ΑΡΙΑΝ ΚΟΜΑΖΕΤΣ
Ο κροάτης «σούτινγκ γκαρντ» του Ολυμπιακού μιλάει για τον «Θρύλο» και την Κίντερ Μπολόνια, ενώ αποκαλύπτει τις προ πενταετίας σχέσεις του με τον Γκάλη και για ποιους λόγους έφυγε τότε από τον Παναθηναϊκό
ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ μικρό πράγμα να σε κυνηγά από μικρή ηλικία η φήμη ότι είσαι ο διάδοχος ενός πολύ μεγάλου αθλητή όπως ο Ντράζεν Πέτροβιτς. Η ψυχολογική πίεση γίνεται αφόρητη και οι ευθύνες αυξάνουν απότομα. Ο Αριαν Κόμαζετς ήρθε για πρώτη φορά στην Ελλάδα και τον Παναθηναϊκό πριν από πέντε χρόνια και όλοι τα περίμεναν όλα απ’ αυτόν. Εφυγε ως αποδιοπομπαίος τράγος για τη γειτονική Ιταλία όπου προσπάθησε να βρει τον καλό εαυτό του. Εφέτος επέστρεψε. Στόχος του, να αποδείξει ότι παραμένει ένας από τους κορυφαίους σκόρερ των ευρωπαϊκών γηπέδων. Ο Ολυμπιακός είναι το νέο καταφύγιό του.
Πάλι στα λημέρια μας λοιπόν. Το μόνο που φαίνεται να έχει αλλάξει ύστερα από 5 χρόνια είναι το χρώμα της φανέλας. Από πράσινο έγινε κόκκινο…
«Στον επαγγελματικό αθλητισμό τα χρώματα έχουν ελάχιστη σημασία. Εκείνο που προέχει είναι να σταθμίζεις τις προϋποθέσεις και να λαμβάνεις έγκαιρα τις κατάλληλες αποφάσεις».
Προτού αποφασίσετε να έρθετε στον Ολυμπιακό, είχατε πλησιάσει σε συμφωνία με την τουρκική Τόφας Μπούρσα. Ποιοι λόγοι έκλιναν υπέρ της τωρινής σας ομάδας;
«Ηταν πολύ σημαντικό ότι γνώριζα την Αθήνα. Για έναν καλαθοσφαιριστή που αλλάζει συχνά τόπο διαμονής είναι σημαντικό να επιστρέφει σε γνωστά μέρη. Μετά είναι το όνομα της ομάδας. Δεν υπάρχει παίκτης στην Ευρώπη που να μη γνωρίζει τον Ολυμπιακό. Εξάλλου, η συμμετοχή του στην Ευρωλίγκα αποτέλεσε επιπλέον κίνητρο. Οσο για τα χρήματα, θα ήταν ψέμα αν έλεγα ότι δεν έπαιξαν και αυτά τον ρόλο τους».
Ο Ντούσαν Ιβκοβιτς δεν έπαιξε τον ρόλο του;
«Η παρουσία του στον πάγκο του Ολυμπιακού ήταν το κλειδί για την οριστική απόφασή μου. Οταν μου τηλεφώνησε δεν είχα πολλά να σκεφτώ και η επιλογή μου ήταν ήδη ειλημμένη».
Μια και αναφερθήκατε στην πρόκληση της Ευρωλίγκας, ποια είναι η γνώμη σας για την πρώτη σας αντίπαλο Κίντερ Μπολόνια;
«Η Κίντερ είναι πολύ ισχυρή ομάδα και ένα από τα φαβορί για να κατακτήσει πάλι το κορυφαίο ευρωπαϊκό τρόπαιο. Από πέρυσι δεν άλλαξε σχεδόν καθόλου, διατηρώντας όλο το έμψυχο δυναμικό της. Μόνη απώλεια ήταν ο Ζόραν Σάβιτς, η απόδοση του οποίου στο περυσινό Φάιναλ Φορ ήταν καταλυτική για τη στέψη της σε πρωταθλήτρια Ευρώπης. Ο Ζάρκο Πάσπαλι που πήγε στην Μπολόνια μπορεί να καλύψει επάξια το κενό του λόγω της αδιαμφισβήτητης εμπειρίας του. Σπουδαίο πλεονέκτημα αποτελεί η παρουσία στον πάγκο της του Ετόρε Μεσίνα, ενός από τους πιο καταρτισμένους προπονητές στην Ευρώπη. Η ικανότητά του να εντάσσει τους σπουδαίους παίκτες που έχει στη διάθεσή του (όπως οι Πρέντραγκ Ντανίλοβιτς, Αντουάν Ριγκοντό) στο σύνολο, χωρίς να ακρωτηριάζει την ατομική πρωτοβουλία, είναι μοναδική».
Τι μπορεί να προσφέρει ο Αριαν Κόμαζετς στον Ολυμπιακό;
«Ο,τι μου ζητάει σε κάθε αναμέτρηση ο προπονητής μου. Ξέρω τον εαυτό μου και του έχω εμπιστοσύνη. Βέβαια, ο επιθετικός τομέας υπήρξε πάντα ο… έρωτάς μου. Η φιλοσοφία του μπάσκετ έχει όμως αλλάξει και δεν αρκεί να βάζεις καλάθια για να κερδίζεις. Πρέπει και να μην τα δέχεσαι».
Ο άλλος βασικός στόχος του Ολυμπιακού είναι το ελληνικό πρωτάθλημα. Μετά από πέντε χρόνια στην Ιταλία, διακρίνετε διαφορές ανάμεσα στα δύο πρωταθλήματα;
«Το ελληνικό πρωτάθλημα παρουσιάζει εντονότερο συναγωνισμό και γνωστά ονόματα του παγκοσμίου μπάσκετ αγωνίζονται στους ελληνικούς συλλόγους. Η διαφορά βρίσκεται κυρίως στον τρόπο έκφρασης των οπαδών. Οι φίλαθλοι εδώ ταυτίζονται παραπάνω απ’ ό,τι πρέπει με την ομάδα τους. Αισθάνονται ότι πρέπει να κάνουν τα πάντα για να κερδίσει ο σύλλογός τους. Στην Ιταλία υπάρχουν άλλα αθλήματα που είναι πιο δημοφιλή από το μπάσκετ με πρώτο το ποδόσφαιρο. Αυτό δεν σημαίνει ότι λείπουν τα φαινόμενα φανατισμού. Η σύγκρουση Κίντερ και Τιμσύστεμ στην Μπολόνια, σε όλα τα επίπεδα, από το οικονομικό ως το αγωνιστικό, δεν διαφέρει καθόλου από την αντίστοιχη ανάμεσα σε Ολυμπιακό και Παναθηναϊκό».
Περιμένετε με ιδιαίτερη αγωνία τον αγώνα εναντίον του Παναθηναϊκού;
«Δεν βλέπω τον Παναθηναϊκό παρά μόνο ως έναν ακόμη αντίπαλο. Η φιλολογία περί εκδίκησης δεν με αγγίζει».
Ο τρόπος όμως με τον οποίο εγκαταλείψατε τον Παναθηναϊκό δεν ήταν ο καλύτερος δυνατός…
«Θα ήθελα να ξεκαθαρίσω κάτι. Εγώ ήρθα στην Ελλάδα σε πολύ μικρή ηλικία και αντιμετώπισα μια πολεμική ατμόσφαιρα. Φαντασθείτε ότι οι οπαδοί της πρώτης ομάδας μου, της Ζάνταρ, θεωρούνταν οι πιο φανατικοί στην πρώην Γιουγκοσλαβία. Από την άλλη, υπήρχε μια φοβερή πίεση καθώς ο Παναθηναϊκός είχε τερματίσει μόλις όγδοος την προηγούμενη χρονιά και ο πρόεδρός του πραγματοποίησε ακριβές μετεγγραφές για να φέρει την ομάδα στην κορυφή. Βρέθηκα εν μέσω μιας πρωτοφανούς κατάστασης, η οποία με επηρέασε ψυχολογικά».
Η πλειονότητα των ελλήνων φιλάθλων αναρωτιέται ακόμη και σήμερα ποιες ήταν οι προσωπικές σας σχέσεις με τον Νίκο Γκάλη…
«Ο Γκάλης ήταν Γκάλης. Στην Ελλάδα ήταν ο πρώτος και δεν μπορούσα παρά να τον σέβομαι απεριόριστα. Η ακτινοβολία της προσωπικότητάς του υψωνόταν σαν σύννεφο πάνω από τους συμπαίκτες του. Ο επαγγελματισμός του ήταν κάτι το πρωτόγνωρο για εμένα και η σχέση μας δομήθηκε σε καθαρά επαγγελματικά πλαίσια».
Εκτός γηπέδου δεν είχατε καμία επαφή;
«Οχι, η σχέση μας ήταν αυστηρά αγωνιστική. Γράφτηκαν όμως πολλά και τα περισσότερα απέχουν πολύ από την πραγματικότητα. Το αποκορύφωμα ήταν ότι ήθελα να τον σκοτώσω. Είμαι πολύ συναισθηματικός αλλά σχιζοφρενής δεν είμαι!».
