Η αλλαγή της κεντρικής ισοτιμίας της δραχμής από τις 353 δρχ. ανά ευρώ στις 340,75 δρχ. ανά ευρώ μας κάνει εθνικά υπερήφανους και πλουσιότερους σήμερα. Σε μία μόλις ημέρα οι Ελληνες γίναμε πλουσιότεροι διότι ο εθνικός μας πλούτος, το σύνολο των κεφαλαίων και των αξιών μας αξίζουν περισσότερα ευρώ από όσα άξιζαν με την ισοτιμία των 353 δρχ. Ταυτόχρονα διευκολύνει την επίτευξη της ονομαστικής σύγκλισης και σιγουρεύει την ένταξη στην ΟΝΕ, καθώς βοηθά στην επίτευξη του κριτηρίου του πληθωρισμού, όμως δυσχεραίνει την προσπάθεια πραγματικής σύγκλισης διότι μειώνει την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας μακροπρόθεσμα.
Οι βραχυπρόθεσμες επιπτώσεις αυτής της αλλαγής στην ελληνική οικονομία είναι ιδιαιτέρως θετικές.
Η ανατίμηση διακόπτει την ανοδική τάση του πληθωρισμού και το κριτήριο σύγκλισης καθίσταται ευκολότερα επιτεύξιμο. Εφόσον η ανατίμηση της δραχμής είναι μεγαλύτερη από την αναμενόμενη ως χθες, θα δημιουργήσει εισροές κεφαλαίων οι οποίες θα ωθήσουν προς τα πάνω τις τιμές των ομολόγων και τις τιμές των μετοχών. Σύντομα αναμένεται ότι η Τράπεζα της Ελλάδος θα προχωρήσει σε μείωση των επιτοκίων, πράγμα το οποίο επίσης θα διευκολύνει την άνοδο των τιμών των μετοχών στο Χρηματιστήριο. Βεβαίως η μείωση των επιτοκίων θα είναι σταδιακή και όπως επανειλημμένως έχει λεχθεί το μεγαλύτερο μέρος της θα πραγματοποιηθεί στο δεύτερο εξάμηνο του έτους. Αν η κεντρική τράπεζα προχωρήσει άμεσα στο τέλος του μήνα ή στις αρχές του επόμενου σε γενναία μείωση των επιτοκίων, η άνοδος του Χρηματιστηρίου μπορεί να είναι και σημαντική και μεγάλης διάρκειας. Αν όμως καθυστερήσει και περιορισθεί σε συμβολική μείωση, η άνοδος των μετοχών θα είναι πρόσκαιρη και περιορισμένη.
* Σιγουριά για την ένταξη
Με την έγκριση της αλλαγής της ισοτιμίας της δραχμής μπορούμε να θεωρήσουμε ότι η ένταξη στην ΟΝΕ σιγουρεύεται. Θα ήταν παράλογο να δεχθούν οι ευρωπαίοι εταίροι την ανατίμηση της κεντρικής ισοτιμίας αν θεωρούσαν ότι η ελληνική οικονομία δεν είναι ικανή να συμμετάσχει με αξιώσεις στη ζώνη του ευρώ.
Η διαρκής επιδείνωση του πληθωρισμού έθετε σε κίνδυνο το κριτήριο σύγκλισης και το κριτήριο διατηρησιμότητας του πληθωρισμού σε χαμηλά επίπεδα και ανάγκαζε την κυβέρνηση να διατηρήσει τη σφιχτή πολιτική σε μια χρονιά εκλογών. Η απόφαση λοιπόν για την αλλαγή της ισοτιμίας και τη γενναία ανατίμηση της δραχμής ήταν κατ’ εξοχήν πολιτική και όχι οικονομική. Αποσκοπούσε στο να εξασφαλίσει τη σύγκλιση μέσω της μείωσης των πληθωριστικών πιέσεων και ταυτόχρονα να λύσει τα χέρια της κυβέρνησης ώστε να κινηθεί με μεγαλύτερη άνεση στον προεκλογικό αγώνα που έχει ήδη αρχίσει.
Από την άλλη μεριά όμως, η αλλαγή της ισοτιμίας δεν ευνοεί μακροπρόθεσμα την οικονομία. Αντίθετα η ακριβότερη δραχμή σημαίνει μείωση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών προϊόντων έναντι των Ιταλικών, των Ισπανικών, των Γαλλικών και όσων άλλων προέρχονται από ανταγωνιστικές χώρες στον τομέα των εξαγωγών. Ο τουρισμός θα γίνει ακριβότερος για τους ξένους τουρίστες, το ίδιο και τα λάδια, τα πορτοκάλια και όλα όσα εξάγουμε. Προκειμένου να πετύχουμε την αύξηση των εξαγωγών μας και κατά συνέπεια τη μείωση του εμπορικού ελλείμματος θα πρέπει να προσπαθήσουμε πολλά χρόνια, ενώ αν μπαίναμε στην ΟΝΕ με υποτιμημένη τη δραχμή το πρόβλημα αυτό θα λυνόταν εύκολα και άμεσα. Γι’ αυτόν τον λόγο, εξάλλου, και οι άλλες χώρες που συμμετείχαν στην ΟΝΕ επεδίωξαν να μπουν με χαμηλότερες παρά με υψηλότερες ισοτιμίες.
