«Και τίναξε την ανθισμένη αμυγδαλιά…» σιγοτραγουδά ένας μεσήλικος απεργός της Ιονικής, στην οδό Πεσμαζόγλου. «Α, ρε ποιητή που έφυγες και άφησες στίχους που τους προσαρμόζουμε γάντι τώρα που απλώνουν το χέρι για να ξετινάξουν την Ιονική…». Ο Δροσίνης θα τον κοιτά από ψηλά μειδιώντας, ίσως με τη σκέψη ότι η ποίηση έχει πάντα σχέση με την πραγματικότητα αλλά όχι ως καρικατούρα και λογοπαίγνιο του τύπου ιδιωτικο-ποίηση. «Βλέπεις τις μαύρες σημαίες;». Ανεμίζουν πράγματι αγέρωχα μαύρες στο κεντρικό υποκατάστημα της Ιονικής Τράπεζας. «Σημάδι προς ένδοξη έξοδο μετά τη σκηνοθεσία θανάτου της αρχαιότερης Τράπεζας στη χώρα μας. Είναι η αρχή ενός σεναρίου που θα μπορούσε να τιτλοφορηθεί “μια επί πιστώσει προαναγγελθείσα αλλαξοχεριά”». Οι συνάδελφοι του θυμόσοφου υπαλλήλου τράπεζας τον επικροτούν. «Πες τα μεγάλα. Βάζε εσύ τη σάλτσα, να τα πούμε εμείς χύμα». Διαγκωνίζονται για τα «χύμα λόγια». Φορτώνουν λέξεις και τις εκτοξεύουν. «Επρεπε νωρίτερα να είχαμε καταλάβει πού πάει το πράγμα. Η Τράπεζα Αθηνών ήταν στο Δημόσιο, την πήραν οι Κορεάτες, τη φαλίρισαν και απέλυσαν ένα σωρό εργαζομένους». Παρεμβαίνει ο θυμόσοφος: «Οταν χτυπά η πόρτα του διπλανού σου, περίμενε να χτυπήσει και η δική σου».
* «Φταίνε οι συνδικαλιστές»
Εδώ ανάβουν φωτιές οι λογομαχίες για τη στάση των συνδικαλιστών στις τραπεζοϋπαλληλικές οργανώσεις. Μιλούν για ενιαίο μέτωπο εργαζομένων κατά την πρώτη τετραετία του ΠαΣοΚ. Το σκηνικό μετά άλλαξε, λένε, όταν ήρθαν οι ιδιώτες και έδιναν στους εργαζομένους περισσότερα χρήματα για να μπουν στις ιδιωτικές τράπεζες με διπλό μισθό: «Τώρα όμως οι περισσότεροι με εξαίρεση τα διευθυντικά στελέχη παίρνουν όσα και στις κρατικές και λιγότερα μπορώ να πω». Πετάγεται ένας ζωηρός νεαρός, που αγανακτισμένος αναφέρει τις δηλώσεις του προέδρου του συλλόγου υπαλλήλων της Τράπεζας Πίστεως: «Μα να βγαίνει και να λέει ότι δεν θα μετάσχουμε στην απεργία γιατί δεν θεωρούμε ότι υπάρχει πρόβλημα με την ιδιωτικοποίηση της Ιονικής; Καλά να τα λέει ο διοικητής της αλλά ο υπάλληλος – συνδικαλιστής να μιλάει έτσι; Τι να πει κανείς; Μου ανέβηκε η πίεση στο κεφάλι».
Πυροσβεστικά, παίρνουν τον λόγο οι ψυχραιμότεροι και θέτουν το ζήτημα αλλιώς: «Μπερδεμένα τα λέτε. Αλλο είναι το θέμα. Οι σύλλογοι των εργαζομένων στις κρατικές τράπεζες καθυστέρησαν να καταλάβουν ότι δεν πρέπει να ενεργούν αποσπασματικά. Ο αγώνας δεν έπρεπε να γίνεται με κριτήριο την κάθε τράπεζα ξεχωριστά». Η συζήτηση τραβά σε μάκρος. Φαίνεται ότι είναι ευαίσθητη η χορδή που τραβήχτηκε… «Κάλιο αργά, παρά ποτέ. Οι εργαζόμενοι στην Ιονική έσυραν τους επικεφαλής της ΟΤΟΕ σε κινητοποίηση». Στο σημείο αυτό αρχίζει το τσεκούρωμα για τους συνδικαλιστές που κάνουν «σκαλωσιά» τη θέση τους και ανεβαίνουν σε κυβερνητικές θέσεις. Ονόματα γίνονται κόκκινο πανί. «Βουλευτές και υπουργοί εργασίας, στου κασίδη το κεφάλι» αναφέρει ο αρεσκόμενος στις παραβολές απεργός. «Εννοείτε τι λέγω…» και πάει λέγοντας.
Ο δρόμος μας πήγε σε υποκαταστήματα της Ιονικής. Θέλαμε να έχουμε μια εικόνα για την απεργία ιδίοις όμμασι και εντός του χώρου εργασίας. Στο όνομα της απεργίας, ως γνωστόν, παίζεται η αριθμητική της επιτυχίας ή της μειωμένης συμμετοχής. Οι πελάτες μπαίνουν με μόνιμο ερώτημα: «Τι γίνεται; Θα μπορέσω να εξυπηρετηθώ;». Οι πελάτες βγαίνουν με μόνιμη τη φράση στο στόμα: «Μόνο τα μηχανήματα για αναλήψεις και καταθέσεις δουλεύουν. Οσοι δεν απεργούν έχουν δεμένα τα χέρια, αφού το Μηχανογραφικό Κέντρο της Τράπεζας δεν λειτουργεί».
Το… απουσιολόγιό μας στο χέρι και μπαίνουμε σε κάποια υποκαταστήματα. Οδός Ιπποκράτους και Καλλιδρομίου: στην Τράπεζα προσέρχονται πέντε άτομα από σύνολο 15 υπαλλήλων. Οδός Πανεπιστημίου: παρευρίσκονται μόνο τέσσερις από τους 15 υπαλλήλους. Οδός Σωκράτους και Αγίου Κωνσταντίνου: τρεις από τους 11 υπαλλήλους δουλεύουν. Οδός 3ης Σεπτεμβρίου: πέντε υπάλληλοι στις θέσεις τους. Σταδίου και Ομήρου: 14 παρόντες επί συνόλου 26 ατόμων. Οδός Χαλκοκονδύλη: επτά παρόντες. Υποκατάστημα Συντάγματος: τέεσερις υπάλληλοι παρόντες. Υποκατάστημα της Ιονικής στην Ηλιούπολη: τρεις από τους επτά υπαλλήλους προσέρχονται στην Τράπεζα και αυξήθηκαν κατά δύο την περασμένη Τετάρτη που βρισκόταν σε εξέλιξη ο διάλογος του συλλόγου με την κυβέρνηση.
Η κάθοδος στον Πειραιά με προορισμό το Μηχανογραφικό Κέντρο της Ιονικής δεν χρειάστηκε να συνοδευτεί από τη φράση «ρωτώντας πας στην Πόλη». Βγαίνοντας από τον ηλεκτρικό ο δρόμος οδηγεί στα χαρακώματα. Χωρισμένη στα δύο η οδός Ναυαρίνου. Από τη μια το ψαράδικο και τα ΜΑΤ, από την άλλη οι απεργοί και η κατεβασιά των αυτοκινήτων της οδού Γούναρη. Σκηνικό χωρισμένης στα δύο πόλης. Γύρω γύρω όλοι και στη μέση τα ΜΑΤ και οι ειδικές δυνάμεις. Οι κλούβες σε κάθετη παράταξη επί της Ναυαρίνου κόβουν στη μέση το κέντρο του Πειραιά. Μπροστά στην πόρτα του Μηχανογραφικού Κέντρου είναι αραγμένοι σε πλαστικές καρέκλες αστυνομικοί, που εμποδίζουν την είσοδο σε οποιονδήποτε. Εν αναμονή εντολών. «Οι… κατασταλτικοί μηχανισμοί ξεκουράζονται» πετάγεται ένας απεργός και συμπληρώνει. «Βέβαια στην εποχή της τηλεόρασης ουδέν κακόν αμιγές καλού. Ακόμη και όταν πέφτει ξύλο. Οι κάμερες ήρθαν όταν έπεσε ξύλο και άρχισαν να καλύπτουν τον αγώνα μας». Ενας νεαρός άνδρας των ειδικών δυνάμεων έχει ξεκόψει από την ομάδα του. Ακουμπά στον τοίχο ενός καταστήματος της οδού Ναυαρίνου και κυνηγά την τύχη του με… κέρμα. Ενα Ξυστό ανά χείρας και χαμογελά: «Σε λίγο τελειώνει η βάρδια μου. Οκτάωρο στο πόδι».
Οι απεργοί συνεχίζουν να μιλούν για… θεαματικές κινήσεις. «Είδες οι καθηγητές στη Γαλλία; Γδύθηκαν και διαμαρτυρήθηκαν γυμνοί προς την κυβέρνηση. Ετρεξαν όλοι να καλύψουν το γεγονός. Τελικά η κυβέρνηση υποχώρησε στα αιτήματά τους». ΜΙα κοπέλα τον σταματά: «Τι λες, μωρέ; Να γίνουμε Κολλάδες». Κεραυνός ο προτείνων τη ριζοσπαστική λύση: «Αφού μας έχουν ξεβρακώσει και δεν το έχουμε πάρει χαμπάρι. Μας αλέθει η εργοδοσία, μας αλέθει η κυβέρνηση, μας αλέθει, η ΟΝΕ. Οι εργαζόμενοι είμαστε πάντα τα θύματα κάθε θυσίας και λιτότητας». Αρχίζουν να μιλούν για τις ιδιωτικοποιήσεις. «Ας γίνουν. Αλλά όχι ξεπούλημα. Αλλο πούλημα της Τράπεζας και άλλο ξεπούλημα… Τη δίνουν για ψίχουλα την Τράπεζα στους ιδιώτες. Ενα τρισ. αξίζει η Ιονική. Μόνο το κεντρικό κατάστημα αξίζει 58 δισεκατομμύρια. Το Μουσείο Χαρτονομισμάτων της Κέρκυρας πώς να αποτιμηθεί σε αντικειμενική αξία; Στην ακίνητη περιουσία της Τράπεζας είναι διατηρητέα κτίσματα με φορτίο πολιτιστικό. Πώς θα μπει στη ζυγαριά;».
Μια γυναίκα περνά με ψώνια δίπλα τους, τους ρωτά πώς μπορούν να πείσουν τον κόσμο όταν και αυτοί προσελήφθησαν στην Τράπεζα ρουσφετολογικά. «Με ρουσφέτι μπήκατε, με σουτ θα σας βγάλουν». Μου φαίνεται περίεργο με πόση στωικότητα αντιμετώπισαν την επίθεσή της. Μου λένε ότι οι περισσότεροι διαβάτες «είναι μαζί μας, ο κόσμος παίρνει το αίμα του πίσω. Θέλουν να κρατήσουμε εμείς για να μην αρχίσει η πτώση και των υπολοίπων σαν χάρτινος πύργος». Μια κοπέλα αναλαμβάνει να απαντήσει στην επίμαχη ερώτηση της περαστικής. «Η αλήθεια είναι ότι το ίδρυμα χρησιμοποιήθηκε για να βολευτούν οι “ημέτεροι”. Αυτό μείωσε την αξιοπιστία και την αποδοτικότητα της Τράπεζας. Εχασε την αίγλη της. Το πρόβλημα όμως το δημιούργησαν οι αποφάσεις των “αλεξιπτωτιστών”. Δηλαδή των διοικήσεων που είχαν σαν μοτίβο το “ό,τι φάμε, ό,τι πιούμε…”. βούλιαξαν την Τράπεζα. Δεν την πονάνε όπως εμείς». Σχεδόν με μια φωνή ακούγεται το όνομα του σημερινού διοικητή: «Επί έξι μήνες δεν δεχόταν να δει τον σύλλογό μας. Επρεπε να κάνουμε κατάληψη του γραφείου για να μας δεχτεί».
* «Ο κόσμος είναι μαζί μας»
Η αίσθηση που έχουν οι απεργοί είναι ότι ο κόσμος συμπαρίσταται. Ενα ζευγάρι πλησιάζει και όλοι φαίνεται να τους μιλούν με ιδιαίτερη συμπάθεια. «Τους βλέπεις; Είναι αντρόγυνο. Απεργούν και οι δυο. Δεν “σπάνε”, αν και στο σπίτι χάνονται και οι δυο μισθοί». Επιμένουν ότι η Ιονική είναι το «προπύργιο». Αν πέσει, θα καταρρεύσει σαν το ντόμινο και η αντίσταση και των εργαζομένων σε άλλους τομείς. Ακούω γέλια και πλησιάζω μιαν άλλη παρέα απεργών. Κάποιος διηγείται ένα περιστατικό με τη γειτόνισσά του: «Νιώθει υποχρεωμένη να μου φέρνει φαγητό. Τόσες εβδομάδες, σου λέει, πώς ζουν αυτοί; Ευτυχώς μαγειρεύει καλά». Μου εξηγεί ότι εκτός των άλλων νιώθει υποχρεωμένη γιατί της έδωσε μια συμβουλή χρηματιστηριακή που της βγήκε σε καλό. «Της είχα πει να αγοράσει με κάτι λεφτά που είχε στην άκρη μετοχές του ΟΤΕ. Ακόμη με ευχαριστεί…». Και συμπλήρωσε επί τη ευκαιρία: «Κι εσύ να ξέρεις. Οταν ακούσεις ότι πουλιέται η Ιονική, πάρε μετοχές της». Μια και ο λόγος για τα χρήματα, τον ρωτώ πώς τα βγάζει πέρα ύστερα από τόσες ημέρες απεργίας. «Κοίταξε. Μια συμβουλή του πατέρα μου αποδείχθηκε πολύ χρήσιμη. “Παιδί μου, να έχεις πάντα δυο πόρτες ανοιχτές. Δεν ξέρεις πώς τα φέρνει η ζωή…”. Τον άκουσα. Εκτός από τη δουλειά στην Τράπεζα ασχολούμαι με επιχειρησιακό δικτυακό μάρκετινγκ. Ετσι βγάζω τα σπασμένα…».
Μια φωνή από δίπλα μάς επαναφέρει στα ουσιώδη. «Το μεγάλο κέρδος από τον αγώνα των εργαζομένων στην Ιονική είναι ότι το κίνημα δεν έχει “κάτσει”. Αυτό είναι μεγάλη ελπίδα για το μέλλον». Ολοι συμφωνούν μαζί του. Ακούν βερεσέ τις υποσχέσεις της κυβέρνησης για διασφάλιση των θέσεων εργασίας, όταν η Τράπεζα ιδιωτικοποιηθεί. «Είναι σαν να αγοράζεις ένα κατάστημα και να σου πουν πόσους και ποιους θα πάρεις στη δούλεψή σου. Μας κοροιδεύουν. Μόνο με νομοθετική δέσμευση μπορεί να γίνει αυτό. Ο διάλογος όπως γίνεται είναι φαρσοκωμωδία. Δεν θα υποχωρήσουμε».
Τα «υπόγεια» και τα «ρετιρέ»
Τρεις εβδομάδες απεργία. Η κόπωση δεν είναι τόσο εμφανής. Αντιπαραθέτουν: «Πόσο θα αντέξει η κυβέρνηση την πίεση του κόσμου να ανοίξει η Τράπεζα;». Μιλούν για τους μισθούς τους και τα… ρετιρέ. «Παίρνω 200.000 δραχμές και δουλεύω σκληρά. Είναι αστείο να μιλάνε για υψηλόμισθους. Οι περισσότεροι είμαστε υπάλληλοι αυτής της τάξης αποδοχών. Δεν είμαστε Μπρούκληδες. Ασε που κανείς δεν κάθεται. Οταν ακούω ότι μας ξεβολεύουν από τη δημοσιοϋπαλληλική τακτική του καθισιού, βουρλίζομαι». Μια κυρία προσπαθεί να χαλαρώσει την ατμόσφαιρα. Μιλά για την κόρη της, που πηγαίνει στο νηπιαγωγείο. «Προχθές πήγε στο σχολείο και είπε στη νηπιαγωγό: “Είμαι στενοχωρημένη, γιατί κλείνει η Τράπεζα της μαμάς μου”. Οι υπόλοιποι της κάνουν χουνέρι: «Αλα, τραπεζίτης η κυρία! Οπως παλιά οι φοιτητές της Ανωτάτης Βιομηχανικής, που όταν τους ρωτούσαν ιδιότητα απαντούσαν: “Βιομήχανοι!”».
Η μαμά φεύγει για να αγοράσει μια κούκλα από το παιχνιδάδικο της οδού Ναυαρίνου. Εκεί ο ιδιοκτήτης λέει και ξαναλέει ότι «βαράμε μύγες. Με τα ΜΑΤ απέξω πού να μπει πελάτης. Εχουν πέσει κατακόρυφα οι πωλήσεις. Ξυπνάμε και κοιμόμαστε με το όνειρο να φύγουν τα ΜΑΤ». Τα ΜΑΤ όμως είναι εκεί και μάλιστα φαίνεται ότι οι επικεφαλής τους νιώθουν «κράτος εν κράτει». Οταν η φωτορεπόρτερ του «Βήματος» επιχείρησε να τραβήξει φωτογραφίες, της το απαγόρευσαν αυστηρά. Στην επιμονή της, ένας αστυνομικός της αντέτεινε το ανάστημά του, λέγοντας μάλιστα την πολύ αντρική φράση: «Αντε πλύνε κανά πιάτο, κυρά μου».
