Τα φώτα δεν είχαν σβήσει όταν άρχισαν να βγαίνουν στη σκηνή οι ηθοποιοί. Οι θεατές ανέβαιναν ακόμη στο θέατρο όταν ένας νεαρός του θιάσου άρχισε να βάζει σε τάξη τις καρέκλες και τα τραπέζια που βρίσκονταν επί σκηνής. Στο βάθος ένα REO έδινε το στίγμα της παράστασης. Λίγο μετά τον πόλεμο, σε ένα ελληνικό χωριό των συνόρων. Στο πάτωμα ζωγραφισμένος ένας βαλκανικός χάρτης και η Ακρόπολη. Σύντομα τα τραπέζια και οι καρέκλες μετατράπηκαν σε καφενείο. «Γεια σου, ρε Χρόνη», ήταν η πρώτη ατάκα, ενώ από το γραμμόφωνο που είχε τοποθετηθεί στη σκηνή η φωνή της Σοφίας Βέμπο ακουγόταν αχνά: «Μα τον λατρεύω κι είναι το φως μου, γιατί ‘ναι βλέπεις ο άνθρωπός μου». Η «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη που παρουσιάστηκε την περασμένη Παρασκευή στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου δεν έμοιαζε με καμία άλλη. Ο Διαγόρας Χρονόπουλος, ο οποίος σκηνοθέτησε την παράσταση για λογαριασμό του Εθνικού Θεάτρου, έστησε την κωμωδία στην Ελλάδα του ’50 δίνοντας έτσι μια διαχρονική ερμηνεία στο έργο και στο μήνυμά του.
Ο ίδιος ο σκηνοθέτης πήρε τη θέση του στις κερκίδες μόλις φάνηκε ότι όλα ήταν έτοιμα. Ηδη είχαν προηγηθεί ανάμεσα στο κοινό ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου Νίκος Κούρκουλος, η κυρία Μαριάννα Λάτση, ο Ντίνος Δημόπουλος, ο Μάνος Περράκης, ο Διονύσης Φωτόπουλος, αλλά και πολλοί τηλεοπτικοί ηθοποιοί. Το κοινό γέμισε σχεδόν τα τρία τέταρτα του κοίλου της Επιδαύρου και ήταν ένα κοινό πολύ εκδηλωτικό: χειροκροτούσε κάθε είσοδο γνωστού ηθοποιού, επευφημούσε, σφύριζε. Ισως δεν ήταν απόλυτα εξοικειωμένο με τον χώρο. Ισως πάλι ήθελε να κάνει πιο έντονη την παρουσία του.
Το γραμμόφωνο συνέχιζε να παίζει Βέμπο. Τα φώτα στη σκηνή εξακολουθούσαν να μη σβήνουν όσο οι ηθοποιοί, άνδρες όλοι, αναπαριστούσαν στιγμές από ένα ελληνικό καφενείο. Κάποιοι έπαιζαν τάβλι, κάποιοι άλλοι τσακώνονταν, ένας μπαρμπέρης ξύριζε τον πελάτη του, ένας οδοντογιατρός έβγαζε με τανάλια το δόντι ενός συχωριανού του, βάζοντας εμμέσως την πολιτική διάσταση του έργου: «Τι θα ψηφίσεις, Παπάγο ή Πλαστήρα;». «Μαρκεζίνη», απαντούσε ο άλλος και η εξαγωγή του δοντιού έπαιρνε τα πρώτα χειροκροτήματα των θεατών.
Η φωνή μιας γυναίκας του χωριού αντήχησε τότε στην Επίδαυρο: με το χωνί άρχισε να καλεί τους χωριάτες σε μια παράσταση «με τον καλύτερο θίασο», όπως έλεγε: «Ελάτε όλοι στην πλατεία του χωριού να δείτε τη “Λυσιστράτη”». Το στρατιωτικό φορτηγό, βασικό στοιχείο του σκηνικού του Γιώργου Ζιάκα, ακούστηκε δυνατά. Τα φώτα έσβησαν και, όταν η σκηνή φωτίστηκε, ένα μπουλούκι γυναικών, χρωματιστό και θορυβώδες, αποβιβάστηκε στην πλατεία του χωριού. Ανάμεσά του και οι επτά μουσικοί της παράστασης, μέρος του θιάσου, που έμειναν στη σκηνή καθ’ όλη τη διάρκεια παίζοντας με τα όργανά τους τη μουσική του Δημήτρη Παπαδημητρίου και θυμίζοντάς μας τη σημασία και την αποτελεσματικότητα της ζωντανής ορχήστρας στο θέατρο.
Στα κόκκινα με μακριά κόκκινη κόμη εμφανίστηκε η Λυσιστράτη της Κάτιας Δανδουλάκη. Ακολούθησε η Ελένη Γερασιμίδου (Καλονίκη) στα μοβ ντυμένη. Μετά, η Χρύσα Ρώπα (Μυρίνη) με κίτρινο φόρεμα. Η Μιράντα Ζαφειροπούλου (Λαμπιτώ) με στολή λοκατζή. Μια εμβόλιμη άφιξη από τον χορό των «Ορνίθων» («Πω – πω – πω, πού ‘ναι αυτός που μας κάλεσε») έδωσε μια χαρούμενη νότα. Τα χειροκροτήματα, έντονα στην εμφάνιση κάθε πρωταγωνίστριας, υπενθύμιζαν τη διάθεση του κοινού να εκδηλωθεί: στον Αριστοφάνη όλοι γίνονται πιο αυθόρμητοι.
Η παράσταση μέσα στην παράσταση της Λυσιστράτης άρχισε να εξελίσσεται· οι χωρικοί συμμετείχαν επίσης με χειρονομίες και κραυγές. Το κείμενο, στη μετάφραση του Γιάννη Βαρβέρη, διέθετε έντονα στοιχεία βωμολοχίας, που ξεσήκωναν φυσικά το κοινό. «Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά» ακούστηκε από τα μεγάφωνα και οι χωριάτες άλλαζαν ρούχα για να μεταμορφωθούν στον ανδρικό χορό της παράστασης. Ηδη η Λυσιστράτη είχε δημοσιοποιήσει στις φίλες της το σχέδιό της περί αποχής από τον έρωτα ως μόνης λύσης για ειρήνη.
Με τις χορογραφίες του Ισίδωρου Σιδέρη να κυριαρχούν, η παράσταση πήρε τον δρόμο της. Οι γυναίκες πείστηκαν από τη Λυσιστράτη για την ερωτική αποχή, ενώ στην Ακρόπολη, όπου φυλασσόταν το χρυσάφι για τον πόλεμο, η δαιμόνια Αθηναία έστειλε άλλες γυναίκες να το φυλάνε.
Ο Πρόβουλος του Γιάννη Μόρτζου κέρδισε το χειροκρότημά του και αργότερα το ταγκό που χόρεψαν ο γυναικείος και ο ανδρικός χορός δέχθηκε την επιδοκιμασία του κοινού. Ο Κινησίας του Νίκου Μπουσδούκου και η Μυρίνη της Χρ. Ρώπα, στη σκηνή με τον υπερμεγέθη φαλλό ανά χείρας, χάρισαν ένα ντουέτο με πολύ γέλιο. Ακολούθησαν η υπογραφή των ανδρών για ειρήνη με το σύνθημα «Οχι πια πόλεμος» και η αδιαμφισβήτητη νίκη των γυναικών. Με μουσική υπόκρουση το «Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά» ο θίασος άρχισε να παίρνει τον δρόμο για το REO. Οι φωνές σώπασαν ενώ οι γυναίκες και η επταμελής ορχήστρα αποχαιρετούσαν το χωριό και το κοινό της Επιδαύρου. Το τέλος της παράστασης συνοδεύτηκε από πολλά χειροκροτήματα και επευφημίες για τον θίασο και τους συντελεστές. Κατεβαίνοντας από το αρχαίο θέατρο το κοινό σχολίαζε ό,τι είχε μόλις δει και συνέκρινε τις πρωταγωνίστριες της παράστασης με την εικόνα που είχε γι’ αυτές από την τηλεόραση.
