Η Flaura Winston και η ερευνητική της ομάδα στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Pennsylvania εκπόνησαν μια πρωτοποριακή μελέτη σχετικά με το οξύ στρες σε γονείς και παιδιά (5-17 ετών) που έπεσαν θύματα τροχαίου. Τα συμπτώματα του στρες εντάσσονται σε τέσσερις κατηγορίες: αποσύνδεση από την πραγματικότητα, επαναβίωση της τραυματικής εμπειρίας, αποφυγή και υπερδιέγερση. Τα ευρήματα δείχνουν:
* 88% των παιδιών και 83% των γονιών ανέφεραν συμπτώματα έντονου στρες σε μία ή περισσότερες από τις τέσσερις κατηγορίες, επηρεάζοντας το 90% των οικογενειών.
* 28% των παιδιών και 23% των γονιών ανέφεραν τα συμπτώματα στρες και από τις τέσσερις κατηγορίες.
* Τα παιδιά ανέφεραν κυρίως συμπτώματα αποσύνδεσης από την πραγματικότητα (συναίσθημα πως ό,τι ζουν δεν είναι αληθινό, συναισθηματικό μούδιασμα).
* Περίπου το 1/3 των παιδιών που τραυματίστηκαν σωματικά και 15% των γονιών ανέπτυξαν διαταραχή μετατραυματικού στρες μετά το τροχαίο (η διάγνωση της οποίας γίνεται όταν τα συμπτώματα επιμένουν για περισσότερο από έναν μήνα).
Οταν ο άνθρωπος αισθάνεται ότι απειλείται, ο νους και το σώμα του θα ανταποκριθούν με προσαρμοστικό τρόπο, προκαλώντας αλλαγές στην κατάσταση εγρήγορσης (νοητική κατάσταση), στον τρόπο σκέψης (διανόηση) και στη φυσιολογία του σώματος (ταχυκαρδία, γρήγορη αναπνοή, έντονος μυϊκός τόνος). Για να καταλάβουμε πώς αντιδρούμε σε απειλητικά γεγονότα πρέπει να κατανοήσουμε ότι καθώς μεταβαίνουμε από το ένα σημείο στο άλλο στο συνεχές της εγρήγορσης – από την ήρεμη κατάσταση στην εγρήγορση, τον φόβο και τον πανικό – διαφορετικά μέρη του εγκεφάλου μας ελέγχουν και οργανώνουν τις διανοητικές και φυσικές λειτουργίες μας. Οσο πιο απειλημένοι αισθανόμαστε τόσο πιο «πρωτόγονες» (παλινδρόμηση σε προηγούμενα στάδια) γίνονται οι συμπεριφορές μας και ο τρόπος σκέψης μας. Οταν ένα παιδί έχει υποστεί ψυχικό τραύμα και βρίσκεται σε κατάσταση «ψυχικού συναγερμού» (π.χ. επειδή σκέφτεται το τραυματικό γεγονός), θα είναι λιγότερο ικανό για προσοχή και συγκέντρωση και θα δίνει μεγαλύτερη σημασία σε μη λεκτικά σήματα, όπως ο τόνος της φωνής, η στάση του σώματος και οι εκφράσεις του προσώπου. Κάτι τέτοιο έχει σημαντικές επιπτώσεις στην κατανόηση του τρόπου με τον οποίο ένα παιδί επεξεργάζεται, μαθαίνει και αντιδρά σε μια δεδομένη κατάσταση. Το κλειδί για να καταλάβουμε τα ψυχικά τραυματισμένα παιδιά είναι να θυμόμαστε ότι συχνά βρίσκονται σε μια κατάσταση φόβου χαμηλής έντασης και ότι αντιδρούν χρησιμοποιώντας είτε υπερδιεγερτική είτε αποσυνδετική προσαρμογή, οπότε οι συναισθηματικές, οι συμπεριφορικές και οι διανοητικές λειτουργίες τους θα αντανακλούν αυτή την κατάσταση (που συχνά είναι ενδεικτική μικρότερης ηλικίας).
Πώς να φερθούν γονείς και δάσκαλοι στα παιδιά που υπέστησαν ψυχικό τραύμα
Μη διστάζετε να μιλάτε για το τραυματικό γεγονός. Τα παιδιά δεν ωφελούνται από προτροπές «να μην το σκέφτεσαι» ή «βγάλ’ το από το μυαλό σου και ξέχνα το», όπως συχνά προτρέπουν οι ενήλικοι. Αν το παιδί αισθάνεται ότι οι ενήλικοι γύρω του είναι και αυτοί στεναχωρημένοι για το καταστροφικό γεγονός, θα προσπαθήσει να μην το αναφέρει, κάτι που, μακροπρόθεσμα, καθιστά την ψυχική ανάνηψη δυσκολότερη. Γονείς και δάσκαλοι θα πρέπει να ακούσουν τι έχει να πει το παιδί, να απαντήσουν στις απορίες του και να προσφέρουν ανακούφιση και υποστήριξη.
Διατηρήστε τη ρουτίνα. Η επιστροφή στο σχολείο θα είναι δύσκολη, παρά το γεγονός ότι θα έχουν μεσολαβήσει και οι διακοπές του Πάσχα. Θλίψη, πόνος, οδύνη, θυμός για την αδικία, φιλίες που διακόπηκαν, όλα αυτά θα μεταφερθούν στην τάξη. Οι δάσκαλοι θα πρέπει να τα λάβουν υπόψη και να δώσουν μια θέση στην έκφραση όλων αυτών των συναισθημάτων, ενώ ταυτόχρονα θα διατηρήσουν και το πρόγραμμα (με μειωμένες απαιτήσεις).
Διατηρήστε καλή επικοινωνία με το παιδί. Δώστε του κατάλληλες για την ηλικία του πληροφορίες. Οσα περισσότερα ξέρει το παιδί για το ποιος/πώς/πότε/γιατί σχετικά με τη λειτουργία του κόσμου των ενηλίκων τόσο ευκολότερο είναι να «βγάλει νόημα». Η απροβλεψιμότητα και η αβεβαιότητα είναι τα δύο πράγματα που θα προκαλέσουν περισσότερο φόβο, άγχος και συμπτώματα στο ψυχικά τραυματισμένο παιδί. Πέστε στο παιδί την αλήθεια, ακόμη και αν αυτό είναι συναισθηματικά δύσκολο.
Προσέξτε για την εμφάνιση συμπτωμάτων αναπαράστασης του τραυματικού γεγονότος (σε ζωγραφιές, γραπτό κείμενο, συμπεριφορές) ή για αποφυγή (κοινωνική απομόνωση, ονειροπόληση, κλείσιμο στον εαυτό), ή για φυσιολογική υπερ-αντιδραστικότητα (άγχος, προβλήματα στον ύπνο, παρορμητικότητα). Τα παιδιά που έχουν υποστεί ψυχικό τραύμα παρουσιάζουν κάποιον συνδυασμό αυτών των συμπτωμάτων στην οξεία μετα-τραυματική περίοδο.
Προστατέψτε το παιδί. Μη διστάσετε να περικόψετε ή να διακόψετε δραστηριότητες που στεναχωρούν το παιδί ή το ξανατραυματίζουν. Μειώστε τα ερεθίσματα που προκαλούν αυξημένο άγχος στο παιδί (π.χ. υπερβολική παρακολούθηση ειδήσεων ή ταινιών με σενάριο καταστροφής) και δώστε του άλλες διεξόδους.
Δώστε στο παιδί επιλογές και βοηθήστε το να αποκτήσει ξανά τον έλεγχο της ζωής του. Οταν το παιδί αισθάνεται ότι δεν ελέγχει τη ζωή του, επιδεικνύει περισσότερα συμπτώματα. Για να αποκτήσει ξανά το παιδί έλεγχο της ζωής του δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να δρα ασύδοτο, αλλά να γνωρίζει ποια είναι τα όρια (γονείς και δάσκαλοι θα πρέπει να τα τηρούν) και μέσα σε δεδομένο πλαίσιο να παίρνει αποφάσεις (π.χ. αν θα παρακολουθήσει τα μνημόσυνα των συμμαθητών του).
Οι τύψεις των επιζώντων
Ο όρος αυτός επινοήθηκε για να περιγράψει τα συναισθήματα των ατόμων που επέζησαν από μια καταστροφή η οποία προκάλεσε πολλαπλούς θανάτους. Πολλοί άνθρωποι ύστερα από ένα θανατηφόρο γεγονός αισθάνονται από τη μια ανακούφιση που γλίτωσαν και από την άλλη ενοχές που επέζησαν ενώ κάποιοι άλλοι σκοτώθηκαν. Η επίγνωση ότι οι ρόλοι θα μπορούσαν να είχαν αντιστραφεί μπορεί να προκαλέσει μεγάλο ψυχικό άχθος. Το άτομο αντί να νιώθει ευγνωμοσύνη για την καλή του τύχη αισθάνεται τύψεις που επέζησε και ότι η ζωή συνεχίζεται γι’ αυτό αλλά όχι για τους άλλους. Αν και πρόκειται για το αντίθετο συναίσθημα από αυτό που έχει κανείς όταν είναι θύμα, παρ’ όλα αυτά το ερώτημα που προκύπτει είναι όχι «γιατί ήμουν τυχερός;», αλλά «γιατί δεν ήμουν ανάμεσα στα θύματα;». Αλλοτε πάλι κανείς αναρωτιέται για τους λόγους που κάποιοι πέθαναν ενώ άλλοι επέζησαν ή κάνει συγκρίσεις για το αν κάποιος έπρεπε ή δεν έπρεπε να σκοτωθεί, προσπαθώντας να το εκλογικεύσει.
Τις τύψεις των επιζώντων τις βρίσκουμε σε επιζώντες καταστροφών, τροχαίων δυστυχημάτων, πολέμων, αλλά και στους γονείς τους, καθώς και στο προσωπικό των διασωστικών συνεργείων. Ολα αυτά τα ανάμεικτα συναισθήματα και οι υπαρξιακές απορίες είναι μέρος της διαδικασίας της ψυχολογικής ίασης. Μέρος του ανθρώπινου ψυχισμού είναι να προσπαθεί να εκλογικεύσει και να βγάλει συμπεράσματα από τις πιο παράλογες καταστροφές στην ιστορία του ανθρώπινου γένους. Οι ενοχές των επιζώντων αποτελούν μέρος αυτής της αναζήτησης.
Η δρ Λίζα Βάρβογλη είναι ψυχολόγος-ψυχοθεραπεύτρια.
