ΛΕΓΕΤΑΙ συχνά ότι στο πολιτικό τοπίο που προέκυψε διεθνώς μετά το 1989 η διάκριση «Δεξιά – Αριστερά» έχει πάψει να υφίσταται απουσία που αποδίδεται στερεότυπα, κατά τρόπο περίπου αυτονόητο, στο «τέλος των ιδεολογιών». Οι «διαχωριστικές γραμμές» μπορεί να κατέρρευσαν, όπως αρέσκονταν να υπενθυμίζουν κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου ο αρχηγός της ΝΔ κ. Κ. Καραμανλής και ο εκπρόσωπος Τύπου της Ρηγίλλης κ. Α. Σπηλιωτόπουλος, οι τεκτονικές πολιτικές αλλαγές όμως άφησαν εντελώς ανέπαφη την Ακροδεξιά η οποία, σύμφωνα με μια τουλάχιστον εκδοχή, στοίχισε στη ΝΔ τις εκλογές της 9ης Απριλίου. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ελληνικό αλλά έχει διεθνή διάσταση. Από τους Ρεπουμπλικανούς στις ΗΠΑ ως την κατακερματισμένη γαλλική συντηρητική παράταξη, η Ακροδεξιά εμφανίζεται αειθαλής. Οι απανταχού συντηρητικές ηγεσίες αγωνίζονται ματαίως να «κλείσουν τους ακροδεξιούς στην ντουλάπα» ώστε να μην τρομάξουν τους περιζήτητους μεσοαστούς ψηφοφόρους. Σε ακραίες περιπτώσεις, όπως στην Αυστρία, η Ακροδεξιά από «φτωχός συγγενής» μετατράπηκε σε ρυθμιστή του πολιτικού παιχνιδιού που απειλεί να καταπιεί τη συντηρητική παράταξη αν δεν το έχει ήδη κάνει.
*Το «43%» και οι «23»
ΑΝΑΦΕΡΟΜΕΝΟΣ στο αποτέλεσμα των εκλογών της 9ης Απριλίου ο κ. Κ. Καραμανλής αρέσκεται να «στρογγυλεύει» το 42,7% μιλώντας αντ’ αυτού για 43% και υπαινισσόμενος έτσι ότι η ΝΔ είναι κόμμα εξουσίας. Στην πραγματικότητα όμως οι αναλύσεις για τις αιτίες της ήττας δίνουν και παίρνουν στην αξιωματική αντιπολίτευση, που βρίθει στελεχών μέσης ηλικίας, τα οποία αντιμετωπίζουν πλέον υπαρξιακά διλήμματα. Συνομιλητές και στενοί συνεργάτες του αποδίδουν τη διαφορά περισσότερης από μιας μονάδας στις επιδόσεις του κ. Γ. Καρατζαφέρη και στα ξεσπάσματα για τα «δικά μας παιδιά», τα οποία υπονόμευσαν τη soft ρητορική του αρχηγού της ΝΔ περί «μεσαίου χώρου» και «έβαλαν βούτυρο» στο ψωμί του κ. Κ. Λαλιώτη.
Προτού καν ολοκληρωθούν οι αναλύσεις της «επόμενης ημέρας» των εκλογών, σηκώθηκε ο κ. Απ. Ανδρεουλάκος ενώπιον της άναυδης ΚΟ της ΝΔ και θρυμμάτισε το πανηγυρικό κλίμα θέτοντας υποψηφιότητα για γραμματέας. «Πρέπει και η δεξιά τάση να εκφραστεί» παρατηρούσαν θυμόσοφα βουλευτές προσκείμενοι στον κ. Καραμανλή. Οταν όμως η κάλπη έβγαλε 23 ψήφους υπέρ του κ. Ανδρεουλάκου, τα περί «43%» λησμονήθηκαν και επικράτησε προβληματισμός.
Ασφαλώς το να αποδώσει κανείς το αποτέλεσμα σε υποστήριξη υπέρ τής κατ’ ευφημισμόν «δεξιάς τάσης» της ΝΔ δεν θα ήταν ακριβές. Σύμφωνα με ψυχραιμότερες εκτιμήσεις, η ψήφος αποτελεί έκφραση διαμαρτυρίας προς την απόφαση του κ. Καραμανλή να «χρίσει» τον κ. Δ. Σιούφα γραμματέα τής ΚΟ με μια διαδικασία η οποία προκάλεσε αμηχανία σε αρκετούς εκ των παρισταμένων στην αίθουσα της Γερουσίας. Υπ’ αυτήν την έννοια το μήνυμα του αποτελέσματος προς την ηγεσία της Ρηγίλλης είναι ότι δεν θα πρέπει να θεωρεί την ανανεωμένη ΚΟ «δεδομένη».
Οσο για την κίνηση του κ. Ανδρεουλάκου, αυτή ερμηνεύεται ποικιλοτρόπως. Σύμφωνα με μία εκδοχή, αποτελεί «κραυγή αγωνίας» ενός τμήματος της συντηρητικής παράταξης το οποίο δεν μπορεί να ακολουθήσει τη ΝΔ στον περίφημο «μεσαίο χώρο», όπου θέλει να τη σύρει ο κ. Καραμανλής στο έκτακτο συνέδριο του Ιουνίου. Κατά την ίδια γραμμή ανάλυσης, ο κ. Ανδρεουλάκος και οι συν αυτώ «δεν έχουν τίποτε να χάσουν» εξ ου και το έκτακτο συνέδριο ίσως επιφυλάξει δυσάρεστες εκπλήξεις στην ηγετική ομάδα της Ρηγίλλης.
*«Ακροδεξιοί… Ποιοι ακροδεξιοί;»
«ΑΚΡΟΔΕΞΙΟΙ… Ποιοι ακροδεξιοί;»: σε κατάσταση άρνησης βρίσκονται πολλά επώνυμα στελέχη της ΝΔ κρίνοντας από τις αντιδράσεις τους όταν τους ρωτούν για το πώς πρέπει να αντιμετωπιστεί η Ακροδεξιά.
Πέραν των κκ. Απ. Ανδρεουλάκου και Γ. Καρατζαφέρη, στο ακραίο δεξιό τμήμα της ΝΔ θεωρείται ότι βρίσκονται βουλευτές όπως ο κ. Γ. Γιακουμάτος, ο κ. Π. Καμμένος ή η κυρία Παρθένα Φουντουκίδου αν και οι περισσότεροι εκλαμβάνουν εαυτούς ως «γνήσιους δεξιούς». Δεν λειτουργούν ως ομάδα και πολλοί εξ αυτών δεν έχουν εμφανίσει έντονη δραστηριότητα τον τελευταίο καιρό.
Δεδομένου πάντως ότι η ακραία δεξιά τάση εκφράζεται με σκληρές εθνικιστικές τοποθετήσεις σε θέματα εξωτερικής πολιτικής, τα βλέμματα πολλών στη ΝΔ είναι στραμμένα σε δύο νεοφερμένους στη Βουλή. Τόσο ο κ. Π. Παναγιωτόπουλος, ο οποίος επρώτευσε σε σταυρούς, όσο και ο κ. Αλ. Λυκουρέζος, που ως δικηγόρος έχει αναλάβει την υπεράσπιση Σέρβων τους οποίους η Δύση θεωρεί εγκληματίες πολέμου, θα μπορούσαν να ανανεώσουν το εθνικιστικό μπλοκ της Βουλής, αν το επιθυμούσαν.
Αμφότεροι δεν έχουν δώσει μέχρι στιγμής δείγματα γραφής, όντας μάλλον επιφυλακτικοί στο θέμα των πολιτικών τους κινήσεων, καθώς έχουν επιλέξει ένα ήπιο προφίλ χαμηλών τόνων.
Ενσωμάτωση ή αποκοπή;
Η ΑΚΡΑΙΑ δεξιά τάση της ΝΔ έχει δημιουργήσει συχνά προβλήματα εικόνας στον κ. Καραμανλή, ο οποίος έχει κατηγορηθεί ότι αντιμετώπισε παθητικά τους βουλευτές της αξιωματικής αντιπολίτευσης που εγγράφονται σε αυτόν τον χώρο, ενώ εξάντλησε την αυστηρότητά του, φθάνοντας στις αρχές του 1998 ως και σε διαγραφές, απέναντι σε στελέχη του ευρύτερου φιλελεύθερου ή προοδευτικού χώρου, όπως οι κκ. Στ. Μάνος, Γ. Σουφλιάς και Β. Κοντογιαννόπουλος.
Η διεθνής πολιτική σκηνή υποδεικνύει το δίλημμα που αντιμετωπίζει η Ρηγίλλης απέναντι στην ακραία δεξιά τάση της ΝΔ: Ενσωμάτωση ή αποκοπή; Δεν είναι τυχαίο ότι υπέρ της ενσωμάτωσης κλίνουν στελέχη με ευρωπαϊκό κυρίως πολιτικό προσανατολισμό. Ενδεικτικά μπορεί να αναφερθεί η περίπτωση του κ. Πρ. Παυλόπουλου, ο οποίος σε δηλώσεις του επέσεισε τον κίνδυνο λεπενικών φαινομένων εν Ελλάδι.
Σύμφωνα με αυτή τη συλλογιστική, η ενσωμάτωση των ακροδεξιών από τη συντηρητική παράταξη προσφέρει υπηρεσία διότι τους συγκρατεί εντός συστήματος και τους διαπαιδαγωγεί δημοκρατικά. Αντιθέτως, υπέρ της αποκοπής και του «να τελειώνουμε με την Ακροδεξιά» εμφανίζονται συνομιλητές του προέδρου της ΝΔ με αμερικανική πολιτική παιδεία που έχουν στο μυαλό τους τα πάθη του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος. Σύμφωνα με αυτή τη γραμμή σκέψης, η Ακροδεξιά δυσφημεί τη συντηρητική παράταξη στα μάτια των μετριοπαθών ψηφοφόρων του επίζηλου «μεσαίου χώρου» και την εγκλωβίζει στα άκρα, μακριά από το κέντρο του πολιτικού φάσματος.
Θρησκευτικός πουριτανισμός και νεοφασισμός
Η ΕΠΙΒΙΩΣΗ της Ακροδεξιάς είναι ένα από τα παράδοξα της διεθνούς πολιτικής ζωής και έχει γίνει αισθητή σε χώρες με διαφορετικές πολιτικές παραδόσεις. Στις Ηνωμένες Πολιτείες το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα αντιμετωπίζει εδώ και περίπου μία δεκαετία το πρόβλημα της λεγομένης «χριστιανικής Δεξιάς». Πουριτανοί και θρησκόληπτοι, υπέρμαχοι της απαγόρευσης των αμβλώσεων αλλά και της ελεύθερης αγοράς και διακίνησης όπλων, οι «born again Christians» (ελληνιστί, «αναγεννηθέντες χριστιανοί»), κατέλαβαν εξ εφόδου το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα τα χρόνια της δεκαετίας του ’90, υπό την ηγεσία του κ. Νιουτ Γκίνγκριτς, ο οποίος εκτοξεύθηκε στην προεδρία του αμερικανικού Κογκρέσου το 1994. Εν τούτοις, η νεοσυντηρητική χριστιανική «επανάσταση» οδήγησε στην πραγματικότητα τους Ρεπουμπλικανούς στην άκρα δεξιά γωνία, ενώ το ασφαλές πολιτικό ένστικτο του κ. Μπιλ Κλίντον έφερνε τους Δημοκρατικούς στο κέντρο. Τα αποτελέσματα κατέστησαν εναργή στο τέλος του 1998, όταν η εμμονή της άκρας ρεπουμπλικανικής Δεξιάς στην αρχικώς πολιτική και στη συνέχεια νομική καταδίωξη του κ. Κλίντον για τα «ροζ σκάνδαλα» με τη δίδα Μόνικα Λιουίνσκι οδήγησε στα βάραθρα το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα στις εκλογές για την ανάδειξη των μελών των αμερικανικών νομοθετικών σωμάτων. Ως γνωστόν, κάθε επανάσταση που σέβεται τον εαυτό της δεν αργεί να καταβροχθήσει τα τέκνα της: ο κ. Γκίνγκριτς βρέθηκε εκτός Κογκρέσου, Ρεπουμπλικανικού Κόμματος και πολιτικής. Παρ’ όλα αυτά, η πολιτική κληρονομιά της ακραίας «χριστιανικής Δεξιάς» παραμένει. Ο φωτογενής κ. Τζορτζ Μπους Τζούνιορ αγωνίζεται να «τραβήξει» τους Ρεπουμπλικανούς προς το κέντρο μιλώντας για «συντροφικό συντηρητισμό», αλλά φοβούμενος μη χάσει τους ακραίους δεξιούς, δεν βγάζει μιλιά για το θέμα των αμβλώσεων (πολιτική δυναμίτιδα στις Ηνωμένες Πολιτείες), ενώ, επί θητείας του ως κυβερνήτη του Τέξας, οι εκτελέσεις καταδίκων υπερέβησαν τις 100!
Η περίπτωση των Ρεπουμπλικανών, που αν δεν «δουν» Λευκό Οίκο το φθινόπωρο θα βρεθούν εκτός εξουσίας για 12 συνεχή χρόνια, αναδεικνύει τα προβλήματα και τους κινδύνους της πολιτικής ενσωμάτωσης της Ακροδεξιάς. Στην Ευρώπη τα πράγματα είναι διαφορετικά αλλά δεν εμπνέουν υποχρεωτικά αισιοδοξία. Κάτω από τη βαριά σκιά του φασιστικού παρελθόντος της «Γηραιάς Ηπείρου» η ευρωπαϊκή Δεξιά κράτησε σε απόσταση την Ακροδεξιά, με αμφίβολα όμως αποτελέσματα. Οι περιπτώσεις δύο ευρωπαϊκών χωρών προσφέρουν τα πιο ενδιαφέροντα παραδείγματα. Στη Γαλλία η κατακερματισμένη σε περισσότερα κόμματα συντηρητική παράταξη κράτησε σε απόσταση την Ακροδεξιά, γεγονός όμως που δεν εξάλειψε την απήχησή της σε ένα τμήμα δεξιών γάλλων ψηφοφόρων. Η περίπτωση του κ. Ζαν Μαρί Λεπέν συμβόλιζε επί χρόνια τη δυναμική επανεμφάνιση της Ακροδεξιάς, και δη με ιδεολογία κυρίως ξενόφοβη, στην Ευρώπη· στη γειτονική Αυστρία, όμως, τα πράγματα εξελίχθηκαν με τρόπο σαφώς χειρότερο. Η συντηρητική Δεξιά του κ. Βόλφγκανγκ Σούσελ κρατήθηκε αρχικά μακριά από τους ακροδεξιούς του φωτογενούς κ. Γεργκ Χάιντερ, του οποίου όμως η απήχηση στους αυστριακούς ψηφοφόρους αυξήθηκε κατακόρυφα. Αποτέλεσμα; Οι ακροδεξιοί αναδείχθηκαν σε ρυθμιστές, μπήκαν στην κυβέρνηση και στιγμάτισαν την αυστριακή δημόσια ζωή.
