Τα κινούμενα (και τα άλλα) σχέδια της Ντίσνεϊ

Τα κινούμενα (και τα άλλα) σχέδια της Ντίσνεϊ Με αφορμή τις ταινίες κινουμένων σχεδίων και τη διαστρέβλωση της ιστορικής αλήθειας που επιχειρούν, ο Θ. Δ. Παπαγγελής επισημαίνει την αδυναμία προστασίας των παιδιών από τη λογική του πρόωρου καταναλωτισμού με την οποία βομβαρδίζονται Θ. Δ. ΠΑΠΑΓΓΕΛΗΣ Μια μέρα, πιο σύντομα από όσο υπολογίζουν και οι πιο δύσπιστοι, τα παιδιά της οικουμένης θα αποκτήσουν

ΤΟ ΒΗΜΑ

Μια μέρα, πιο σύντομα από όσο υπολογίζουν και οι πιο δύσπιστοι, τα παιδιά της οικουμένης θα αποκτήσουν κοινή μυθολογία. Ηδη φροντίζουν γι’ αυτό οι παραμυθάδες της Walt Disney Corporation. Οι χρηματιστηριακοί «γιάπις» της Γουόλ Στριτ, του Σίτι και του Χονγκ Κονγκ, τα μόνιμα και τα έφεδρα στελέχη των είκοσι εταιρειών που έχουν αναλάβει το μάνατζμεντ του πλανήτη, η κοιλάδα της σιλικόνης και τα υψίπεδα του Νεπάλ, σύντομα θα έχουν και θα ανταλλάσσουν κοινές νοσταλγικές αναμνήσεις από την «Παναγία των Παρισίων», τον «Βασιλιά των Λιονταριών», τον «Ηρακλή», την «Πεντάμορφη και το Τέρας», την «Ποκαχόντας» και τον «Ταρζάν». Οι τοπικές γιαγιάδες που φλυαρούσαν νυσταλέα θα εκλείψουν· μία και μοναδική παγκοσμιοποιημένη θεία Λένα θα διαχειρίζεται το μυθολογικό φαστφουντάδικο.


Είναι κακό αυτό; Η καλοπροαίρετη απάντηση θα ήταν πιθανώς «όχι». Ενας «κίνδυνος» είναι ασφαλώς να παγιωθεί η εντύπωση ότι ο Ηρακλής μιλούσε ανέκαθεν αγγλικά, όπως ο Τζον Γουέιν· αλλά αυτό μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε αν τον μεταγλωττίσουμε εγκαίρως σε ένα ελληνοπρεπές και ανδροπρεπές μπάσο τύπου Γκλέτσου. Ας μη γινόμαστε όμως υποχονδριακοί, και κυρίως ας μην είμαστε αχάριστοι: ποτέ τόσο πολλά παιδιά δεν ήξεραν τόσο νωρίς τόσο πολλά παραμύθια. Η Γουόλτ Ντίσνεϊ έκανε ό,τι δεν κατόρθωσαν ποτέ να κάνουν οι αδελφοί Γκριμ και ο Χανς Κρίστιαν Αντερσεν και ό,τι απέτυχαν να κάνουν οι τοπικές γιαγιάδες του πρόσφατου και απώτερου παρελθόντος μας. Και το έκανε με υψηλό αίσθημα πολιτικής ορθότητας, περί της οποίας ο Αντερσεν, οι Γκριμ, και πολύ περισσότερο οι γιαγιάδες μας, δεν είχαν ακούσει τίποτε.


Στην «Ποκαχόντας», για παράδειγμα, η εδεμική αθωότητα και φυσική ευγένεια των ιθαγενών προβάλλεται με μια υπόκρουση δυσπιστίας για το ήθος και τις προθέσεις των λευκών εισβολέων. Η θεία Λένα δεν ξέρει τίποτε για «αιμοσταγείς Απάτσι» που αρνούνται την εκπολιτιστική εξάπλωση των λευκών· μιλάει μόνο για άλλες κουλτούρες που έχουν τις δικές τους αξίες ­ και καλά κάνει. Επιπλέον, το μήνυμα της πολυπολιτισμικής ανεκτικότητας επιδίδεται σε μια διακριτική συσκευασία οικολογικών ευαισθησιών. Σ’ αυτή τη μυθολογία οι «κακοί» δεν παραβιάζουν τις δέκα εντολές αλλά ακριβώς τέτοιες ευαισθησίες: η πολυσυλλεκτική γούνα που ορέγεται η Κρουέλα ντε Βιλ στα «Εκατό σκυλιά της Δαλματίας» είναι πιο αποτρόπαιη από τις παραδοσιακές ραδιουργίες της κακιάς μητρυιάς και τις ωμοφαγικές επιδόσεις του κακού λύκου. Στο μυθολογικό αναμορφωτήριο της Ντίσνεϊ ο Κουασιμόδος δεν εντυπωσιάζει τόσο με την ακοινώνητη δυσμορφία που ξέρουμε όσο με την απύθμενη τρυφερότητα που ανακαλύπτουμε· και η Μις Αθίγγανη, η Εσμεράλδα, εκπρόσωπος μιας μειονότητας χωρίς τίτλους ευγενείας, εκτοπίζει από το «ντεφιλέ» τα συμβατικά τοπ μόντελ, αφυπνίζοντας ψίθυρους καρδιάς σε παριζιάνους αθλίους και ζεν πρεμιέ. Αλλά ούτε το φεμινιστικό λόμπι μπορεί να έχει παράπονο: στην «Πεντάμορφη και το Τέρας» δυναμικές κορασίδες προτάσσουν στήθη στο κατεστημένο της πατριαρχίας και της ανδροκρατίας, ενώ η πανωραία της ιστορίας προσπερνάει τον μυώδη μνηστήρα για χάρη του αναμορφωμένου τέρατος.


Τα παραμύθια και οι μύθοι είναι, τουλάχιστον για τα παιδιά, η βασιλική οδός προς τη φαντασία· εξάλλου ο κόσμος της Ντίσνεϊ χρωματίζει τις παιδικές μνήμες πολλών ενηλίκων. Και αν οι ιστορίες που προανέφερα απηχούν και υπηρετούν νέες ευαισθησίες, τίποτε το πρωτοφανές ­ εκτός από ξεναγοί στη φαντασία, οι μυθοπλάστες ήταν ανέκαθεν και ηθοπλάστες. Μόνο που τώρα υπάρχει μια διαφορά. Τα κινούμενα σχέδια εγκαινιάζουν πολυπλόκαμες βιομηχανίες ενθυμίων: η σεμνή Ποκαχόντας πολλαπλασιάζεται επ’ άπειρον στις παιχνιδουπόλεις του πλανήτη· ο λεοντιδεύς Σίμπα ελλοχεύει στις παιδικές συσκευασίες των ΜακΝτόναλντς· ο Ταρζάν αιωρείται στον εναέριο χώρο των παιδικών δωματίων· ο Φοίβος και η Εσμεράλδα μνημειώνονται σε κύπελλα και παιδικά σερβίτσια· τα δαλματικά κουτάβια ενδημούν σε μαθητικές τσάντες· ο κακός Φρόλο επωάζεται μέσα σε χαρμόσυνα αυγουλάκια. Ολο το «καστ» της Disney Company σφραγίζει τα εδώδιμα, τα αποικιακά, τα σχολικά και τα είδη προικός· και όλος ο θίασος παρελαύνει εν πλήρει εξαρτύσει στις πλατείες και τις λεωφόρους του τριωδίου. Εκεί που τελειώνει το παραμύθι της θείας Λένας αρχίζει το μάρκετινγκ και η καταναλωτική εμποροπανήγυρις. Τα καουμπόικα κοστούμια και οι τσολιαδίστικες φορεσιές έβγαιναν κάποτε χωρίς ένδειξη απόσυρσης και ημερομηνία λήξεως, και τερμάτιζαν την πολύχρονη σταδιοδρομία τους ως οικογενειακά κειμήλια· τώρα οι μετρ του καταναλωτισμού, σε στενή συνεργασία με τα πλατό και τα ατελιέ της Disney Corporation, λανσάρουν τις νέες «κολεξιόν» με υπολογισμένο «timing» και όταν κρίνουν ότι η αγορά είναι ώριμη για νέα μοντέλα. Δεν έχει νόημα να αναρωτηθεί κανείς εδώ αν η Ντίσνεϊ κεφαλαιοποιεί απλώς καταναλωτικές τάσεις ή τις δημιουργεί κιόλας ­ η απάντηση είναι ότι προφανώς συμβαίνουν και τα δυο.


Θα μπορούσαμε ασφαλώς να σκεφτούμε ότι ο καταναλωτισμός που διατηρεί τους νεοσσούς μας ευτυχείς είναι ένας καλός και αθώος καταναλωτισμός. Πιθανόν. Αλλά το πράγμα, τουλάχιστον για τους «καχύποπτους», έχει και άλλες όψεις που πολύ πρόσφατα, στην Αμερική τουλάχιστον, επισημάνθηκαν με ιδιαίτερη έμφαση. Το ερώτημα που διατυπώθηκε είναι: Τι απορροφούν και πώς μαθαίνουν τα παιδιά σε μια κοινωνία που ορίζεται όλο και περισσότερο από τις «big business»; Υπάρχουν μη εμπορευματοποιημένοι θύλακοι δημόσιας ζωής που να μπορούν να προστατεύσουν τα παιδιά από μια πρόωρη λογική καταναλωτισμού; Ο τεχνικός όρος για το φαινόμενο που σχολιάζουμε είναι «ολιστικός καταναλωτισμός» (totalizing consumerism), και η Ντίσνεϊ βάλλεται ήδη από ορισμένους κύκλους ως ένας από τους κύριους πράκτορές του.


Είναι αλήθεια ότι τον τελευταίο καιρό, εδώ και αλλού, ποικίλης προελεύσεως «αλαφροΐσκιωτοι» είναι έτοιμοι να ανεβούν στον ηθικολογικό άμβωνα μόλις ακούσουν για «παγκοσμιοποίηση», «αγορά» και τα όμοια· αλλά αυτό δεν είναι λόγος για να αντιδρά κανείς με τυφλή εμπιστοσύνη στη φορά των πραγμάτων (και ορισμένοι κάνουν ακριβώς αυτό) ­ κυρίως εκεί όπου το διακύβευμα δεν είναι τίποτε λιγότερο από τα παιδιά. Είναι πολύ εύκολο και αρκετά βολικό να αναθέσουμε τα παιδιά στον αυτόματο πιλότο της ποπ κουλτούρας που διακινούν οι διάφοροι Ντίσνεϊ. Η θεία Λένα εφημερεύει, ξέρει όμορφα παραμύθια και αποτελεί από μόνη της έναν ολόκληρο κόσμο. Μόνο που, σε αντίθεση με τις γιαγιάδες μας, οι σημερινοί παραμυθάδες έχουν συγκεκριμένη ατζέντα και συμφέροντα. Αλλά ακόμη και αν αυτό ακούγεται υπερβολικά καχύποπτο, από παιδαγωγική άποψη είναι βέβαιο ότι, όπως είπε κάποιος πρόσφατα, «ο κόσμος της Ντίσνεϊ δεν είναι αρκετός».


Ο κ. Θεόδωρος Δ. Παπαγγελής είναι καθηγητής του Τμήματος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version