nbak@dolnet.gr
Ενας άντρας περπατάει στις όχθες του Λίγηρα. Πίσω του η απλωσιά του ποταμού και οι πυκνές φυλλωσιές του δάσους, απ’ όπου ξεπροβάλλει η κομψή σιλουέτα ενός ρομανικού καμπαναριού. Ο άντρας είναι ο Ζυλιέν Γκρακ, ο ερημίτης του Σεν-Φλοράν-Λε-Βιέιγ που πέθανε στις 22 Δεκεμβρίου 2007 σε ηλικία 97 ετών. Η φωτογραφία δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Le Nouvel Observateur (3 Ιανουαρίου 2008) και συμπυκνώνει τον κόσμο του γάλλου συγγραφέα· ο γενέθλιος χώρος, μια αυστηρή γεωγραφία σιωπής, ένας πριμιτιβισμός μέσα στον πολιτισμό, η απέραντη μνήμη των λέξεων και ταυτόχρονα η περιορισμένη περίμετρος των αναμνήσεων. Δεν τον ξέρουμε καλά τον Ζυλιέν Γκρακ στην Ελλάδα, αυτόν τον σιωπηλό συγγραφέα που μέσα στον 20όν αιώνα δημιούργησε ένα λογοτεχνικό σύμπαν ελεύθερο και ποιητικό, απαλλαγμένο από το άγχος των θεωριών, των τάσεων ή της αυτο-μυθοπλασίας, που τόσο ταλαιπωρεί συγγραφείς αλλά και αναγνώστες. Αποτραβηγμένος στο μικρό χωριό Σεν-Φλοράν-Λε-Βιέιγ στις όχθες του Λίγηρα, εκεί όπου γεννήθηκε, ο Γκρακ, που αρνήθηκε το βραβείο Γκονκούρ το 1951, έπλασε «μυστικά» ένα έργο γοητευτικό και στοχαστικό. Το πιο προσιτό από τα μυθιστορήματα του Γκρακ είναι Το μπαλκόνι στο δάσος (1958), που κυκλοφορεί τώρα στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ινδικτος σε μετάφραση της Ανθής Λεούση. Είναι πολύ επίκαιρο αυτό το βιβλίο. Στον καιρό του πολέμου, σ’ ένα προκεχωρημένο φυλάκιο στο πουθενά, στα δάση των Αρδεννών, η ζωή δημιουργεί τον δικό της συναισθηματικό θύλακο ασφαλείας ενώ γύρω τα πάντα καταρρέουν. Μέσα στο κλίμα των δικών μας ημερών, στον πολτό που μας τυλίγει, η λογοτεχνία προσφέρει γενναιόδωρα τα σωσίβια της φυγής.
Αλλη φωτογραφία. Ενα μπολ από πορσελάνη, ένα βάζο με κόκκινα χρυσάνθεμα κι ένα καπέλο. Φωτογραφία από το καφέ Martinho da Arcada της Λισαβόνας που την βλέπω στο βιβλίο Cafés Littéraires de France et d’Europe (Λογοτεχνικά Καφενεία της Γαλλίας και της Ευρώπης), ένα υπέροχο-βιβλίο ταξίδι που μου πρόσφεραν ως χριστουγεννιάτικο δώρο οι καλές νεράιδες του βιβλιοπωλείου Κάουφμαν, η Ρ. και η Ε. Το καπέλο της φωτογραφίας δεν είναι άλλο από το καπέλο του Φερνάντο Πεσόα, που η μορφή του στοιχειώνει αυτόν τον χώρο της λογοτεχνικής μνήμης. Κάθε βράδυ στις επτά ο Πεσόα ερχόταν σ’ αυτό το καφενείο και έγραφε. Σίγουρα εδώ θα έχει γράψει κάποιες από τις σελίδες του Βιβλίου της Ανησυχίας, που μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά, σε μετάφραση της Μαρίας Παπαδήμα, από τις εκδόσεις Εξάντας. Ενα συγκλονιστικό βιβλίο φτιαγμένο από 500 αποσπάσματα, ένας «οδηγός ζωής», η απλότητα της στοχαστικής σκέψης και η δύναμη της γραφής. «Να σβήνεις τα πάντα από τον πίνακα από τη μια μέρα στην άλλη, να είσαι νέος με κάθε νέο ξημέρωμα, σε μια διαρκώς ανανεούμενη παρθενικότητα της συγκίνησης – αυτό και μόνο αυτό, αξίζει τον κόπο να είμαστε ή να έχουμε, για να είμαστε ή να έχουμε αυτό που ατελώς είμαστε».
Αλήθεια, πόσοι μπορούμε να πούμε σήμερα ή να ανεχθούμε τη φράση του Πεσόα «συμπύκνωσα και περιόρισα τις επιθυμίες μου για να μπορέσω να τις κάνω πιο εκλεπτυσμένες»;
