Σε ποιον Θεό πιστεύουν οι φιλόσοφοι

Σε ποιον Θεό πιστεύουν οι φιλόσοφοι Από τις καινοτόμες ιδέες του Καρτέσιου ως τις θεωρίες του Σπινόζα, τις τολμηρές προτάσεις του Χιουμ και τον «Καθαρό λόγο» του Καντ η φιλοσοφία έθεσε τις βάσεις για μια νέα θεώρηση της ύπαρξης ενός ανώτατου όντος που ρυθμίζει τους νόμους της φύσης Γ. ΒΩΚΟΣ Σε ένα πολύ προσωπικό σημείωμα, που δεν αποχωριζόταν ποτέ, ο Πασκάλ διακρίνει

Σε ποιον Θεό πιστεύουν οι φιλόσοφοι


Σε ένα πολύ προσωπικό σημείωμα, που δεν αποχωριζόταν ποτέ, ο Πασκάλ διακρίνει τον Θεό του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ από τον Θεό των φιλοσόφων και των επιστημόνων. Η διάκριση ωστόσο δεν φαίνεται να είναι εύκολη στην εφαρμογή της ούτε για τον ίδιο τον Πασκάλ, καθώς σε μια διάσημη αποστροφή των Σκέψεων στρέφεται εναντίον του Καρτέσιου, στον οποίο δεν συγχωρεί ότι αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει τον Θεό στην αρχή, για να τον ξεχάσει στη συνέχεια. Παρά την πρακτική και θεωρητική δυσκολία της διάκρισης, που συχνά μοιάζει ανυπέρβλητη, θα δοκιμάσω να συγκεντρώσω την προσοχή μου στην ιδέα του Θεού που επεξεργάστηκαν ορισμένοι φιλόσοφοι, των οποίων το έργο στάθηκε κρίσιμο για την ιστορία της νεότερης σκέψης.


Αν περιγράψουμε τη φιλοσοφία ως αποδεικτικό λόγο που ορίζει τις τεχνικές και τα αντικείμενά του πέρα από την περιοχή της αποκάλυψης, ο πρώτος σταθμός στα νεότερα χρόνια είναι ο Καρτέσιος, γιατί στη φιλοσοφία του κάνει την εμφάνισή της μια καινούργια ιδέα του Θεού. Η ιδέα αυτή αρθρώνεται στις καρτεσιανές αποδείξεις για την ύπαρξη του Θεού και ειδικά στην απόδειξη που ο Καντ θα ονομάσει οντολογική. Στην πιο συνοπτική της διατύπωση, η καρτεσιανή απόδειξη μπορεί να πάρει την ακόλουθη μορφή: ο Θεός είναι τέλειος· η ύπαρξη είναι τελειότητα· συνεπώς ο Θεός υπάρχει. Η σημασία της απόδειξης, τουλάχιστον σε πρώτη ματιά, βρίσκεται στην ιδέα του Θεού ως τέλειου όντος, στο μέτρο ακριβώς που η ιδέα αυτή δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί δεδομένο της πίστης αλλά την ανακαλύπτω με τον λόγο στο πνεύμα μου.


Η αιτία του εαυτού του


Αλλά το εκρηκτικό περιεχόμενο της καρτεσιανής ιδέας του Θεού βρίσκεται αλλού· στο γεγονός ότι ο φιλόσοφος συνδυάζει με τρόπο ρηξικέλευθο την παντοδυναμία του Θεού με την ύπαρξή του: δεν μπορούμε να σκεφτούμε την ύπαρξη του Θεού ως ενδεχόμενη, γιατί ο Θεός, ως παντοδύναμος, παράγει τον εαυτό του. Ετσι, η ύπαρξη του Θεού είναι αναγκαία και οφείλεται στην παντοδυναμία του ή, με άλλα λόγια, ο Θεός είναι αιτία του εαυτού του. Στην πρόταση αυτή οι σύγχρονοι του Καρτέσιου δεν δυσκολεύτηκαν να αναγνωρίσουν μια καινούργια αλλά εξαιρετικά επικίνδυνη ιδέα του Θεού, στο μέτρο που ο Θεός δεν είναι πια αναίτιος, όπως συνέβαινε στη φιλοσοφία του Θωμά του Ακινάτη, αλλά τείνει να υποταγεί στην έννοια της αιτιότητας. Τούτη ‘δώ είναι που μας επιτρέπει, κατά κάποιον τρόπο, να πλησιάσουμε τον Θεό με τη βοήθεια του λόγου και μόνο. Από τη σκοπιά αυτή, το βασικό κατόρθωμα της καρτεσιανής απόδειξης είναι ο πολλαπλασιασμός της δύναμης του λόγου, ο οποίος βλέπει το θεμέλιό του στον Θεό, καθώς αγγίζει σχεδόν την ουσία του. Η αιτιότητα είναι η παραχώρηση στην οποία προβαίνει ο Θεός, ώστε να μας επιτρέψει να τον καταλάβουμε ως αιτία εαυτού, αποκαλύπτοντας κάτι από τη σχέση που ο ίδιος έχει με τον εαυτό του. Στη γνώση αυτή πρέπει να αρκεστούμε, χωρίς να επιχειρήσουμε τίποτε περισσότερο· και ο Καρτέσιος, για λογαριασμό του, ακολούθησε τούτον ‘δώ τον φρόνιμο αυτοπεριορισμό. Ηδη όμως είχε εκθέσει σε «μεγάλους κινδύνους τα πιο ιερά πράγματα του κόσμου», όπως το παρατήρησε αμέσως ένας επαρκής θεολόγος της εποχής: μερικά χρόνια αργότερα, στη γειτονική Ολλανδία, ο Σπινόζα θα ορίσει τον Θεό ως γεωμετρικό αντικείμενο και θα υποτάξει τη θεϊκή δραστηριότητα στην αναγκαιότητα των θεϊκών νόμων, υποστηρίζοντας ότι «ο Θεός ενεργεί από μόνους τους νόμους της φύσης του, χωρίς να υπόκειται σε κανέναν καταναγκασμό». Η σπινοζική εξίσωση του Θεού με τη φύση δείχνει πόσο δικαιολογημένος ήταν ο θυμός του Πασκάλ.


Η καρτεσιανή αντίληψη αποτέλεσε σημείο αναφοράς για την ιστορία της φιλοσοφικής αλλά και της επιστημονικής σκέψης, στο μέτρο που συναρτούσε την ιδέα του Θεού, ως αιτία εαυτού, με την ιδέα της αιτιότητας. Ακριβώς εναντίον αυτής της ιδέας, αν θεωρηθεί ανεξαρτήτως της εμπειρίας και, συνεπώς, αποκλειστικό παράγωγο του λόγου, στράφηκε ο Χιουμ, ο οποίος υποστήριξε ότι όλες οι ιδέες αποτελούν αντίγραφα ή εικόνες αισθητηριακών εντυπώσεων. Συνεπώς δεν υπάρχουν έμφυτες ιδέες και αν δεν είχαμε συγκεκριμένη εμπειρία του κόσμου, δεν θα μπορούσαμε καν να μιλήσουμε για πνεύμα. Η ιδέα του Θεού δεν αποτελεί εξαίρεση και κατά συνέπεια η καταγωγή της πρέπει να αναζητηθεί στην εμπειρία. Με δεδομένη αυτή την αφετηρία ο Χιουμ θα επιχειρήσει να δείξει ότι η εμπειρία δεν μπορεί να θεμελιώσει την ιδέα του Θεού ως άπειρου και τέλειου όντος.


Ο υπερβατικός χαρακτήρας


Το βασικό επιχείρημα του Χιουμ στηρίζεται στη γενική αποδοχή ότι ο Θεός είναι, «για να το πω έτσι, μοναδικός στο είδος του». Στην προοπτική αυτή ο Θεός είναι ασύγκριτος και κατά συνέπεια δεν μπορώ να εφαρμόσω κανένα είδος αναλογικού συλλογισμού στην περίπτωσή του. Η εξαίρεση του Θεού από το σύστημα των αναλογικών συλλογισμών προσφέρει το μεγάλο πλεονέκτημα να εξασφαλίζει τον υπερβατικό του χαρακτήρα. Αλλά το πλεονέκτημα αυτό περιορίζεται κατά πολύ, αν δεν αφανίζεται, από το γεγονός ότι ο υπερβατικός Θεός δεν μπορεί να γίνει γνωστός. Ετσι, φαίνεται να βρίσκομαι παγιδευμένος στο ακόλουθο δίλημμα: ή ο Θεός είναι άπειρος και μοναδικός, αλλά τότε δεν μπορώ να τον γνωρίσω· ή μπορώ να τον γνωρίσω, αλλά τότε δεν είναι άπειρος και μοναδικός, δηλαδή παύει πια να είναι Θεός. Και στις δύο περιπτώσεις η ιδέα που σχηματίζω για τον Θεό δεν έχει συνοχή. Αν όμως η ιδέα του Θεού δεν έχει συνοχή, είναι προφανώς μάταιο να προσπαθήσω να αποδείξω την ύπαρξή του.


Στο συμπέρασμα αυτό φαίνεται να καταλήγει ο Χιουμ και το πετυχαίνει συγκεντρώνοντας τα πυρά του εναντίον της «αναγκαίας ύπαρξης», η οποία αποτελεί και το θεμέλιο της οντολογικής απόδειξης του Θεού: «οι λέξεις αναγκαία ύπαρξη» ­ υπογραμμίζει ο Χιουμ ­ «δεν έχουν νόημα». Και τούτο γιατί ό,τι συλλαμβάνουμε με τον νου μας ως υπαρκτό, μπορούμε επίσης να το συλλάβουμε ως μη υπαρκτό. Αλλά τότε είναι προφανές ότι ο πρώτος λόγος δεν ανήκει στον Λόγο, ο οποίος πρέπει να υποταγεί στη μία και μοναδική πραγματικότητα που είναι ο κόσμος. Ο κόσμος όμως δεν είναι αποτέλεσμα, δεν είναι παράγωγο ούτε πρόνοιας ούτε ευεργεσίας· είναι μονίμως εδώ και πρέπει να τα βγάλουμε πέρα μαζί του, μέσα σε απροσδόκητες συναντήσεις, απρόβλεπτες συγκυρίες, άγνωστα μεγέθη στα οποία προσπαθούμε να δώσουμε πρόσωπο. Τι πιο φυσικό, πιο ανθρώπινο, από το να θέλουμε να επιβάλουμε μια τάξη σε αυτό που μας φαίνεται αταξία, επειδή μας τρομάζει; Για άλλη μια φορά ο φιλοσοφικός στοχασμός γύρω από την ιδέα του Θεού απολήγει σε μια αντίληψη για τον λόγο.


Οπως είναι γνωστό, η τολμηρή και ριψοκίνδυνη πρόταση του Χιουμ ξύπνησε τον Καντ από τον δογματικό του ύπνο και τον οδήγησε να προσδιορίσει με ασφάλεια τα όρια του ανθρώπινου λόγου. Ενας από τους βασικούς κρίκους της φιλοσοφίας του Καντ στην προσπάθεια αυτή είναι να δείξει ότι δεν μπορούμε σε καμία περίπτωση να αποδείξουμε την ύπαρξη του Θεού, όπως εξάλλου δεν μπορούμε να αποδείξουμε και τη μη ύπαρξή του. Το πρόβλημα αυτό ξεπερνάει τις δυνατότητες του λόγου, όπως θα το υποστηρίξει ο Καντ αναιρώντας αποφασιστικά την ισχύ της οντολογικής απόδειξης. Και στην προκειμένη περίπτωση η απαρχή βρίσκεται στον Καρτέσιο, μόνο που η απόδειξη φτάνει στον Καντ με τη διαμεσολάβηση του Χιουμ. Σε αντιδιαστολή με τον τελευταίο, ο γερμανός φιλόσοφος αποδέχεται τόσο τη λογική συνοχή όσο και το περιεχόμενο της ιδέας του Θεού. Αυτό που απορρίπτει είναι η δυνατότητα του περάσματος από την ιδέα του Θεού στην ύπαρξή του. Σύμφωνα με το διάσημο παράδειγμα του Καντ, το οποίο επιστρατεύεται στην Κριτική του καθαρού λόγου ώστε να πειστούν ακόμη και οι πιο φανατικοί, υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην ιδέα των 100 δραχμών στο μυαλό μου και στην ίδια ιδέα με το περιεχόμενό της στην τσέπη μου· και δυστυχώς τα χρήματα στην τσέπη μου δεν μπορούν να προκύψουν από την ιδέα τους στο μυαλό μου. Με τον ίδιο τρόπο ο Καντ θα υποστηρίξει πως ούτε η ύπαρξη ούτε η μη ύπαρξη του Θεού μπορούν να προκύψουν από την ιδέα του.


Η ηθική πράξη του ανθρώπου


Στο σημείο αυτό το φιλοσοφικό πρόβλημα της ύπαρξης του Θεού μοιάζει ριζικά απονευρωμένο και έτοιμο να τοποθετηθεί στο μουσείο των μάταιων ερωτημάτων του ανθρώπινου λόγου. Δεν είναι όμως αυτή η τελική πρόταση του Καντ. Ο φιλόσοφος που αχρήστευσε οριστικά τις μεταφυσικές αποδείξεις της ύπαρξης του Θεού θα θεμελιώσει την ύπαρξη του Θεού στη βάση της ηθικής πράξης του ανθρώπου. Με άλλα λόγια, η φιλοσοφική ιδέα του Θεού στον Καντ δεν είναι παράγωγο της μεταφυσικής αλλά της ηθικής. Ετσι, η ιδέα του Θεού περνά από τη σφαίρα της θεωρίας στη σφαίρα της πράξης, εξασφαλίζοντας στο ανθρώπινο υποκείμενο τη συνοχή της έλλογης δραστηριότητάς του. Από τη σκοπιά αυτή, περνώντας από τη θεωρητική στην πρακτική του χρήση, ο λόγος στον Καντ ξεπερνά τον εαυτό του ή, ακριβέστερα, τον πραγματώνει.


Αν έτσι έχουν τα πράγματα, μετακινώντας τη φιλοσοφική ιδέα του Θεού από τη θεωρία στην πράξη, ο Καντ δημιουργεί τις προϋποθέσεις για ένα είδος ορθολογικής πίστης, η οποία, χωρίς να βρίσκεται οπωσδήποτε σε αντιπαράθεση με τη θρησκεία, δεν είναι αναγκαίο να υποτάσσεται σε αυτήν. Ακόμη περισσότερο, η ορθολογική πίστη, έτσι όπως την επεξεργάζεται ο Καντ στην περιοχή της πρακτικής φιλοσοφίας, στρέφεται εναντίον του θρησκευτικού φανατισμού και της φανατισμένης θεολογίας, περιορίζοντας τη θρησκεία στα όρια του απλού λόγου.


Αν θεωρήσουμε, όπως μοιάζει λογικό, ότι οι άνθρωποι δεν περιμένουν τους φιλοσόφους για να πιστέψουν ή να μην πιστέψουν στον Θεό, ποια είναι η σημασία που μπορούμε να αναγνωρίσουμε στις φιλοσοφικές ιδέες του Θεού; Η απάντηση δεν είναι εύκολη. Ισως η αστοχία δεν θα ήταν μεγάλη, αν υποστηρίζαμε πως κάθε αυστηρός ορισμός του Θεού είναι και μια απόπειρα της λογικής μας να μετρήσει τις δυνάμεις της και να χαράξει τα όριά της.


Ο κ. Γεράσιμος Βώκος είναι καθηγητής Φιλοσοφίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version