 48 έτη αρχηγός του FBI Εντγκαρ Χούβερ; Ή δεν ήταν διατεθειμένος να συναινέσει στην υπονόμευση του κύρους και της ανεξαρτησίας του FBI από την πολιτική παρέμβαση του Λευκού Οίκου, να παραβλέψει τις παρανομίες και την κατάχρηση εξουσίας που διαπίστωνε από μέσα; Ηταν ένας προδότης ή ένας πατριώτης; Αυτό το δίλημμα βασάνιζε συνέχεια τον ίδιο τον Φελτ, αλλά για την οικογένειά του, τον δικηγόρο του και για τον Γούντγουορντ ήταν ένας ήρωας, που υπερασπίστηκε την αλήθεια, την έννομη τάξη και τα καλώς εννοούμενα συμφέροντα της χώρας.


Στο βιβλίο του ο Γούντγουορντ περιγράφει και τις δικές του αγωνίες, τις ανασφάλειες και τα λάθη του όταν προσελήφθη στην εφημερίδα τον Σεπτέμβριο του 1971, σε ηλικία 28 ετών, με μισθό 660 δολ. τον μήνα για τη νυχτερινή αστυνομική βάρδια των 6 μ.μ.-2 π.μ. H απειρία του όμως αναπληρώθηκε γρήγορα από τη μεθοδικότητά του, την εργασιομανία, τη φιλοδοξία και τη συστηματική διεύρυνση των πηγών του, περιλαμβανομένου του Φελτ, ο οποίος την άνοιξη του 1972 του έδωσε την πληροφορία ότι ο αντιπρόεδρος Σπύρος Αγκνιου είχε δωροδοκηθεί με 2.500 δολάρια! Ο Γούντγουορντ δεν περιγράφει στο βιβλίο τι έψαχναν οι διαρρήκτες του Γουότεργκεϊτ. Σύμφωνα με την «ελληνική» εκδοχή αναζητούσαν επιβαρυντικά στοιχεία, τα οποία ο εξόριστος έλληνας δημοσιογράφος Ηλίας Δημητρακόπουλος είχε δώσει στο Δημοκρατικό Κόμμα σχετικά με τη χρηματοδότηση της προεκλογικής εκστρατείας του Νίξον με το ποσό των 549.000 δολαρίων από την ελληνική χούντα, μέσω της ΚΥΠ και του Τομ Πάππας. Μία εβδομάδα μετά τη διάρρηξη, στις 25 Ιουνίου 1972, ο Νίξον ζήτησε από τη CIA να πιέσει το FBI ώστε να περιορίσει την έρευνά του για τη διάρρηξη στο Γουότεργκεϊτ με τον ισχυρισμό ότι διακυβεύονταν εθνικά συμφέροντα των ΗΠΑ. Ο Φελτ υποπτευόταν από την αρχή ότι οι διαρρήκτες ήταν απλώς πιόνια μιας ευρύτερης συνωμοσίας που εκπορευόταν από υψηλότερα κλιμάκια, μέσα από τον ίδιο τον Λευκό Οίκο. Γνώστης όλων των λεπτομερειών της ανάκρισης, με μεταμεσονύκτιες συναντήσεις του με τον Γούντγουορντ σε ένα υπόγειο γκαράζ, επιβεβαίωνε τις πληροφορίες που συγκέντρωναν οι δημοσιογράφοι της «Ουάσιγκτον Ποστ» από άλλες πηγές ή έστρεφε τη δημοσιογραφική έρευνα προς τη σωστή κατεύθυνση, συμβάλλοντας καθοριστικά, ώστε τελικά να αποκαλυφθεί η αλήθεια.


Πρόσβαση στα αρχεία


H κυβέρνηση Νίξον κατηγορούσε την «Ουάσιγκτον Ποστ» ότι χρησιμοποιώντας ανώνυμες πηγές, φημολογίες, αναπόδεικτες καταγγελίες και τεράστια πρωτοσέλιδα επιχειρούσε δόλια να εμπλέξει τον Λευκό Οίκο στο σκάνδαλο του Γουότεργκεϊτ. Ο ίδιος ο Πρόεδρος και οι στενοί συνεργάτες του υποπτεύονταν τον Φελτ για τις διαρροές στον Τύπο, αλλά δίσταζαν να κινηθούν εναντίον του, γιατί γνώριζε πολλά με την πρόσβαση που διέθετε στα αρχεία του FBI και στις συνεχιζόμενες ανακρίσεις. Παρά τις δίκες των διαρρηκτών, ο Νίξον επανεξελέγη πανηγυρικά στις προεδρικές εκλογές του Νοεμβρίου 1972 και όταν ορκίστηκε για δεύτερη φορά Πρόεδρος της Αμερικής, τον Ιανουάριο του 1973, τίποτε δεν προμήνυε ότι η διάρρηξη του Γουότεργκεϊτ θα ενέπλεκε τον ίδιο και θα οδηγούσε στην παραίτησή του. H ειρωνεία της τύχης είναι ότι όταν ο Φελτ δικάστηκε το 1980 με την κατηγορία ότι την περίοδο 1966-1972 είχε εγκρίνει την παρακολούθηση αναρχικών στοιχείων από το FBI, ο Νίξον κατέθεσε ως μάρτυρας υπεράσπισης στη δίκη του και όταν ο πρόεδρος Ρίγκαν τον αμνήστευσε, τον Ιανουάριο του 1981, ο Νίξον του έστειλε μια σαμπάνια με την υπογραφή «H δικαιοσύνη τελικά θριαμβεύει». Αργότερα του πρόσφερε το βιβλίο του «Ο πραγματικός πόλεμος» με την αφιέρωση «Με εκτίμηση για τις πολυετείς υπηρεσίες σας στο έθνος».


Ο Γούντγουορντ συνάντησε ξανά τον Φελτ τον Φεβρουάριο του 2000, για πρώτη φορά μετά από 20 χρόνια, στη Σάντα Ρόζα της Καλιφόρνιας, ευγνώμων πάντα γιατί με προσωπικό κίνδυνο και πατρική στοργή τον καθοδήγησε στην αναζήτηση της αλήθειας, που έκαναν τον ίδιο και την εφημερίδα του σύμβολα της ανεξάρτητης δημοσιογραφίας. Σε ηλικία 86 ετών τότε και πάσχοντας από γεροντική άνοια, ο Φελτ δεν θυμόταν πολλά από τη ζωή του στην Ουάσιγκτον. Δύο άτομα ήταν χαραγμένα στη μνήμη του: ο Χούβερ και ο Γούντγουορντ. Το άλλο βιβλίο, των Φελτ και Ο’ Κόνορ, δεν αποκαλύπτει τίποτε ουσιαστικότερο από όσα είχε περιγράψει ενωρίτερα ο Γούντγουορντ για τις σχέσεις του με το «βαθύ λαρύγγι». Στα κίνητρα του υπαρχηγού του FBI κυριαρχούν η προστασία του κύρους της υπηρεσίας του και ο σεβασμός των νόμων, ενώ η εκτίμησή του στο πρόσωπο του Γούντγουορντ είναι απερίφραστη. Τελικώς για τον ίδιο και την οικογένειά του ήρθε η κάθαρση στη δύση της ζωής του. Είχε καθαρή τη συνείδησή του: Προσέφερε μεγάλη υπηρεσία στη χώρα του, αρνούμενος να αποσιωπήσει την κατάχρηση εξουσίας και την παραβίαση των νόμων και του Συντάγματος, από έναν Πρόεδρο που είχε ορκιστεί να τις υπερασπίζεται.


Ο κ. Αχιλλέας Παπαρσένος υπηρετεί ως σύμβουλος Τύπου στην ελληνική πρεσβεία της Ουάσιγκτον.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version