Σχολείο ηθοποιών

ΘΕΑΤΡΟ Σχολείο ηθοποιών Συνεχίζοντας το αφιέρωμα στην καλλιτεχνική παιδεία της Ελλάδας «Το Βήμα» παρουσιάζει σήμερα το δεύτερο μέρος, που αφορά τον χώρο του θεάτρου. Περισσότερα από χίλια παιδιά αναζητούν κάθε χρόνο μια θέση στις δραματικές σχολές. Και όσα αποτύχουν στρέφονται στα ουκ ολίγα ελεύθερα εργαστήρια θεάτρου που λειτουργούν με αμφίβολα ενδεχομένως αποτελέσματα.

Σχολείο ηθοποιών

Συνεχίζοντας το αφιέρωμα στην καλλιτεχνική παιδεία της Ελλάδας «Το Βήμα» παρουσιάζει σήμερα το δεύτερο μέρος, που αφορά τον χώρο του θεάτρου.



Περισσότερα από χίλια παιδιά αναζητούν κάθε χρόνο μια θέση στις δραματικές σχολές. Και όσα αποτύχουν στρέφονται στα ουκ ολίγα ελεύθερα εργαστήρια θεάτρου που λειτουργούν με αμφίβολα ενδεχομένως αποτελέσματα. Το ζήτημα της θεατρικής παιδείας στην Ελλάδα παραμένει ανοιχτό την ίδια στιγμή που η ζήτηση αυξάνεται και η προσφορά μειώνεται σταθερά. Αν και από τη δεκαετία του ’80 έχουν γίνει βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση (με την κατάργηση της άδειας ασκήσεως επαγγέλματος), ο νόμος του 1981 (και το προεδρικό διάταγμα του 1983) αφήνει άλυτα πολλά προβλήματα και συγχρόνως βοηθάει στην ανάπτυξη της παραπαιδείας. Πολλοί είναι εκείνοι που ασπάζονται την άποψη μιας ελεύθερης επιλογής μαθημάτων.


Το υπουργείο Πολιτισμού, στην αρμοδιότητα του οποίου είναι οι σχολές, βρίσκεται σε κινητικότητα προωθώντας μια ευρύτερη Πολιτική Θεάτρου ­ στα πρότυπα αυτής του Βιβλίου­ Στη Διεύθυνση Καλών Τεχνών ολοκληρώνεται ένας κύκλος εισηγήσεων περί του θέματος, με απόψεις και προτάσεις θεατρανθρώπων· η έκδοση που θα κυκλοφορήσει θα περιλαμβάνει όλες τις πλευρές του ζητήματος «Θέατρο».


Σε δεκαεννέα ανέρχονται οι αναγνωρισμένες από το κράτος σχολές (17 έχουν την έδρα τους στην Αττική, μία στη Θεσσαλονίκη και μία στα Ιωάννινα)· σε αυτές προστίθενται οι δύο κρατικές: του Εθνικού Θεάτρου και του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος. Οι εισαγωγικές εξετάσεις γίνονται τους πρώτους μήνες του φθινοπώρου, σε δύο φάσεις: ι) στο υπουργείο Πολιτισμού, ενώπιον πενταμελούς επιτροπής, σε θεωρητικά μαθήματα (ιστορία θεάτρου και λογοτεχνίας), υποκριτική και απαγγελία ή τραγούδι και ιι) στις σχολές της αρεσκείας τους, μόνον υποκριτική (δύο μονολόγοι και ένα ποίημα της επιλογής τους).


* Σχολές και εργαστήρια


Σε κάθε σχολή εισάγονται κατ’ έτος όχι περισσότεροι από τριάντα μαθητές. Η φοίτηση είναι τριετής και τα δίδακτρα (πλην της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου και του ΚΘΒΕ που είναι δωρεάν) ανέρχονται σε 50.000 – 60.000 δραχμές μηνιαίως (εκπαίδευση σε οκτάμηνη βάση). Κατά τη διάρκεια των σπουδών τους διδάσκονται υποχρεωτικά υποκριτική, τραγούδι και μουσική, σκηνογραφία, μακιγιάζ, ιστορία θεάτρου… Οι καθηγητές των σχολών πρέπει, σύμφωνα με τον νόμο, να είναι «έγκριτοι» και να πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις. Για τους ηθοποιούς που διδάσκουν είναι απαραίτητη η 15χρονη σκηνική προϋπηρεσία τους και πτυχίο ανώτερης σχολής, το οποίο είναι απαραίτητο και για τους καθηγητές των θεωρητικών. Οι αμοιβές των καθηγητών δεν ξεπερνούν τις εκατό χιλιάδες δραχμές για έξι ώρες μάθημα. Πρόσφατο είναι άλλωστε το περιστατικό της παραίτησης του Γιώργου Μιχαλακόπουλου από τη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου ως ένδειξη διαμαρτυρίας για τις χαμηλές αμοιβές· τότε ήταν 65.000 δρχ.


Με το τέλος της τριετίας οι μαθητές περνούν τις απολυτήριες εξετάσεις τους αλλά όχι μόνον ενώπιον της επιτροπής της σχολής τους. Οι μαθητές εξετάζονται και πάλι από πενταμελή επιτροπή του ΥΠΠΟ, η οποία και τους δίνει το αναγνωρισμένο πτυχίο. Στην πλειονότητά τους οι απόφοιτοι των σχολών επιτυγχάνουν και στις εξετάσεις του υπουργείου. Το ίδιο όμως δεν συμβαίνει στις εισαγωγικές, όπου οι μαθητές μπορεί να επιτύχουν στη σχολή τους αλλά όχι στην επιτροπή του ΥΠΠΟ. Οσοι αποτύχουν να εισαχθούν στις αναγνωρισμένες σχολές ή όσοι επιτύχουν στις εξετάσεις της σχολής και όχι του υπουργείου αναζητούν την τύχη τους στα ελεύθερα εργαστήρια και τις υπόλοιπες σχολές που λειτουργούν.


* Ο νόμος και οι επιπτώσεις


«Η κατάργηση της άδειας δεν χειροτέρεψε την κατάσταση στο θέατρο, όπως πολλοί φοβόντουσαν», λέει ο Κώστας Γεωργουσόπουλος. «Ο μόνος που μπήκε στο επάγγελμα χωρίς να έχει περάσει από σχολή, μετά το ’80, είναι ο Λάκης Λαζόπουλος. Για να μην αναφερθώ στον Θανάση Βέγγο, ο οποίος έδωσε 14 φορές εξετάσεις και δεν πήρε την άδεια!! Είναι χαρακτηριστικό ότι ως τα τέλη της δεκαετίας του ’70 οι σχολές ήταν τριπλάσιες από τις σημερινές. Ωστόσο μέγα λάθος της επιτροπής που έφτιαξε εν συνεχεία τον νόμο για τις σχολές ήταν οι εισαγωγικές εξετάσεις, εξαιτίας των οποίων απαγορεύουν σε κάποιους ηθοποιούς να πάνε στις σχολές».


Το σύστημα της προετοιμασίας για τις εισαγωγικές εξετάσεις οδηγεί τα παιδιά στα φροντιστήρια ή τα εργαστήρια, όπου το αποτέλεσμα της δουλειάς δεν είναι ούτε προβλέψιμο ούτε προς όφελός τους τις περισσότερες φορές. «Το κράτος πρέπει να επέμβει στην οργάνωση της εκπαίδευσης», επισημαίνει ο κ. Γεωργουσόπουλος. «Πρέπει να ελέγχει και να εγκρίνει το πρόγραμμα σπουδών αλλά πρέπει να καταργήσει τις υποχρεωτικές εισαγωγικές αλλά και τις απολυτήριες εξετάσεις. Αντ’ αυτών μπορεί να ορισθεί μια επιτροπή ­ ενδεχομένως τριετούς διάρκειας ­ με τη συμμετοχή εκπροσώπων των υπουργείων Εργασίας και Παιδείας. Αυτή η επιτροπή θα μπορεί να δίνει δίπλωμα ισότιμο με αυτό της σχολής του Εθνικού Θεάτρου σε όσους αποφοίτους το ζητούν».


Η αναγνώριση του πτυχίου είναι χρήσιμη για την εκπαίδευση και τη διδασκαλία, για υποτροφίες και μεταπτυχιακά. «Φέτος αποφοίτησαν οι πρώτοι μαθητές από τη σχολή μας, συνολικά 22 παιδιά», λέει ο σκηνοθέτης Τάσος Μπαντής, επικεφαλής του θεατρικού οργανισμού «Μορφές». «Από αυτούς μόνον οι δέκα είχαν εξετασθεί από το υπουργείο όταν ξεκινούσαν τις σπουδές και έδωσαν πάλι τώρα που αποφοίτησαν. Οι υπόλοιποι πήραν το πτυχίο μόνον από τη σχολή μας και για μας είναι ακριβώς το ίδιο οι μεν με τους δε». Με τους περισσότερους άλλωστε από τους πρώτους αυτούς αποφοίτους της σχολής ο Τάσος Μπαντής θα ετοιμάσει μια παράσταση για την άνοιξη του ’97, ενώ ήδη τρεις απόφοιτοι θα παίξουν στον «Γυάλινο κόσμο» με τη Ράνια Οικονομίδου στο θέατρο «Εμπρός».


«Ούτε εμείς οι καθηγητές ούτε τα ίδια τα παιδιά συνειδητοποιούν το πόσο αλλάζουν στη διάρκεια των τριών χρόνων», λέει ο Κώστας Κοντογιάννης, υπεύθυνος της Δραματικής Σχολής Αθηνών, στην οποία την καλλιτεχνική διεύθυνση έχει ο σκηνοθέτης Γιώργος Θεοδοσιάδης. «Το ενδιαφέρον των παιδιών αυξάνεται χρόνο με τον χρόνο· στο τρίτο έτος αρχίζουν να σκέφτονται “και τώρα τι κάνουμε”». Από πέρυσι οι απόφοιτοι αυτής της σχολής βρίσκουν στέγη στο θέατρο «Βικτώρια»: Φέτος ανεβάζουν το έργο του Ντέιβιντ Μπιρντ «900 Ονεόντα», σε σκηνοθεσία Γ. Θεοδοσιάδη.


«Το υπουργείο λειτουργεί ανασταλτικά γιατί κόβει ορισμένους από τους υποψηφίους που εμείς θεωρούμε άξιους για να γίνουν ηθοποιοί», λέει ο Μίμης Κουγιουμτζής, με την πολυετή πείρα του δασκάλου στη σχολή του Θεάτρου Τέχνης. Θεωρεί τη σχολή απαραίτητο στοιχείο για την πορεία ενός ηθοποιού και την εξέλιξή του. «Μόνος σου δεν μπορείς να καλλιεργηθείς. Από το πρώτο ως το τρίτο έτος η μεταβολή των παιδιών είναι μεγάλη. Οταν μπαίνουν στη σχολή όλα είναι θολά. Εμείς στο Τέχνης προσπαθούμε να καλλιεργούμε και να διατηρούμε την αυστηρότητα, την πειθαρχία, το ήθος και το πνεύμα».


Με τη διαδικασία της μεταμόρφωσης της χρυσαλλίδας παρομοιάζει ο διευθυντής της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου Τάσος Ρούσσος την πορεία των παιδιών στη σχολή. «Θα άξιζε να τα κινηματογραφήσει κανείς την πρώτη και την τρίτη χρονιά», επισημαίνει, τονίζοντας όμως ότι «το επίπεδο των παιδιών φθίνει και οι επιλογές μας γίνονται όλο και πιο δύσκολες». Φέτος αναφέρει ότι από τα 535 παιδιά που έδωσαν εισαγωγικές μόνον τα δώδεκα πέρασαν τις εξετάσεις.


«Παλιότερα», σημειώνει ο Μίμης Κουγιουμτζής, «υπήρχε λιγότερη καλλιέργεια και εκπαίδευση, αλλά περισσότερη αθωότητα και, κυρίως, πίστη στο αντικείμενο. Σήμερα το θεωρούν μέσο για να αντεπεξέλθουν επαγγελματικά, να γίνουν επώνυμοι».


* Δάσκαλοι και μαθήματα


«Στις περισσότερες δραματικές σχολές η διδασκαλία στηρίζεται στη μίμηση. “Παίξε όπως παίζω”. Οπότε ο μαθητής δεν μαθαίνει το πώς πρέπει να παίζει αλλά το πώς παίζει ο δάσκαλός του. Η συνέχεια είναι γνωστή. Τελειώνει τη δραματική σχολή και όταν έρχεται σε επαφή με το κείμενο ενός θεατρικού προσώπου στέκει αμήχανος. Περιμένει κάποιον να του πει το πώς θα παίξει. Δυστυχώς η υποκριτική όπως διδάσκεται είναι η μόνη τέχνη που δεν έχει καμία τεχνική», λέει ο Γιώργος Κιμούλης που δημιούργησε πέρυσι ένα θεατρικό εργαστήρι το οποίο φέτος πήρε τη μορφή σχολής (Σύγχρονο Θέατρο Αθήνας), αναγνωρισμένης από το κράτος. «Η δουλειά του δασκάλου σε μια δραματική σχολή είναι να ανακαλύψει ο μαθητής τον προσωπικό του τρόπο, την προσωπική του μέθοδο. Αυτό προσπαθούμε να μάθουμε στους σπουδαστές της δικής μας σχολής».


Ο Κώστας Καζάκος, για παράδειγμα, κρίνοντας ότι το επίπεδο των σχολών αλλά και το σύστημα εκπαίδευσης είναι μη αποδοτικά, ίδρυσε από πέρυσι δική του σχολή, τετραετούς διάρκειας, η οποία εντάσσεται στις αναγνωρισμένες από το ΥΠΠΟ και της οποίας τα δίδακτρα ανέρχονται σε 80.000 δρχ. μηνιαίως, αλλά και ελεύθερο εργαστήρι, τετράμηνης διάρκειας και 60.000 δρχ. μηνιαίως, που προετοιμάζει ενδεχομένως τα παιδιά για τη σχολή ή τα βοηθάει να κατασταλάξουν στις επιλογές τους. «Πιστεύω ότι τα μαθήματα που γίνονται δεν καλύπτουν τα κενά των παιδιών ούτε τις απαιτήσεις του θεάτρου. Επιπλέον δίνω τη δυνατότητα στα παιδιά που δεν περνάνε τις εξετάσεις του υπουργείου, που δεν έχουν πού να πάνε». Παράλληλα με την ανώτερη παιδεία στον χώρο του θεάτρου, λειτουργεί και η ανώτατη, με τρία πανεπιστημιακά τμήματα, στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και την Πάτρα.


Κανένα όμως από αυτά δεν «παράγει» ηθοποιούς, αλλά θεωρητικούς του θεάτρου, θεατρολόγους. Ωστόσο η σύνδεση της θεωρίας με την πράξη (ήτοι πανεπιστήμιο και θεατρικές σχολές) θα μπορούσε, ενδεχομένως, να οδηγήσει σε μια μελλοντική συνεργασία με αποδέκτες του φοιτητές-μαθητές.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version