Θυμίζουν κάπως την «εθνική αναμέτρηση» Καρέζη – Βουγιουκλάκη της δεκαετίας του ’60: δύο ισχυρές προσωπικότητες στον ίδιο χώρο επιδίδονται σε συνεχείς αναμετρήσεις στις οποίες δεν είναι σαφές πού τελειώνει το γόητρο και πού αρχίζει το συμφέρον. Τότε υπήρχαν μόνο τα λαϊκά περιοδικά. Σήμερα με τόσες κάμερες και «lifestyle» εκδόσεις να καιροφυλακτούν είναι πολλοί εκείνοι που βρίσκονται μονίμως ο ένας απέναντι στον άλλον και αυτό αρκεί για να τους εξασφαλίσει δημοσιότητα, λεφτά, ψήφους και καριέρα.
Πολιτικοί, καλλιτέχνες, ακόμη και επιχειρηματίες και δημοσιογράφοι χρίζουν ο ένας τον άλλον αντίπαλο και επιδίδονται κατά ζεύγη σε έναν «ανελέητο» ανταγωνισμό. Μαύρο ο ένας; Ασπρο ο άλλος. Κερδίζει ο ένας; Χάνει ο άλλος. Ο θάνατός σου η ζωή μου.
Πολύ συχνά αυτές οι αναμετρήσεις φθάνουν με τη δέουσα ένταση στα τηλεοπτικά παράθυρα, όταν δεν κατασκευάζονται επί τούτου από τα ίδια τα ΜΜΕ. Μια καλή τηλεοπτική αναμέτρηση εξασφαλίζει απήχηση στην κοινή γνώμη και κατά συνέπεια πόντους στο παιχνίδι: πολιτικό, οικονομικό και καλλιτεχνικό. Μερικοί πολιτικοί μάλιστα έχουν πλήρη συνείδηση ότι για να υπάρξουν πρέπει να βρουν κάποιον με τον οποίο να καβγαδίζουν συνέχεια. «Στην πολιτική χρειάζεσαι φίλους, αλλά κυρίως χρειάζεσαι έναν εχθρό» έλεγε πριν από πολλά χρόνια ο καναδός βουλευτής Μπράιαν Μαλόνεϊ. Στην οικονομία μια επιτυχής δημόσια αντιδικία διευκολύνει τις «δουλειές». Στη «σόουμπιζ» οι αντιζηλίες κρατούν ολόκληρα προγράμματα στα μαγαζιά και συντηρούν μύθους. Στις ημέρες μας το «σταρ σύστεμ» δεν φιλοξενεί κανέναν αν δεν μπορεί να φιλοξενήσει ταυτοχρόνως και τον αντίπαλό του. Οταν δεν υπάρχει αντίπαλος πρέπει να εφευρεθεί, ώστε να πληρωθεί το αξίωμα «υπάρχεις γιατί υπάρχει και το αντίθετό σου».
Ενίοτε η διαμάχη είναι πραγματική και κρύβει συμφέροντα και οικονομικές επιδιώξεις. Σε αυτές τις περιπτώσεις η αναμέτρηση είναι σκληρή και διεξάγεται άνευ όρων. Η δημοσιότητα χρησιμοποιείται για να ενισχύσει το προφίλ του ενός ή για να πλήξει το κύρος του άλλου. Αλλες φορές ικανοποιεί μόνο τρέχουσες επικοινωνιακές ανάγκες και εμφανείς πολιτικές σκοπιμότητες. Και σε μερικές περιπτώσεις δεν είναι τίποτε άλλο από εφήμερη προσφυγή στους πλέον ευτελείς κανόνες του «μάρκετινγκ». Οποιος θέλει να πουλήσει ένα βιβλίο, να προβάλει ένα προϊόν ή να μαζέψει ψήφους στήνει καβγά με κάποιον. Τα υπόλοιπα τα αναλαμβάνουν τα ΜΜΕ, που γνωρίζουν πολύ καλά ποιος αντιμάχεται ποιον και δίνουν πολλά για να εξασφαλίσουν την ταυτόχρονη παρουσία τους σε ένα «πάνελ».
* Αντίπαλοι μέσω τρίτων
Σε ορισμένες περιπτώσεις μια προσωπική διαμάχη υπάρχει και χωρίς να χρειάζεται η φυσική παρουσία των αντιδικούντων. Ο Αρχιεπίσκοπος κ. Χριστόδουλος, π.χ., αντιδικεί με τον κ. Μ. Σταθόπουλο χωρίς να ανταλλάξουν ούτε μία κουβέντα μεταξύ τους. Είναι «αντίπαλοι» μέσω τρίτων. Τα ονόματα Κόκκαλης – Βαρδινογιάννης είναι η τυπική περιγραφή του «διπολισμού» από τον αθλητισμό ως την οικονομία και τα ΜΜΕ, χωρίς ποτέ να βρεθούν ενώπιος ενωπίω. Κάτι σαν την παλαιότερη σύγκρουση Ωνάση – Νιάρχου στο πιο εκσυγχρονιστικό της. Οι καλλιτέχνες αντιδικούν κυρίως μέσω των λαϊκών περιοδικών. Η κυρία Αννα Βίσση είναι «καλλιτεχνική» παρουσία αντιστρόφως ανάλογη της κυρίας Δέσποινας Βανδή. Οι διανοούμενοι προτιμούν την αρθρογραφία. Κρατάει χρόνια η διαμάχη ανάμεσα στον κ. Γ. Μπαμπινιώτη και στον κ. Δ. Μαρωνίτη.
Στην πολιτική σκηνή η χρόνια αντιδικία μπορεί να περιβάλλεται με ιδεολογικό μανδύα, αλλά δεν παύει να έχει ως ζητούμενο την πολιτική επιβίωση ή κάτι περισσότερο. Στο ΠαΣοΚ πέντε χρόνια τώρα δεσπόζει η αναμέτρηση ανάμεσα στον κ. Κ. Σημίτη και στον κ. Α. Τσοχατζόπουλο. Τι συνέδρια έγιναν, τι εκλογικές αναμετρήσεις διεξήχθησαν, τι όρκοι ενότητας και αλληλεγγύης δόθηκαν. Τίποτε. Με την πρώτη ευκαιρία λέει κάτι ο υπουργός Εθνικής Αμυνας, του απαντάει «καπάκι» ο Πρωθυπουργός. Στη Χαρ. Τρικούπη το «ντέρμπι» είναι θέμα ορόφων. Στον έκτο παίζει ο κ. Κ. Σκανδαλίδης. Στον τρίτο ο κ. Θ. Τσουκάτος. Ο πρώτος κέρδισε πέναλτι τώρα τελευταία και το έστειλε στο Μέγαρο Μαξίμου να το χτυπήσουν. Γενικώς στο κυβερνών κόμμα έχουν μια ροπή προς τις εσωτερικές «βεντέτες». Απλώς εναλλάσσονται οι πρωταγωνιστές. Ο κ. Θ. Πάγκαλος φιλονίκησε κατά καιρούς με τους κκ. Κ. Λαλιώτη, Γ. Παπανδρέου, Χρ. Παπουτσή. Η κυρία Βάσω Παπανδρέου με τον κ. Κ. Λαλιώτη και τον κ. Ι. Παπαντωνίου. Κανένας δεν κατάλαβε αν οι φιλονικίες ήταν θέμα ιδιοσυγκρασίας ή πραγματικής διαφωνίας.
Στον Συνασπισμό έχουμε μια τυπική αντιδικία που υπακούει στον κανόνα «ο πρώην και ο επόμενος». Ο κ. Ν. Κωνσταντόπουλος και η κυρία Μαρία Δαμανάκη είναι ζήτημα αν συμφωνούν ακόμη και στην καταγωγή του Ηροδότου. Σιγά την πρωτοτυπία. Στη ΝΔ το ίδιο έργο παίζεται με πολλούς πρωταγωνιστές. Δεν είναι μόνο ο κ. Κ. Καραμανλής με την κυρία Ντόρα Μπακογιάννη που βρίσκονται μονίμως «απέναντι». Στη Ρηγίλλης ορισμένοι «αντίδικοι» υπάρχουν από κεκτημένη ταχύτητα. Οταν ήταν πρόεδρος ο κ. Κ. Μητσοτάκης, του έσκαβε τον λάκκο ο κ. Μ. Εβερτ. Μετά έγινε πρόεδρος ο κ. Εβερτ και δεν τον άφηνε σε χλωρό κλαρί ο κ. Μητσοτάκης. Τώρα που δεν είναι κανένας από τους δύο πρόεδρος εξακολουθούν να τσακώνονται άνευ αποχρώντος λόγου. Οταν δεν τσακώνεται ο κ. Εβερτ με τον κ. Μητσοτάκη, παίρνει τη θέση του ο κ. Ι. Κεφαλογιάννης, ο οποίος αν δεν τσακώνεται με τον επίτιμο πρόεδρο του κόμματος θα τσακώνεται με την κόρη του (του επιτίμου). Και όταν ούτε ο κ. Εβερτ ούτε ο κ. Κεφαλογιάννης είναι εύκαιροι, τότε αναλαμβάνει ο κ. Αντ. Σαμαράς που πρωτοτύπησε σέρνοντας στα δικαστήρια τον πρώην αρχηγό του.
* Δικαστικές διαμάχες
Στα δικαστήρια λύνουν τις διαφορές τους και ο κ. Ευ. Γιαννόπουλος με τον κ. Β. Κεδίκογλου, με κατηγορούμενο τον κ. Θ. Κατριβάνο! Αυτή κι αν είναι αναμέτρηση. Ποιος είναι «δωσίλογος» και ποιος είναι «ψυχασθενής». Θα μπορούσαν να το λύσουν μεταξύ τους, αλλά η ασυλία αμφοτέρων δεν επιτρέπει στον έναν να καθήσει στο σκαμνί τον άλλον. Ετσι προσφέρεται ο κ. Κατριβάνος. Γενικώς τα δικαστήρια αποτελούν το ανώτατο στάδιο μιας διαμάχης. Με τη Δικαιοσύνη απειλεί ο κάθε πικραμένος. Ο κ. Β. Μητρόπουλος εναντίον του κ. Γ. Φλωρίδη. Ο κ. Κ. Λιάσκας εναντίον του κ. Κ. Λαλιώτη. Μια καλή βεντέτα πρέπει να έχει μέσα και ολίγον Ποινικό Κώδικα. Ο κ. Χρ. Νικολόπουλος έχει βρει τον μπελά του από τον κ. Στ. Καζαντζίδη. Το όνομα του κ. Γ. Νταλάρα αποκατεστάθη από τον «διασυρμό» του κ. Τζ. Πανούση διά της δικαστικής οδού. Τώρα μαθαίνουμε ότι ξύπνησαν τα «πάθη του πάλκου» της εποχής του Μανώλη Χιώτη και στήνονται νέες κόντρες.
Σε κάθε περίπτωση τα ίδια τα ΜΜΕ διατάσσουν τις δυνάμεις τους ευθέως ανταγωνιστικά κυνηγώντας την τηλεθέαση ή την κυκλοφορία. Ο κ. Δ. Ρίζος βρίσκεται σε μόνιμη διαμάχη με τον κ. Κ. Μήτση για τον τίτλο μιας εφημερίδας τον οποίο χρησιμοποιούν αμφότεροι. Ολες οι «φίρμες» των καναλιών αντιμάχονται καθημερινά ο ένας τον άλλον στα δελτία ειδήσεων και στις «προσωπικές» εκπομπές και ανάβουν κεράκι στην AGB. Καμιά φορά το κερί καλούνται να το ανάψουν οι προσκεκλημένοι. Π.χ., αν έχει ο ένας τον κ. Ευ. Βενιζέλο, ο άλλος χρειάζεται εξάπαντος την κυρία Μπακογιάννη, που αποτελούν το πιο δημοφιλές «ζευγάρι» όταν η πολιτική αναμέτρηση συναντά την αναμέτρηση της τηλεθέασης.
Οι «απέναντι» της νεοελληνικής πραγματικότητας θα υπάρχουν όσο υπάρχει κάτι να μοιράσουν ή να διεκδικήσουν. Το φαινόμενο οι ίδιοι να αντιδικούν με τους ίδιους είναι παλαιό και δεν είναι αποκλειστικώς ελληνικό. Απλώς στα καθ’ ημάς τείνει να γίνει μονότονο και κουραστικό. Ολοι γνωρίζουν ποιος είναι αντίπαλος με ποιον και τι επιδιώκουν.
ΟΙ ΑΝΤ’ ΑΥΤΟΥ Οπως μας πληροφορούν κύκλοι προσκείμενοι…
Εδώ και χρόνια βλέπουμε τους ίδιους ανθρώπους να έρχονται αντιμέτωποι για το ίδιο θέμα, με τον ίδιο τρόπο. Ο ένας είναι ο «αντί» του άλλου. Οπου δεν μπορούν να το κάνουν αυτοπροσώπως αναλαμβάνουν οι «κύκλοι» τους. Ενας σοβαρός «μονομάχος» δεν είναι ανάγκη να μιλάει αυτοπροσώπως. Ενίοτε αναλαμβάνουν να μιλήσουν για λογαριασμό του ορισμένα πρόσωπα που λειτουργούν ως εκπρόσωποί του. Οταν ακούει κανείς την κυρία Ελσα Παπαδημητρίου είναι σαν να ακούει την κυρία Μπακογιάννη. Οταν μιλάει ο κ. Σ. Τσιτουρίδης είναι σαν να μιλάει ο κ. Καραμανλής. Είπε μια κουβέντα ο κ. Αντ. Κοτσακάς; Βάλτε στοίχημα ότι την είπε ο κ. Τσοχατζόπουλος. Θέλετε να ακούσετε τη φωνή του κ. Σημίτη; Συντονιστείτε στον κ. Γ. Πασχαλίδη. Προ καιρού μιλούσε και ο Γ. Σουφλιάς με τη φωνή του κ. Ν. Κάκαλου αλλά τώρα τελευταία το ‘κοψε. Καμιά φορά οι εκπρόσωποι δεν είναι καν πρόσωπα αλλά ολόκληρες ομάδες προσώπων, τηλεοπτικοί και ραδιοφωνικοί σταθμοί ή εφημερίδες.
