Τη στιγμή που η επιστήμη και οι επιστήμονες καταδιώκονταν στην Κίνα του Μάο και της Πολιτιστικής Επανάστασης, η ψευδαίσθηση της δήθεν πρόγνωσης των σεισμών προσφερόταν ως επιστημονικό πολιτικο-ιδεολογικό θέαμα και προβαλλόταν ως στοιχείο της πάλης ενάντια στον Κομφούκιο, στον Λιν Πιάο, στον ρεβιζιονισμό και στην αστική τάξη. Τελικά, η ψευδαίσθηση αυτή που δημιουργήθηκε σε όλο τον κόσμο κατέληξε να είναι ένα από τα πιο long-life προϊόντα της Πολιτιστικής Επανάστασης και να αποτελεί άλλοθι για ορισμένους επιστήμονες στον δυτικό κόσμο που φιλοδοξούν να προβλέπουν ή διατείνονται ότι προβλέπουν σεισμούς!
Μπορούν να προβλεφθούν οι σεισμοί; Υπάρχουν αδιαφιλονίκητα παραδείγματα επιτυχούς πρόβλεψης σεισμών στον κόσμο; Είναι δύο βασικά ερωτήματα που απασχολούν τους επιστήμονες, τις κυβερνήσεις και την κοινή γνώμη σε διάφορες χώρες. Το πρώτο ερώτημα έχει προκαλέσει διαμάχες διεθνώς, έχει δε για δεκαπέντε χρόνια έντονα απασχολήσει την Ελλάδα, όπως είναι βέβαια γνωστό, αφού εδώ αναπτύχθηκε η μέθοδος ΒΑΝ. Στο δεύτερο ερώτημα, αντίθετα, δίνεται συνήθως από όλους μια καταφατική απάντηση, αφού στα επιστημονικά βιβλία αναφέρονται κάποια παραδείγματα επιτυχημένων προβλέψεων. Μάλιστα, αναφέρεται και μια περίπτωση όπου η επιτυχής επιστημονική πρόβλεψη οδήγησε σε ενημέρωση του πληθυσμού και εκκένωση της πόλης Χαϊτσένγκ της Κίνας, που στη συνέχεια καταστράφηκε από ένα σεισμό μεγέθους 7,3 στις 4 Φεβρουαρίου 1975, με αποτέλεσμα να μη σημειωθούν θύματα.
Η πληροφορία της επιτυχημένης πρόβλεψης, στην οποία οι αρχές και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης της Κίνας επεφύλαξαν μεγάλη δημοσιότητα, εξέπληξε και συνήρπασε όλους τους ειδικούς και την κοινή γνώμη στη Δύση. Θεωρήθηκε αποτέλεσμα προόδου της επιστήμης σε μια χώρα όπου η σεισμολογία έχει μια παράδοση χιλιετιών ο πρώτος σεισμογράφος μάλιστα ανακαλύφθηκε στη χώρα αυτή μόλις το 132 μ.Χ., ενώ το πρωτοπόρο πρόγραμμα έρευνας πρόβλεψης σεισμών είχε ξεκινήσει ήδη πριν από μία δεκαετία. Γι’ αυτό η διεθνής κοινότητα αντιμετώπισε την πληροφορία της επιτυχούς πρόβλεψης χωρίς καθόλου επιφύλαξη. Ο ενθουσιασμός μάλιστα ήταν τέτοιος που δεν επέτρεψε να αναρωτηθεί κανείς γιατί δεν προβλέφθηκε κανένας από τους επόμενους καταστρεπτικούς σεισμούς, όπως π.χ. ο σεισμός του Τανγκσάν που μόλις τον επόμενο χρόνο (1976) προκάλεσε 240.000 θανάτους. Αλλωστε μια πρώτη εξήγηση που δόθηκε και δίνεται είναι ότι μερικοί σεισμοί έχουν προμηνύματα ενώ άλλοι όχι. Ηταν επομένως φυσικό η μοναδική και ανεπανάληπτη αυτή περίπτωση πρόγνωσης σεισμών να θεωρείται ότι αποδεικνύει ανεπιφύλακτα, πρώτον, τη δυνατότητα της επιστήμης να επιτυγχάνει πρόβλεψη σεισμών και, δεύτερον, την κοινωνική ωφέλεια που προκύπτει από μια τέτοια πρόβλεψη. Η έρευνα όμως του Αμερικανού Ρόμπερτ Γκέλερ, καθηγητή Σεισμολογίας στο Πανεπιστήμιο του Τόκιο, στα πλαίσια της κριτικής του στο ΒΑΝ και στις άλλες μεθόδους πρόβλεψης σεισμών, αποκάλυψε ότι η μοναδική διάσημη πρόβλεψη δεν έγινε ποτέ (R. Geller, Geophysical Journal International, τεύχος Νοεμβρίου 1997, υπό εκτύπωση)!
* Το μυστήριο του 1975
Οι πληροφορίες που υπήρχαν γι’ αυτόν τον σεισμό ήταν αντιφατικές. Στη διεθνή κοινή γνώμη και στους επιστήμονες επικρατούσε (και ίσως ακόμη επικρατεί) η άποψη ότι ο σεισμός αυτός δεν προκάλεσε καθόλου ή σχεδόν καθόλου θύματα. Αντίθετα, στα επίσημα επιστημονικά έντυπα και στατιστικές (π.χ. στην έκδοση «Περιπτώσεις σεισμών στην Κίνα», 1988) αναφέρεται ότι ο σεισμός αυτός προκάλεσε 18.308 θύματα, μεταξύ των οποίων 1.328 νεκρούς, αριθμοί που δεν φαίνονται καθόλου διογκωμένοι, δεδομένου ότι οι στατιστικές στην Κίνα ήταν ιδιαίτερα ακριβείς και ο αριθμός των θυμάτων των σεισμών συνήθως μεγάλος. Κάπου λοιπόν υπήρχε ένα μυστήριο!
Η έρευνα του καθηγητή Γκέλερ προχώρησε σε βάθος και έδειξε ότι η ιστορία του σεισμού της 4ης Φεβρουαρίου 1975 της πόλης Χαϊτσένγκ της Κίνας, μεγέθους 7,3, ήταν πολύ ενδιαφέρουσα. Στις 22 Δεκεμβρίου 1974 (δηλαδή περίπου 40 ημέρες πριν από τον καταστρεπτικό σεισμό) σημειώθηκαν πολλοί, συνεχείς μικροί σεισμοί μεγέθους ως 4,8 στην πόλη Γινκόου, 70 χιλιόμετρα μακριά από τη Χαϊτσένγκ. Οι μικροί αυτοί σεισμοί ανησύχησαν τις αρχές που, επηρεασμένες από τη γενική αισιοδοξία για την ικανότητα της κινεζικής επιστήμης να προβλέπει τους σεισμούς που τροφοδοτούσε η Πολιτιστική Επανάσταση που επικρατούσε ακόμη στην Κίνα, ανακοίνωσαν ότι αναμενόταν σεισμός στην πόλη του Γινκόου. Δεν είναι γνωστό τι μέτρα λήφθηκαν, αλλά ο αναμενόμενος σεισμός δεν έγινε. Η σεισμική δραστηριότητα συνέχισε να είναι έντονη στην ευρύτερη περιοχή και στις 13 Ιανουαρίου 1975 η Κεντρική Σεισμολογική Υπηρεσία του Πεκίνου ανακοίνωσε ότι θεωρεί πιθανόν ένα σεισμό μεγέθους 5,5-6,0 στην ευρύτερη περιοχή τους επόμενους έξι μήνες.
Στις 3 Φεβρουαρίου το απόγευμα η μικροσεισμική δραστηριότητα ξανάρχισε ιδιαίτερα έντονη κοντά στο Χαϊτσένγκ, όπου σημειώθηκαν περίπου 500 σεισμοί μεγέθους ως 4,7. Η ένταση του φαινομένου προκάλεσε μεγάλη ανησυχία στον πληθυσμό και ανάγκασε τις αρχές να ανακοινώσουν το μεσημέρι της 4ης Φεβρουαρίου ότι αναμένεται κάποιος μεγάλος σεισμός στις περιοχές Χαϊτσένγκ και Γινκόου τις επόμενες δύο ημέρες. Ο σεισμός έγινε το απόγευμα της ίδιας ημέρας και είχε μέγεθος 7,3. Και δυστυχώς προκάλεσε πολλά θύματα.
* Εμπειρική «πρόγνωση»
Είναι προφανές ότι για τον σεισμό του 1975 δεν υπήρξε καμία «επιστημονική» πρόγνωση σαν αυτές που έχουμε συνηθίσει να ακούμε τον τελευταίο καιρό (με ηλεκτρικά σήματα κλπ.). Στην πράξη πολύ λίγο διέφερε από τις συνηθισμένες ανακοινώσεις του Αστεροσκοπείου Αθηνών ή των σεισμολόγων που σε περιπτώσεις όπου η σεισμική ακολουθία είναι ανώμαλη εκφράζουν την ανησυχία τους για ένα μεγαλύτερο σεισμό. Η περίπτωση του 1975 ήταν επομένως μια εντελώς εμπειρική «πρόγνωση» που έγινε προφανώς από την τοπική κομματική ηγεσία που διερμήνευε την ανησυχία του πληθυσμού. Η «πρόγνωση» αυτή έγινε μόνο και μόνο γιατί μια τέτοια πράξη εντασσόταν στο πολιτικό κλίμα της εποχής. Το κλίμα αυτό περιγράφει γλαφυρά η αμερικανική αντιπροσωπεία που επισκέφθηκε την Κίνα τον Ιούνιο του 1976:
«Η πρόγνωση των σεισμών καθιερώθηκε και διαφημίστηκε ως εθνική επιλογή υψίστης προτεραιότητας… Δεν επρόκειτο μόνο για ένα πείραμα μικρής σημασίας, όπως το βλέπουν τα σκεπτικά μάτια των κυρίαρχων τάξεων. Η πίστη στην πρόγνωση των σεισμών είχε γίνει στοιχείο ιδεολογικής ορθοδοξίας που διέκρινε τους οπαδούς της πραγματικής γραμμής του κόμματος από τις δεξιές αποκλίσεις. Αρκετές φορές ακούσαμε ότι η έλλειψη εμπιστοσύνης στην πρόγνωση των σεισμών εκφράζει τα συμφέροντα της αστικής τάξης… Η καταδίκη εκείνων που αμφισβητούν το αν είναι επιτεύξιμη η πρόγνωση των σεισμών συνδέεται με την υποχρέωση καθενός να καταδικάζει τις ιδεαλιστικές αντιλήψεις και τις ρεβιζιονιστικές ιδέες των Κομφούκιου, Λιου Σιάοσι, Λιν Πιάο και Ντενγκ Χσιαοπίνγκ» (Ράλεϊ και συνεργάτες, Eos, 58, 236-272, 1977).
* Δεν υπήρξαν μετρήσεις
Σήμερα έχουν περάσει είκοσι χρόνια από τότε. Το πολιτικό σκηνικό στη χώρα αυτή και σε όλο τον κόσμο έχει αλλάξει δραματικά και υπάρχει η δυνατότητα να αξιολογηθούν τα υπάρχοντα στοιχεία χωρίς να κινδυνεύει να κατηγορηθεί κάποιος για κομφουκιανισμό και ρεβιζιονισμό!
Η σεισμική ιστορία της περιοχής Χαϊτσένγκ τον χειμώνα του 1975 δείχνει καθαρά ότι δεν υπήρξε καμία πρόγνωση που να βασίζεται σε μία ή περισσότερες επιστημονικές μεθόδους. Δηλαδή, δεν υπήρξαν κάποιες μετρήσεις που να δείχνουν ανωμαλίες σε κάποιες παραμέτρους και από τη σύγκριση με άλλες περιπτώσεις να προέκυψε ότι οι συγκεκριμένες ανωμαλίες μπορούν να χαρακτηρισθούν με μεγάλη πιθανότητα προμηνύματα σεισμού. Ούτε αναπτύχθηκε ή χρησιμοποιήθηκε κάποια μεθοδολογία που θα επέτρεπε την εκτίμηση του μεγέθους, του επικέντρου και του χρόνου γένεσης του «επικείμενου» σεισμού.
Τα μόνα που υπήρξαν ήταν μια συνεχιζόμενη μικροσεισμική δραστηριότητα και η ανησυχία στον πληθυσμό που προκάλεσαν οι μικροσεισμοί. Μόνο με αυτό το δεδομένο υπήρξαν επανειλημμένες αόριστες «εμπειρικές» ανακοινώσεις επερχόμενων σεισμών, κυρίως από την τοπική διοίκηση και την κομματική ηγεσία, και μία από αυτές έτυχε να ακολουθηθεί από ένα μεγάλο σεισμό.
Τέτοιες «προγνώσεις» έχουν γίνει αρκετές φορές, ακόμη και στην Ελλάδα. Για παράδειγμα, λίγο πριν από τον καταστροφικό σεισμό της 13ης Μαΐου 1995 μερικοί προσεισμοί τρόμαξαν τους κατοίκους Γρεβενών και Κοζάνης και τους οδήγησαν έξω από τα σπίτια που κατέρρευσαν, με αποτέλεσμα να μη θρηνήσουμε ούτε ένα θύμα. Κανένας όμως από τους τυχερούς κατοίκους δεν ισχυρίστηκε ότι είχε επιτύχει μια επιστημονική πρόγνωση!
Φυσικά, δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι μια μικροσεισμική δραστηριότητα, όσο έντονη και αν είναι, αποτελεί προμήνυμα ενός μεγάλου σεισμού, του οποίου μάλιστα μπορεί κανείς να εκτιμήσει την ένταση, το επίκεντρο και τον χρόνο γένεσης. Μάλιστα, ανάλογες μικροσεισμικές ακολουθίες είχαμε πρόσφατα στην Ελλάδα, στα Ιόνια νησιά, στη Νίσυρο κλπ., χωρίς να ακολουθηθούν από μεγάλο σεισμό. Και φυσικά κανένας έλληνας ή άλλος σεισμολόγος, παρ’ ότι θα αισθανόταν ανήσυχος, δεν θα μπορούσε να διακινδυνεύσει μια πρόγνωση με βάση τέτοια στοιχεία!
* Ψευδοεπιστήμη ως «θέαμα»
Είναι προφανές ότι στην περίπτωση του σεισμού του 1975 δεν είχε γίνει καμία επιστημονική πρόγνωση ούτε είχε αναπτυχθεί κάποια σχετική μεθοδολογία ούτε υπήρχαν οι συνθήκες που θα επέτρεπαν κάτι τέτοιο. Για τον λόγο αυτόν άλλωστε η πολυδιαφημισμένη επιτυχία δεν επαναλήφθηκε ποτέ.
Το ερώτημα όμως που μπαίνει είναι πώς τόλμησαν οι τοπικές αρχές του Χαϊτσένγκ να προχωρήσουν σε επίσημη ανακοίνωση και ίσως και σε κάποια μέτρα πρόληψης. Από ό,τι φαίνεται, στην Κίνα εκείνης της εποχής, που περνούσε τα τελευταία στάδια της Πολιτιστικής Επανάστασης, υπήρξε μια επιδημία προγνώσεων σεισμών, χωρίς ασφαλώς επιτυχία. Οι προγνώσεις αυτές εντάσσονταν στην ιδεολογική και πολιτική πρακτική της λεγόμενης Πολιτιστικής Επανάστασης που ξεκίνησε ο Μεγάλος Τιμονιέρης Μάο. Τη στιγμή που η επιστήμη και η τέχνη βρίσκονταν σε διωγμό, «κατεδιώκετο» ο Μπετόβεν, οι επιστήμονες υποχρεώνονταν να μαζεύουν ρύζι ή να δουλεύουν εξόριστοι ως ανειδίκευτοι εργάτες και η κινεζική ηγεσία αισθανόταν απειλητική την επιτυχία του διαστημικού προγράμματος της Σοβιετικής Ενωσης, ως αντιστάθμισμα προσέφερε αφειδώς στο εσωτερικό και στο εξωτερικό της χώρας τη δήθεν επιτυχή πρόγνωση ως «θέαμα» επιστημονικών επιτυχιών.
Είκοσι χρόνια μετά ο μύθος της Πολιτιστικής Επανάστασης έχει σβήσει και ένα από τα υποπροϊόντα του, η ψευδοπρόγνωση, απεκδυμένο από το πολιτικό του περιεχόμενο, φαίνεται να επιβιώνει ακόμη και να συγκαταλέγεται ανάμεσα στα πιο long-life προϊόντα της Πολιτιστικής Επανάστασης!
Ο κ. Στάθης Στείρος είναι τοπογράφος μηχανικός και δρ Γεωλογίας, επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών του Πανεπιστημίου Πατρών. Εχει βραβευθεί από την Ακαδημία Αθηνών το 1990 και το 1995.
