Σε ένα παλαιό και δοκιμασμένο σπορ φαίνεται να εξασκούνται ορισμένοι βουλευτές του ΠαΣοΚ: στο σπορ του… ομαδάρχη! Στη μετά συνέδριο βεβαίως εποχή. Δεν έχει και τόση σημασία αν ο ομαδάρχης διαθέτει και… ομάδα. Αρκεί να έχει δηλώσει ομαδάρχης, να έχει κατοχυρώσει δηλαδή τον τίτλο, και μετά «όποιος θέλει οπίσω του ελθείν».
Η ευκαιρία για την ενασχόληση με το άθλημα, που στο παρελθόν είχε μεγάλη πέραση στο κυβερνών κόμμα, δόθηκε με την ψηφοφορία για την εκλογή του Προέδρου της Βουλής. Ηταν μια χρυσή ευκαιρία, που ορισμένοι έσπευσαν αμέσως να την εκμεταλλευτούν, εμφανιζόμενοι ως «εκκολαπτόμενοι ομαδάρχες» και υπονοώντας, είτε στους διαδρόμους της Βουλής είτε (οι τολμηρότεροι) στα ραδιόφωνα και στις τηλεοράσεις, ότι «έχουν και άλλους πίσω τους που τους ακολουθούν». Μόνο που σε αυτή τη φάση τουλάχιστον δεν αποκαλύπτουν ούτε ονόματα ούτε βεβαίως αριθμό των μελών της «ομάδας» τους. Μια δεύτερη ευκαιρία τους εδόθη αυτή την εβδομάδα με την εκλογή του προεδρείου της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΠαΣοΚ. Το φάντασμα του Λιβάνη
Ο κ. Κ. Κουλούρης, ο οποίος για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, όταν ζούσε ο Α. Παπανδρέου, βρισκόταν σε «αποκλεισμό» από την Εκάλη, επιχειρεί να εμφανιστεί σήμερα ως γνήσιος «παπανδρεϊκός». Λέγεται μάλιστα ότι σε κάποια φάση ήθελε να τον διαγράψει ο Α. Παπανδρέου (για τα «έργα» του στη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού), αλλά είχε παρέμβει ο μακαρίτης Μ. Κουτσόγιωργας και τον γλίτωσε. Ο ίδιος σήμερα το μόνο που επαναλαμβάνει είναι ότι δεν περιμένει τίποτε από τον κ. Σημίτη, δεν περιμένει δηλαδή να τον κάνει υπουργό, παρά το γεγονός ότι κατά την προεκλογική εκστρατεία τα έδωσε όλα (χωρίς κομματική στήριξη ή προβολή) για την επιτυχία του ΠαΣοΚ. Θεωρεί ότι με τις 50.000 σταυρούς που πήρε είναι σαν να «άρπαξε» από τα χέρια του κ. Δ. Τσοβόλα το 2% των ψήφων. Και αντί ο κ. Σημίτης να στηριχθεί σε αυτή τη δύναμη, λέει, «έκανε κυβέρνηση με τον Κολιοπάνο και την Αννα Διαμαντοπούλου».
Οσον αφορά τη λεγόμενη «ομάδα» του, εκεί τα πράγματα δεν είναι ξεκάθαρα. Το μόνο που λέει ο πρώην υφυπουργός είναι ότι «είναι λογικό να έχω σχέσεις με όλους όσοι συμφωνούν με τις απόψεις μου», χωρίς όμως να αποκαλύπτει ονόματα ούτε βεβαίως αριθμό. Οι υπόλοιποι θεωρούμενοι «προεδρικοί», όπως είναι ο κ. Τ. Χυτήρης ή ακόμη ο κ. Γ. Λιάνης, αρνούνται κάθε πολιτική σύμπραξη με τον κ. Κουλούρη, ο δε κ. Ν. Σηφουνάκης μάλλον με τα στελέχη που παλαιότερα στήριξαν τον Ακη μπορεί να συμπλεύσει παρά με τον κ. Κουλούρη. Συνεπώς για ποια ομάδα Κουλούρη μπορεί να μιλάει κανείς;
Πρόκειται πράγματι για μια ομάδα της οποίας ο πραγματικός «αρχηγός» αρνείται να εμφανισθεί δημοσίως όχι τόσο επειδή δεν εξελέγη βουλευτής, αλλά μάλλον για να μπορεί να κατευθύνει αποτελεσματικότερα και από το παρασκήνιο τους βουλευτές. Οσο για τον κ. Κουλούρη, οι πάντες στο ΠαΣοΚ λένε ότι είναι «ο άνθρωπος που απλώς κρατάει το σημαιάκι» και ότι ο πραγματικός «ομαδάρχης» είναι ο κ. Α. Λιβάνης, 72 ετών σήμερα, και με μέλη αυτής της ομάδας τους κκ. Εμμ. Δασκαλάκη, Γ. Παναγιωτακόπουλο (που δεν εξελέγησαν βουλευτές, παρά τα χρήματα που εξόδευσαν στην προεκλογική περίοδο) και τον κ. Σ. Βαλυράκη.
Στην «ομάδα» αυτή, όπου περιλαμβάνεται και ο κ. Κουλούρης, συμμετέχει, αποστασιοποιούμενος όμως από καιρό σε καιρό, και ο επίτροπος κ. Χρ. Παπουτσής. Πολλοί «σημιτικοί» βουλευτές επιρρίπτουν ευθύνες στην ομάδα αυτή για ορισμένα από τα λευκά ψηφοδέλτια που είχαν εμφανισθεί στην εκλογή του κ. Απ. Κακλαμάνη. Αλλοι επίσης «σημιτικοί» δεν μπορούν να δικαιολογήσουν το γεγονός πως ο κ. Λιβάνης, σε αυτή την ηλικία, έθεσε και πάλι υποψηφιότητα, τη στιγμή όπου όταν ζούσε ο Α. Παπανδρέου είχε δηλώσει επανειλημμένως (και δημοσίως) ότι «μετά τον Παπανδρέου θα απομακρυνθεί από την πολιτική». Υπάρχουν και οι ανεξάρτητοι
Αλλες ομάδες δεν υπάρχουν στο κυβερνών κόμμα, παρά ελάχιστοι ανεξάρτητοι (ή «αυτόνομοι», όπως τους αποκαλούν οι συνάδελφοί τους). Χαρακτηριστικό δείγμα ο κ. Θ. Κατσανέβας, τον οποίο κανένας δεν θέλει στη δική του ομάδα, αλλά ούτε και ο ίδιος επιθυμεί να συμπλεύσει με κανένα. Ο κ. Κατσανέβας, που ζήτησε από τον κ. Σημίτη να τον κάνει υπουργό και μέλος του ΕΓ, εμφανίζεται αυτή την περίοδο να «συμπορεύεται» λόγω οικογενειακών σχέσεων μόνο με τον κ. Γ. Παπανδρέου. Ετερος της κατηγορίας αυτής ο κ. Β. Κεδίκογλου, ο οποίος διατηρεί μεν στενές σχέσεις με τους «σημιτικούς», αλλά δεν διστάζει να αποστασιοποιείται. Και ακόμη ο κ. Ι. Καψής, που λειτούργησε και ενεργεί ανεξάρτητα. Ο Ακης άνοιξε τις πόρτες…
Μακριά από «ομάδες, τάσεις και ρεύματα» μέσα στο ΠαΣοΚ φαίνεται να βρίσκεται τώρα ο κ. Τσοχατζόπουλος, ο οποίος εμφανίζεται αφοσιωμένος στο κυβερνητικό του έργο. Ο υπουργός Αμυνας άλλαξε και στρατηγική. Ναι μεν συνεχίζει να βλέπει, μία φορά την εβδομάδα στο ιδιαίτερο γραφείο του στην οδό Ομήρου, τους πολιτικούς του φίλους, πλην όμως οι πόρτες του γραφείου του παραμένουν τώρα… ορθάνοιχτες. Οσοι βουλευτές τον συνάντησαν βεβαιώνουν ότι «τώρα ο Ακης ακολουθεί μια διαφορετική τακτική. Ποτέ δεν μπαίνει σε συζήτηση κεκλεισμένων των θυρών για εσωκομματικά θέματα». Και σε όλους κάνει εντύπωση πόσο τον απασχολεί το υπουργείο Εθνικής Αμυνας και η στήριξη του κυβερνητικού έργου. Εντύπωση επίσης τους έκανε η έκπληξη που ένιωσε ο κ. Τσοχατζόπουλος όταν σε μία μόλις εβδομάδα συνέβησαν στο υπουργείο του τα πάντα: από ασκήσεις και προκλήσεις των Τούρκων ως και πτώσεις μαχητικών αεροσκαφών στο Αιγαίο!
Ο πρώτος στο ΠαΣοΚ που άφησε να εννοηθεί ότι έχει «και άλλους που τον ακολουθούν» είναι ο πρώην υφυπουργός κ. Κ. Κουλούρης, αποκαλούμενος και «προεδρικός» λόγω των στενών σχέσεων που είχε όπως λέει με τον εκλιπόντα πρόεδρο του ΠαΣοΚ. Ο κ. Κουλούρης βεβαίως αποφεύγει να διαψεύσει αν είναι «ομαδάρχης» ή όχι, αλλά αφήνει να διαρεύσει εντέχνως ότι κατανάλωσε πολλά βράδια και περισσότερα ποτήρια κρασί σε συναντήσεις με συναδέλφους του που συμφωνούν με τις απόψεις του. Τώρα ποιος είναι ο πραγματικός «αρχηγός» αυτής της ιδιότυπης ομάδας και τι στόχο έχει, θα το δούμε παρακάτω.
* Δεύτερος «ομαδάρχης» είναι, ο νυν υπουργός Παιδείας κ. Γ. Αρσένης, αλλά η περίπτωσή του παρουσιάζει ειδικό ενδιαφέρον: ο ίδιος το αρνείται οι υπόλοιποι όμως στο ΠαΣοΚ (και όταν λέμε υπόλοιποι περιλαμβάνονται σχεδόν οι πάντες, «σημιτικοί», «προεδρικοί», πρώην «τσοχατζοπουλικοί», «κεντρογενείς», «λοχαγοί», «σαραντάρηδες» κ.ά.) υποστηρίζουν ότι έχει ομάδα, κάπως «κουτσουρεμένη» βέβαια μετά τις εκλογές αλλά πάντως ομάδα. Και για να γίνουν πιο πειστικοί αναφέρουν και ονόματα: τον κ. Δ. Πιπεργιάς και την κυρία Νόρα Κατσέλη. Περιστασιακά, αν δηλαδή τα συμφέροντά τους ταυτίζονται με την «ομάδα Αρσένη», μπορούν να προστεθούν και άλλοι βουλευτές, όπως ο πρώην υφυπουργός Οικονομικών κ. Δ. Γεωργακόπουλος και ο βουλευτής Σερρών κ. Α. Δαμιανίδης, που λέγεται ότι ανάλογα με τις προθέσεις και τα πολιτικά του συμφέροντα μπορεί να ενταχθεί εύκολα και σε άλλες ομάδες. Ο κ. Εμμ. Μπετενιώτης, που κάποτε εθεωρείτο «πολιτικός φίλος» του κ. Αρσένη, έχει και αυτός αποστασιοποιηθεί από καιρό.
* Τρίτη ομάδα, οι πρώην του Ακη. Οι ίδιοι παραδέχονται ότι συγκροτούν «ομάδα», όχι όμως με την έννοια που είχε η λέξη προ του συνεδρίου: δηλαδή ως μια «ενιαία πολιτική αντίληψη με στόχο την κατάληψη της εξουσίας», αλλά σαν ένα σύνολο στελεχών των οποίων οι πολιτικές απόψεις και επιδιώξεις εξακολουθούν και σήμερα να συμπίπτουν. Πόσοι είναι αυτοί; Οι «σημιτικοί» λένε ότι δεν είναι παραπάνω από 20, οι ίδιοι όμως λένε ότι είναι ακριβώς 38. Και κυριότεροι εκπρόσωποι της ομάδας αυτής θεωρούνται οι κκ. Ι. Χαραλάμπους, Ι. Τσακλίδης, Λ. Λωτίδης, Ζήση Ροδούλα, Π. Κατσιλιέρης, Γρ. Νιώτης, Α. Κοτσακάς, Δ. Σαρρής (που αποσκίρτησε από την «ομάδα Αρσένη»), Γ. Κατσιμπάρδης, Ι. Καλαμακίδης.
Η ιδιαιτερότητα των «πρώην τσοχατζοπουλικών» είναι παραδέχονται ότι έχουν ομάδα, πλην όμως στερούνται… αρχηγού! Είναι τα λεγόμενα «ορφανά του Ακη», όπως αποκαλούνται από τους υπολοίπους βουλευτές του ΠαΣοΚ. Οι πρώην «τσοχατζοπουλικοί» δεν προκάλεσαν ως σήμερα κανένα πρόβλημα στον κ. Σημίτη, αντίθετα στήριξαν αποτελεσματικά το κόμμα και τον Πρωθυπουργό κατά την προεκλογική περίοδο.
* Τέταρτη ομάδα οι λεγόμενοι κεντρογενείς, που δεν είναι ακριβώς ομάδα, αφού σπανίως συμφωνούν μεταξύ τους, και οι οποίοι εμφανίσθηκαν συντεταγμένα σε μία και μοναδική περίπτωση: στη στήριξη της υποψηφιότητας του κ. Ι. Χαραλαμπόπουλου για την πρωθυπουργία. Και το παραδέχονται. Εκείνο που δεν παραδέχονται είναι η δεύτερη επανεμφάνισή τους κατά την εκλογή του Προέδρου της Βουλής, όπου πολλοί στο ΠαΣοΚ τους κατηγόρησαν ως «ύποπτους» για τα λευκά ψηφοδέλτια.
Είτε το παραδέχονται είτε όχι, τα λευκά αυτά ψηφοδέλτια εξαφανίσθηκαν ως διά μαγείας μόλις ανακοινώθηκε ότι ο κ. Π. Κρητικός (που κατά καιρούς εμφανίσθηκε εκπροσωπών τους «κεντρώους») θα είναι και πάλι υποψήφιος αντιπρόεδρος της Βουλής.
Αρχηγός σε αυτή την ομάδα δεν υπάρχει. Ο κ. Ι. Χαραλαμπόπουλος αρνείται τις ομαδοποιήσεις, ο κ. Α. Πεπονής το ίδιο. Ο πρώην υπουργός Υγείας δεν έχει και τόσο καλές σχέσεις με τον κ. Σημίτη. Σε μια προ των εκλογών συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου υπενθύμισε, αφήνοντας τους άλλους έκπληκτους, ότι… «οι υπουργοί δεν είναι υπάλληλοι του Πρωθυπουργού», στην πράξη όμως δεν προκάλεσε κανένα πρόβλημα στην κυβέρνηση.
Ο μόνος που επιχείρησε να εμφανισθεί κατά καιρούς ως «ηγέτης» των κεντρώων ήταν ο κ. Ελ. Βερυβάκης, αλλά οι απόπειρές του δεν καρποφόρησαν λόγω του ιδιόμορφου πολιτικού χαρακτήρα του. Στην ομάδα αυτή θέλει να περιλαμβάνεται και ο κ. Στ. Παπαθεμελής, με ελάχιστη όμως επιρροή στους υπόλοιπους.
* Η πέμπτη ομάδα, οι λεγόμενοι «σημιτικοί» (περίπου 110 βουλευτές), έπαψε πλέον να αποτελεί ομάδα, αφού εκφράζει, όπως υποστηρίζει τη λεγόμενη «κομματική νομιμότητα». Αυτή την οποία εξέφραζαν παλαιότερα, όταν ζούσε ο Α. Παπανδρέου, ο κ. Α. Τσοχατζόπουλος ή ακόμη και ο κ. Γ. Αρσένης.
Ενταγμένοι πλέον στην ομάδα αυτή θα πρέπει να θεωρούνται και οι «γεννηματικοί» (οι κκ. Κ. Γείτονας, Αθ. Τσούρας, Μ. Παπαϊωάννου, Χρ. Πρωτόπαπας, Λ. Κανελλόπουλος, Α. Παπαδόπουλος κ.ά.), οι «λοχαγοί» (κκ. Δ. Ρέπας, Χρ. Καστανίδης κ.ά.) καθώς και οι λεγόμενοι «σαραντάρηδες» (Στ. Τζουμάκας, Κ. Σκανδαλίδης κ.ά.) που αποτελούν σήμερα τον πυρήνα στήριξης του κ. Σημίτη και του κυβερνητικού έργου.
