Ο μεγάλος κατήφορος

Ο μεγάλος κατήφορος ΣΤ. ΕΥΣΤΑΘΙΑΔΗΣ Η ΕΚΘΕΣΗ του ΟΟΣΑ για το 1992 προέβλεπε ένα «αναπτυξιακό μέλλον για την Ευρώπη η οποία, παρά την τωρινή (1991) υποχώρηση των δεικτών παραγωγικότητας και θέσεων εργασίας, θα ξεχυθεί σε μια καλπάζουσα πορεία ανόδου όλων των τομέων της δημόσιας και ιδιωτικής δραστηριότητας». Προτού ακόμη περάσουν πέντε χρόνια η «καλπάζουσα πορεία ανόδου» είναι ένα ξεχασμένο όνειρο καθώς

Ο μεγάλος κατήφορος

Η ΕΚΘΕΣΗ του ΟΟΣΑ για το 1992 προέβλεπε ένα «αναπτυξιακό μέλλον για την Ευρώπη η οποία, παρά την τωρινή (1991) υποχώρηση των δεικτών παραγωγικότητας και θέσεων εργασίας, θα ξεχυθεί σε μια καλπάζουσα πορεία ανόδου όλων των τομέων της δημόσιας και ιδιωτικής δραστηριότητας». Προτού ακόμη περάσουν πέντε χρόνια η «καλπάζουσα πορεία ανόδου» είναι ένα ξεχασμένο όνειρο καθώς ο γενικός δείκτης της δημόσιας και ιδιωτικής δραστηριότητας έχει πέσει στο κατώτερο σημείο της τελευταίας δεκαπενταετίας ­ 67,1%, ακριβώς εννέα ποσοστιαίες μονάδες από τον δείκτη του 1992. Χειρότερα ακόμη, η εμπιστοσύνη των Ευρωπαίων προς την πολιτική τους ηγεσία έχει καταρρεύσει. Με εξαίρεση την Πορτογαλία και τη Φινλανδία, σε καμιά άλλη ευρωπαϊκή χώρα η δημοτικότητα των κυβερνητών της δεν έχει ξεπεράσει το 50% ­ μάλιστα σε χώρες όπως η Γερμανία, η Βρετανία και η Ιταλία οι επικεφαλής της κυβέρνησης είναι ανεκτοί μόλις από το ένα τρίτο ή και το ένα πέμπτο (Μέιτζορ) του ενεργού πληθυσμού. Ο συντηρητικός πολιτικός αρθρογράφος Ουίλιαμ Σαφάιρ, συνηθισμένος από τα σκαμπανεβάσματα της δημοτικότητας των αμερικανών προέδρων, εντυπωσιάστηκε από την έλλειψη λαϊκής υποστήριξης στην ευρωπαϊκή πολιτική ηγεσία και σημείωνε προ ημερών ότι όταν οι Νίξον, Κάρτερ και Μπους έπαυσαν να έχουν τη συμπάθεια του 35% των Αμερικανών κατέρρευσαν πολιτικώς και μαζί τους κατέρρευσε όλο το οικοδόμημα της πολιτικής ιδεολογίας που αυτοί εξέφραζαν.


Η έλλειψη εμπιστοσύνης και υποστήριξης προς την καθιερωμένη πολιτική ηγεσία δεν οφείλεται σε μια λογισμένη πολιτική είτε ιδεολογική μετατόπιση του πληθυσμού. Η πτώση της δημοτικότητας του Σιράκ και του Ζυπέ από το 55-50% στο 35-27% μέσα σε ενάμιση χρόνο δεν ακολουθήθηκε από ενίσχυση της δημοτικότητας των γάλλων σοσιαλιστών. Ούτε και η, λιγότερο θεαματική, μείωση της υποστήριξης των Γερμανών προς τον καγκελάριό τους ­ από 62% το 1996 σε 47% σήμερα ­ είχε ως επακόλουθο την άνοδο των σοσιαλδημοκρατών ή των φιλελεύθερων του Κίνκελ. Κάτι ανάλογο θα δει κανείς στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, με μοναδική εξαίρεση τη Βρετανία όπου και πάλι οι απώλειες των Συντηρητικών δεν είναι προς αποκλειστικό κέρδος των Εργατικών.


Το πολιτικό και (εν μέρει) ιδεολογικό κενό που δημιουργείται οδηγεί, όπως είναι επόμενο, σε μια άρνηση των καθιερωμένων αρχών που στις περισσότερες περιπτώσεις εκφράζεται ήδη με την επιβλητική άνοδο των ακροδεξιών κομμάτων. Απόδειξη, η εντυπωσιακή παρουσία των υπερσυντηρητικών στοιχείων στην Αυστρία και στην Ιταλία και η ακόμη πιο θεαματική διόγκωση του γαλλικού Εθνικού Μετώπου. Αν προσθέσουμε το πολιτικό χάος που επικρατεί στη Βουλγαρία, στην Αλβανία και σε όλες σχεδόν της χώρες που προέκυψαν από τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, δικαιολογείται η ανησυχία εκείνων που βλέπουν να «τρίζουν τα θεμέλια της δημοκρατικής Ευρώπης». Και φυσικά, αν συμπεριλάβουμε τη Ρωσία και τις νεοανεξάρτητες Δημοκρατίες της άλλοτε ΕΣΣΔ, έχουμε μια εικόνα της Ευρώπης που μόνο αισιοδοξία για το δημοκρατικό μέλλον της δεν μπορεί να εμπνεύσει.


Τροφοδότης αυτής της έλλειψης εμπιστοσύνης των Ευρωπαίων προς τις πολιτικές ηγεσίες των χωρών τους και της (αυτοκαταστροφικής) στροφής τους προς τα υπερσυντηρητικά κόμματα είναι η συνεχιζόμενη αύξηση της ανεργίας, που φυσικά έχει τις ρίζες της στην παγκοσμιοποίηση της οικονομίας, στην καθίζηση των παραγωγικών διαδικασιών, στην εισροή της νέας τεχνολογίας και στην αποτυχία όλων των εμβαλωματικών ημιμέτρων που ακολουθήθηκαν τα τελευταία χρόνια. Ας προστεθεί και η χωρίς προγραμματισμό «απορρόφηση» της Ανατολικής Γερμανίας από τη Δυτική, που όχι μόνο ανέκοψε αλλά και εκτροχίασε τη δυτικογερμανική παραγωγική μηχανή, και η ακόμη σοβαρότερη ­ πλην όμως ανομολόγητη στην Ευρώπη ­ υπεροχή των ΗΠΑ σε όλους σχεδόν τους τομείς της νέας τεχνολογίας και των επικοινωνιών που, μοιραία, οδηγούν σε μια βαθμιαία περιθωριοποίηση της Ευρώπης, καθώς πίεση ασκείται και από τις ανερχόμενες «παραγωγικές Εδέμ» της Απω Ασίας.


Οταν η μέση ανεργία στην Ευρώπη το 1993 είναι 8,3% (και στη Βρετανία, στη Γερμανία και στη Γαλλία δεν ξεπερνά το 4%), είναι δικαιολογημένος, ακόμη και ψυχολογικά, ο κοινωνικός σεισμός που σημειώνεται σήμερα όπου ο σχετικός δείκτης πλησιάζει το 12%, με τη Γερμανία και τη Γαλλία να φθάνουν σε επίπεδα ανεργίας η πρώτη της δεκαετίας του ’50 και η δεύτερη των τελευταίων προπολεμικών χρόνων! Φυσικά, οι κοινωνικές επιπτώσεις είναι αυτονόητες. Χώρες όπως η Ελβετία και η Ολλανδία, που φημίζονται για (δήθεν) κοινωνική απάθεια, βλέπουν απεργίες δεκάδων κλάδων να παραλύουν τις συγκοινωνίες τους, όταν οι γάλλοι τραπεζίτες προαγγέλλουν τη συγχώνευση (δηλαδή τη συρρίκνωση) του ενός τρίτου των πιστωτικών ιδρυμάτων της Ευρώπης ως το 2002· και όταν στην πρόσφατη συνάντηση των σοσιαλιστών στη Ρώμη ακούγεται ότι «ο αγωνιστικός συνδικαλισμός που γνωρίζαμε δεν αντέχει στις σημερινές πραγματικότητες», δικαιολογείται το γερμανικό «Spiegel» να έχει στο εξώφυλλό του την Ευρώπη με την κραυγή «Hilfe» («βοήθεια»).

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version