Οι προγραμματικές δηλώσεις και αυτής της κυβέρνησης, όπως και όλων των προηγούμενων, επιβεβαιώνουν τη γνωστή λαϊκή παροιμία που υποστηρίζει ότι «πίσω έχει η αχλάδα την ουρά», δηλαδή ότι τα δύσκολα είναι στο μέλλον και ο λαός θα τα πληροφορηθεί αργότερα και σταδιακά. Ετσι ο κ. Κ. Σημίτης, αφού περιέγραψε με δραματικό τόνο την καθυστέρηση της χώρας στην πορεία για ισότιμη ένταξη στην Ευρώπη, αφού με ειλικρίνεια είπε ότι «δεν υπάρχει μαγικό ραβδί που θα μας επιτρέψει να λύσουμε τα προβλήματα χωρίς κόστος», μας άφησε τελικά απληροφόρητους για το ποσόν όπου ανέρχεται αυτό το κόστος και ποιες κοινωνικές τάξεις, ποιες κοινωνικές ομάδες θα το πληρώσουν και με ποιες αναλογίες.
Βεβαίως ο Πρωθυπουργός επανέλαβε το βράδυ της Πέμπτης για πολλοστή φορά ότι η πολιτική της κυβέρνησής του στοχεύει στη δίκαιη κατανομή του κόστους σε όλες τις κοινωνικές τάξεις και ότι στις θυσίες πρώτοι πρέπει να είναι οι έχοντες και οι κατέχοντες, το νέο στοιχείο όμως που με σιγουριά προβάλλει από τις προγραμματικές είναι ότι όλοι οι πολίτες αυτής της χώρας κάτι θα πληρώσουν παραπάνω για να μπορέσει η Ελλάδα να κλείσει το χάσμα που τη χωρίζει από τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Οι λογαριασμοί που θα πληρώσουν οι πολίτες θα αρχίσουν να φθάνουν σταδιακά. Οι πρώτοι θα έλθουν σε λιγότερες από 20 ημέρες και θα περιέχονται στα νομοσχέδια για την περιστολή των κρατικών δαπανών και για την κατάργηση φοροαπαλλαγών που προωθούνται στη Βουλή, οι δεύτεροι λογαριασμοί σε λιγότερες από 40 ημέρες με την κατάθεση του προϋπολογισμού του 1997 όπου θα προσδιορίζονται επακριβώς οι πρόσθετες φορολογικές επιβαρύνσεις όλων των ομάδων του πληθυσμού, η εισοδηματική πολιτική, αλλά και ποιοι θα θιγούν από την εξοικονόμηση δαπανών και ο τρίτος λογαριασμός και πιο τσουχτερός θα φθάσει μέσα στο επόμενο έτος με την αναμόρφωση του ασφαλιστικού συστήματος, την ενοποίηση των Ταμείων κλπ.
Κανένας δεν μπορεί να κατηγορήσει τον Πρωθυπουργό ότι άλλα είχε υποσχεθεί στον λαό και άλλα εξαγγέλλει τώρα αφού ποτέ δεν είχε αποκρύψει την κρισιμότητα της κατάστασης ούτε ποτέ είχε υποσχεθεί καλύτερες ημέρες, αλλά αντίθετα είχε προειδοποιήσει ότι θα χρειασθούν θυσίες για να αποφύγουμε την απομόνωση και την περιθωριοποίηση σε μια παγκόσμια αγορά όπου όλες οι κυβερνήσεις προσπαθούν να επιτύχουν για τις χώρες τους την ανάπτυξη μιας ανταγωνιστικής και δυναμικής οικονομίας.
Και πρέπει στο σημείο αυτό να επισημάνουμε ότι ο κ. Σημίτης με τις προγραμματικές δηλώσεις του απευθυνόταν όχι μόνο στον ελληνικό λαό που ανέθεσε στο ΠαΣοΚ τη διακυβέρνηση της χώρας αλλά και στη διεθνή αγορά, στους διεθνείς οργανισμούς, στις μεγάλες τράπεζες, στους επενδυτικούς παράγοντες του εξωτερικού που με τις κρίσεις τους και τις προσδοκίες τους για την ικανότητα της κυβέρνησης να εξυγιάνει την οικονομία επηρεάζουν καθοριστικά την πορεία της χώρας μας. Δεν είναι μόνο η Βουλή που δίνει ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση αλλά και οι αγορές και αν είμαστε ρεαλιστές πρέπει να παραδεχθούμε ότι η χώρα μας έχει ανάγκη την επιδοκιμασία των ισχυρών διεθνών φόρουμ.
Ο Πρωθυπουργός είπε στη Βουλή ότι σήμερα όλη η Ευρώπη βρίσκεται στην τροχιά μεγάλων αποφάσεων και μνημόνευσε ιδιαίτερα τους παραδοσιακούς συμμάχους μας στη διαπραγμάτευση μεταξύ Βορρά και Νότου, δηλαδή την Ιταλία, την Ισπανία και την Πορτογαλία, που οι κυβερνήσεις τους δίνουν μια σκληρή μάχη ώστε να είναι οι χώρες τους παρούσες στη Νομισματική Ενωση. Εκείνο που παρέλειψε να αναφέρει είναι ότι ήδη οι αγορές έχουν πεισθεί για την αποφασιστικότητα αυτών των κυβερνήσεων και τις έχουν ανταμείψει με την εμπιστοσύνη τους που εκφράζεται σε μαζική εισροή ξένων κεφαλαίων. Χάρη στα άφθονα ξένα κεφάλαια και στις τρεις αυτές χώρες παρατηρείται τις τελευταίες εβδομάδες σημαντική πτώση επιτοκίων.
Τα οφέλη από αυτή τη μείωση των επιτοκίων είναι προφανή και αν το ίδιο φαινόμενο επαναληφθεί στη χώρα μας, ο προϋπολογισμός και οι επιχειρήσεις θα ανακουφισθούν. Οπως χαρακτηριστικά είπε στη Βουλή ο κ. Σημίτης, «ας μην ξεχνάμε ότι μόνο και μόνο οι τόκοι που το Δημόσιο έχει να πληρώσει είναι περισσότεροι από τις δαπάνες για την άμυνα, την παιδεία, την υγεία και την πρόνοια μαζί».
Από τις 23 Σεπτεμβρίου, από την επαύριον δηλαδή των εκλογών και τη νίκη του ΠαΣοΚ έχουν εισρεύσει στη χώρα μας περίπου 2.500 εκατ. δολάρια, εκφράζοντας την εμπιστοσύνη των αγορών στην κυβέρνηση Σημίτη. Τα ποσά είναι σημαντικά βεβαίως αλλά η ελληνική οικονομία χρειάζεται περισσότερα κεφάλαια και μάλιστα όχι βραχυπρόθεσμες τοποθετήσεις που γίνονται για να απολαύσουν τα υψηλά ελληνικά επιτόκια αλλά πιο μακροπρόθεσμες που θα γίνουν στη Σοφοκλέους, στα μεγάλα έργα, στη βιομηχανία, στις αποκρατικοποιήσεις κ.α.
Υπάρχει ελπίδα για μια τέτοια μεταστροφή του ξένου κεφαλαίου προς τη χώρα μας; Βεβαίως! Ο Πρωθυπουργός ήδη με τη δέσμευσή του ότι «βασικός άξονας, κεντρικός και ανυποχώρητος στόχος της πολιτικής μας είναι η ισότιμη ένταξη της χώρας στην ευρωπαϊκή ενοποίηση» κέρδισε την εμπιστοσύνη των αγορών. Θα την εδραιώσει όμως με τα πρώτα συγκεκριμένα μέτρα που θα λάβει και τα οποία θα πείσουν ότι η κυβέρνηση έχει τη δύναμη και την ικανότητα να μειώσει τα δημόσια ελλείμματα και να προχωρήσει τις αποκρατικοποιήσεις. Υπάρχει ήδη ζωηρό ενδιαφέρον για αγορά της Τράπεζας Κρήτης από μεγάλη ξένη τράπεζα, ενώ σημαντικές ξένες επενδύσεις μπορούν να γίνουν στον χώρο της ενέργειας (όπου η υπουργός Ανάπτυξης κ. Βάσω Παπανδρέου ήδη ανήγγειλε συνεργασία της ΔΕΗ με ιδιώτες επιχειρηματίες) και στα μεγάλα έργα υποδομής.
«Εξω» λοιπόν η κυβέρνηση θα τα πάει αρκετά καλά και θα έχει την υποστήριξη των διεθνών οργανισμών, «μέσα» όμως την περιμένουν, αν όχι θύελλες, πάντως καταιγίδες. Πράγματι το πολιτικό πρόβλημα της αυστηρής οικονομικής πολιτικής που φέρεται αποφασισμένος να εφαρμόσει ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών κ. Γιάννος Παπαντωνίου με εντολή του Πρωθυπουργού έχει διπλή όψη και διπλή αντίσταση. Από τη μια πλευρά η κυβέρνηση θα έχει να αντιμετωπίσει τη σκληρή αμφισβήτηση όλης της αντιπολίτευσης, αριστεράς και δεξιάς, που η κριτική της θα έχει κοινό παρονομαστή τους λαϊκίστικους τόνους. Η κυβέρνηση δεν θα επικρίνεται, όπως θα έπρεπε, γιατί δεν παίρνει γρήγορα τα σκληρά μέτρα που είναι αναγκαία ώστε να γίνει συντομότερα η ευρωπαϊκή προσαρμογή της χώρας, αλλά αντίθετα θα κατηγορείται γιατί δεν δίνει μεγαλύτερες αυξήσεις, γιατί δεν μειώνει τους φόρους, γιατί δεν αναδεικνύει τολμηρότερα τον κοινωνικό χαρακτήρα της οικονομικής πολιτικής κλπ. Μπορεί να είναι εκτός τόπου και χρόνου αυτή η μορφή αντιπολίτευσης, αλλά πολιτικά έχει τη βαρύτητά της αφού οπωσδήποτε θα επηρεάσει τη συμπεριφορά ομάδων του πληθυσμού που θα τις ενθαρρύνει να προβάλουν αντίσταση στα κυβερνητικά σχέδια.
Από την άλλη πλευρά, ενώ όντως η κοινή γνώμη δεν έχει αυταπάτες και δεν περιμένει παροχές, δεν είναι και έτοιμη για θυσίες. Η ελληνική κοινωνία, όπως παρατηρεί ο οικονομικός σύμβουλος του Πρωθυπουργού κ. Τάσος Γιαννίτσης, «λειτουργεί σε μια φαντασμική τροχιά με έντονα διχοτομική λογική, που θέλει τα πάντα χωρίς να δίνει τίποτε. Αυτό θέτει ευθέως το ερώτημα πόσο σοβαροί είμαστε όταν μιλάμε για άμυνα, σημαίες, παιδεία, συντάξεις, υγεία κλπ.». Η κυβέρνηση προσανατολίζεται να αναβάλει για δύο χρόνια το νέο μισθολόγιο Αυξήσεις 7% στο Δημόσιο
Η ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ του Συνασπισμού κ. Μαρία Δαμανάκη έκανε μια εύστοχη παρατήρηση λέγοντας ότι τα σημαντικά στις προγραμματικές δηλώσεις δεν είναι μόνο όσα γράφονται αλλά και όσα αποσιωπήθηκαν. Και πράγματι οικονομικοί αναλυτές σημείωσαν με ενδιαφέρον ότι τόσο ο Πρωθυπουργός όσο και ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών απέφυγαν να επαναλάβουν δύο δεσμεύσεις της κυβέρνησης.
* Πρώτον, τη δέσμευση ότι δεν θα επιβληθούν νέοι φόροι. Προφανώς η αποσιώπηση στο σημείο αυτό αντανακλά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η κατάρτιση ενός προϋπολογισμού για το 1997 σύμφωνα με το πρόγραμμα σύγκλισης, ενός προϋπολογισμού δηλαδή που θα προβλέπει μείωση του ελλείμματος του κρατικού τομέα κατά 3,4% του ΑΕΠ. Ο αρμόδιος για τον προϋπολογισμό υφυπουργός, ο καθηγητής κ. Ν. Χριστοδουλάκης, υποστηρίζει μεν ότι οι δημοσιονομικοί στόχοι για το 1997 και το 1998 είναι εφικτοί χωρίς να θιγεί η κοινωνική διάσταση των υπηρεσιών που προσφέρει στους πολίτες το κράτος, παραδέχεται όμως και ο ίδιος ότι η περικοπή των δαπανών είναι μια ανελέητη μάχη με κατεστημένα συμφέροντα. Από την άλλη πλευρά η ευφορία που υπάρχει για την απόδοση από την περικοπή των φοροαπαλλαγών δεν είναι δικαιολογημένη, αφού οι υπολογισμοί του ΚΕΠΕ μιλάνε για πρόσθετα έσοδα της τάξης των 20 δισ. δρχ.
* Δεύτερον, τη δέσμευση για εφαρμογή του νέου μισθολογίου από 1.1.1997. Με δεδομένο ότι οι δαπάνες πρέπει να συγκρατηθούν το επόμενο έτος και η αύξησή τους να μην περάσει το 7% έναντι 14% εφέτος, δεν επιτρέπεται σε καμία περίπτωση η εφαρμογή του νέου μισθολογίου από το επόμενο έτος, αφού οι αυξήσεις που προβλέπει φθάνουν ως το 12-13%. Ετσι ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών εισηγήθηκε στο Υπουργικό Συμβούλιο της Πέμπτης να εφαρμοστεί σταδιακά το μισθολόγιο σε δύο χρόνια και το 1997 να ξεκινήσει με τη χορήγηση στους δημοσίους υπαλλήλους του διορθωτικού 3% και την ενσωμάτωση στο μισθολόγιό τους των πάσης φύσεως επιδομάτων που πήραν μέσα στα προηγούμενα χρόνια και κυρίως το 1996.
Ο υπουργός Εθνικής Αμυνας κ. Ακης Τσοχατζόπουλος διαφώνησε ζητώντας την άμεση εφαρμογή του νέου μισθολογίου, αλλά τόσο ο κ. Α. Παπαδόπουλος όσο και ο υπουργός Εργασίας κ. Μ. Παπαϊωάννου συμφώνησαν με τον κ. Γιάννο Παπαντωνίου. Κοινωνικό συμβόλαιο
Από τη Δευτέρα και εν όψει των προγραμματικών δηλώσεων ο κ. Γιάννος Παπαντωνίου είχε αλλεπάλληλες συνεργασίες με εκπροσώπους του ΣΕΒ, των εμπόρων, των βιοτεχνών, των ασφαλιστών, της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ. Ολοι με ανεπιφύλακτη προθυμία συμφώνησαν μαζί του ότι εκείνο που πρωτεύει για την κυβέρνηση είναι η σταθεροποίηση της οικονομίας και η επιτυχία του Προγράμματος Σύγκλισης. Οταν όμως ήλθε η συζήτηση για το κόστος της σταθεροποίησης και για τις θυσίες που πρέπει να γίνουν, οι εκπρόσωποι κάθε επαγγελματικής ομάδας έβγαζαν τον εαυτό τους έξω. Οι βιομήχανοι αξίωναν να μη φορολογηθούν τα πάγια στοιχεία, οι έμποροι να καταργηθούν τα αντικειμενικά κριτήρια, οι ασφαλιστές να μην περικοπεί το αφορολόγητο για τις ασφάλειες ζωής, η ΑΔΕΔΥ να εφαρμοσθεί το ενιαίο μισθολόγιο κλπ.
Ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών έχει πάρει την έγκριση του Πρωθυπουργού για να αρχίσει σύντομα έναν ευρύ διάλογο με όλες τις οργανώσεις και τα συνδικάτα με στόχο τη σύναψη ενός κοινωνικού συμβολαίου τετραετούς διαρκείας. Στα πλαίσια του συμβολαίου αυτού η κυβέρνηση θα αναλάβει συγκεκριμένες δεσμεύσεις ενώ θα υπάρχουν και ρήτρες διασφάλισης για τα συμφέροντα των τάξεων. Συγκεκριμένα θα εγγυηθεί στα συνδικάτα και στους μικρομεσαίους ρυθμούς ανάπτυξης που θα διασφαλίζουν θέσεις εργασίας, την τιμολογιακή πολιτική των κρατικών οργανισμών, το φορολογικό καθεστώς για όλη την τετραετία, την εισοδηματική πολιτική επίσης για την ίδια περίοδο και έναντι αυτών θα ζητήσει εργασιακή ειρήνη και κοινωνική ανοχή.
