Ο σύγχρονος φάρος της γνώσης

Ο σύγχρονος φάρος της γνώσης Απέναντι από το σημείο όπου πιθανολογείται ότι στεκόταν ένα από τα επτά θαύματα του κόσμου, ο Φάρος της Αλεξάνδρειας, σήμερα δεσπόζει ένα σύγχρονο θαύμα, η Νέα Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, η Bibliotheca Alexandrina ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΟΣΚΙΝΑ Η Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, που ιδρύθηκε από τους Πτολεμαίους Σωτήρα και Φιλάδελφο και τον Δημήτριο Φαληρέα

Ο σύγχρονος φάρος της γνώσης


Η Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, που ιδρύθηκε από τους Πτολεμαίους Σωτήρα και Φιλάδελφο και τον Δημήτριο Φαληρέα τον 4ο αιώνα π.Χ. και περιελάμβανε πάνω από 700.000 τόμους παπύρων, δοκίμασε κατ’ επανάληψη την ανθρώπινη μανία, άγνοια και ζήλια ώσπου τελικά έπαψε να υπάρχει. Καταστράφηκε για πρώτη φορά από τον Ιούλιο Καίσαρα, ενώ η δεύτερη καταστροφή της, που ήταν και ολοσχερής, συντελέστηκε από τους Αραβες τον 7ο αιώνα. Και όμως, ενώ η μεγαλύτερη βιβλιοθήκη του αρχαίου κόσμου θα μπορούσε να αποτελεί απλώς άλλο ένα πολιτιστικό επίτευγμα που ανήκει οριστικά στο παρελθόν, η σύγχρονη Αίγυπτος και η Unesco, με τη συμπαράσταση πολλών άλλων κρατών, ετοιμάζονται να γιορτάσουν την είσοδο στο Millennium με τα εγκαίνια ενός νέου θαύματος, της Νέας Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας, της Bibliotheca Alexandrina, όπως βαπτίστηκε. Από το 1986, που ο πρόεδρος Χόσνι Μουμπάρακ πήρε την απόφαση για την ίδρυσή της και έβαλε τον θεμέλιο λίθο, ως την άνοιξη του 2001, που φαίνεται ότι θα εγκαινιαστεί τελικά η Βιβλιοθήκη, θα έχουν δαπανηθεί μόνο για τα έργα κατασκευής πάνω από 200 εκατ. δολάρια, ενώ το εργοτάξιο των 45.000 τ.μ. που λειτουργεί για την υλοποίηση της πρότασης μιας ομάδας νεαρών τότε αρχιτεκτόνων από τη Νορβηγία που κέρδισαν το πρώτο βραβείο στον Διεθνή Αρχιτεκτονικό Διαγωνισμό που διεξήχθη με αυτόν τον σκοπό το 1989 φέρνει στον νου τις περασμένες δόξες των μεγάλων έργων των φαραώ.


Τεχνολογικό επίτευγμα


Χτισμένη στον χώρο όπου βρίσκονταν, σύμφωνα με τις ανασκαφές, τα ανάκτορα των Πτολεμαίων, η νέα Βιβλιοθήκη μοιάζει με φανάρι πλοίου. Η αρχιτεκτονική αυτή αναφορά αποκτά μεγαλύτερη σημασία αν αναλογιστεί κανείς ότι το νέο κτίριο βρίσκεται σχεδόν απέναντι από το σημείο όπου πιθανολογείται πως στεκόταν ένα από τα Επτά Θαύματα του κόσμου, ο Φάρος της Αλεξάνδρειας. Κυκλική, με διάμετρο 160 μ. και συγχρόνως επικλινής, η Βιβλιοθήκη διαθέτει 10 ορόφους, για την ακρίβεια μεσοπατώματα, αφού ο εσωτερικός χώρος είναι κατά μεγάλο ποσοστό ενιαίος, έχει ύψος 33 μ. και καταλαμβάνει 85.000 τ.μ., έχοντας το χαμηλότερο σημείο της αρκετά μέτρα κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας.


Βρίσκεται στην Corniche, ακριβώς δίπλα στη θάλασσα, από την οποία τη χωρίζει μόνο ο δρόμος. Για τον λόγο αυτόν ένα τεράστιο υπόγειο τείχος-φράγμα την προφυλάσσει από την πίεση της Μεσογείου και της εξασφαλίζει παράλληλα στεγανότητα αλλά και αντισεισμική αντοχή. Γύρω από το κτίριο, του οποίου ο τέλειος κύκλος διακόπτεται στη δεξιά πλευρά, ώστε να συνδεθεί με το προϋπάρχον Conference Hall, υπάρχει μια ρηχή δεξαμενή νερού έτσι ώστε να δίνεται η εντύπωση ότι το κεντρικό κτίριο βγαίνει από τη θάλασσα. Η Βιβλιοθήκη, το Conference Hall αλλά και το παρακείμενο Πλανητάριο που κατασκευάζεται συγχρόνως βρίσκονται σε ένα τεράστιο οικοδομικό τετράγωνο που συνορεύει με το Πανεπιστήμιο της Αλεξάνδρειας, με το οποίο και συνδέεται με αερογέφυρα πεζών για τη διευκόλυνση των φοιτητών. Για λόγους εθνικού ενδιαφέροντος θα ήταν σκόπιμο να αναφέρει κανείς ότι το τρίτο οικοδομικό τετράγωνο από την Corniche, μετά τη Βιβλιοθήκη και το Πανεπιστήμιο, είναι η τεράστια έκταση που ανήκει στην ελληνική κοινότητα στην οποία στεγάζονται το Ελληνικό Προξενείο, το σχολείο, τα γήπεδα κτλ. Αυτό αποκτά τεράστιο ενδιαφέρον εν όψει των συζητήσεων για τη δημιουργία ελληνικού πανεπιστημίου στην Αλεξάνδρεια, πράγμα που θα ήταν θεμιτό και θα επανενεργοποιούσε όχι μόνο τη μικρή ελληνική κοινότητα και τον ρόλο της αλλά και γενικότερα τις μακρόχρονες ελληνοαιγυπτιακές σχέσεις.


Τα έργα κατασκευής ξεκίνησαν το 1995 και σήμερα έχουν σχεδόν ολοκληρωθεί. Η Βιβλιοθήκη, που για τον κόσμο αποτελεί ήδη ένα νέο θαύμα, θα είναι ένας σύγχρονος ναός γνώσης αλλά και ένα τεχνολογικό επίτευγμα. Η εμφάνισή της παραπέμπει αφενός στον ανατέλλοντα ήλιο συμβολίζοντας το ξύπνημα ταυτόχρονα της πόλης και της γνώσης και αφετέρου σε φάρο, πράγμα που ενισχύεται και από τη μεταλλική και γυάλινη πρόσοψή της. Αρχιτεκτονικά είναι ένας συνδυασμός παλαιών και σύγχρονων στοιχείων. Διότι, ενώ η πρόσοψή της και το αιωρούμενο και φωτισμένο εντυπωσιακά Πλανητάριο ανήκουν στην αρχιτεκτονική του 21ου αιώνα, η πίσω πλευρά του κτιρίου, που είναι επενδεδυμένη με γρανίτη ειδικά φερμένο από το Ασουάν, υπενθυμίζει τη σημασία της αρχαίας αιγυπτιακής αρχιτεκτονικής και γλυπτικής. Ο ημικυκλικός αυτός γρανιτένιος τοίχος φέρει εγχάρακτα γράμματα από τα αλφάβητα όλων των γνωστών, νεκρών ή ζωντανών, γλωσσών.


Η συνεργασία της Ελλάδας


Στόχος του νέου Ιδρύματος και των εμπνευστών του, σύμφωνα με τη διακήρυξη της ίδρυσής του στο Ασουάν το 1986, είναι να αποτελέσει ένα αποφασιστικό βήμα στην πορεία του πολιτισμού και της ανθρώπινης γνώσης. Επιδίωξή του είναι να ενώσει αρμονικά το παρελθόν με το μέλλον αλλά και να αποτελέσει ένα παράδειγμα συνεργασίας των λαών αφού θεωρείται παραγωγή της διεθνούς κοινότητας. Είναι αλήθεια ότι πολλές χώρες ­ άλλες περισσότερο και άλλες λιγότερο ­ το υποστήριξαν ενώ φιλοδοξεί να στεγάσει στο εσωτερικό της οκτώ εκατομμύρια βιβλία, πολλά εκ των οποίων προέρχονται από δωρεές, χωρίς να αναφερόμαστε στην ηλεκτρονική της βιβλιοθήκη, αποτελώντας έτσι μια από τις τρεις μεγαλύτερες βιβλιοθήκες του κόσμου, δίπλα σε αυτήν του Αμερικανικού Κογκρέσου και της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Γαλλίας. Θα στεγάζει επίσης δισκοθήκη και ταινιοθήκη, ενώ θα μπορεί να φιλοξενεί συγχρόνως 4.000 αναγνώστες. Στην κτιριακή της οργάνωση έχουν προβλεφθεί, εκτός από τα απαραίτητα γραφεία, αποθηκευτικοί χώροι και χώροι ηλεκτρονικού ελέγχου, αμφιθέατρα και μουσεία. Η Ελλάδα, όπως ήταν αναμενόμενο, υποστήριξε τη δημιουργία της Βιβλιοθήκης, όντας άμεσα συνδεδεμένη από το παρελθόν τόσο με τον συγκεκριμένο χώρο όσο και με την ίδια την πόλη. Η σχέση παρέμεινε ζωντανή λόγω της σημαντικής παρουσίας ως τη δεκαετία του ’50 μιας μεγάλης ανθηρής ελληνικής κοινότητας η οποία, αν και ολιγάριθμη, συνεχίζει να είναι ισχυρή και δραστήρια ως σήμερα.


Ετσι, όπως η Ιταλία παρέχει τη συντήρηση των αντικειμένων, η Νορβηγία τα έπιπλα, η Ιαπωνία τον οπτικοακουστικό εξοπλισμό, κλήθηκε και η Ελλάδα, μεταξύ άλλων, για μια ουσιαστική συνεργασία. Στο αίτημα αυτό ανταποκρίθηκαν το Ιδρυμα Ιωάννου Φ. Κωστόπουλου αλλά και η ελληνική κυβέρνηση διά των υπουργείων Πολιτισμού και Εξωτερικών και ανέλαβαν τη δημιουργία ενός Αρχαιολογικού Μουσείου στο κέντρο της Βιβλιοθήκης. Τα εκθέματα θα προέρχονται από διάφορα μουσεία της Αιγύπτου και από τα ευρήματα των αναγκαίων εκσκαφών στον χώρο για την ανέγερση της Βιβλιοθήκης και, καλύπτοντας κυρίως την Πτολεμαϊκή Περίοδο, θα συνδέουν ως ομφάλιος λώρος την Bibliotheca Alexandrina με το παρελθόν της. Η μείξη των πολιτισμών αλλά και των θρησκειών της Αιγύπτου και της Ελλάδας κατά τη διάρκεια της Πτολεμαϊκής Περιόδου θα προβάλλει έτσι ανάγλυφη και θα συνδέει και στο παρόν τις δύο χώρες.


Εκτός από αυτό το Μουσείο, η Βιβλιοθήκη θα στεγάσει και ένα μικρό Μουσείο Χειρογράφων αλλά και ένα μουσείο που θα προϊδεάζει για τους δρόμους του μέλλοντος, το Μουσείο Τεχνολογίας και Επιστημών. Το όλο εγχείρημα της κατασκευής και ολοκλήρωσης του έργου διευθύνεται από τον αρχιτέκτονα, καθηγητή Mohsen Zahran, που προσπαθεί και φαίνεται να κατορθώνει να πάει κόντρα στο ρεύμα και να επιφέρει μια ριζική πολιτιστική τομή σε μια χώρα που πάνω από το μισό του πληθυσμού της είναι αναλφάβητο! Είναι πάντως σίγουρο ότι η Bibliotheca Alexandrina θα συντελέσει στην αφύπνιση από τον λήθαργό της μιας πανέμορφης ακόμη και άλλοτε ισχυρής και κοσμοπολίτικης πόλης με ελληνικό όνομα και καταγωγή: της Αλεξάνδρειας. *


* Η κυρία Κατερίνα Κοσκινά είναι ιστορικός της Τέχνης – μουσειολόγος, επιμελήτρια του Ιδρύματος Ιωάννου Φ. Κωστόπουλου.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version