Ελάχιστες είναι οι περιοχές της ανθρώπινης δραστηριότητας όπου η ευπιστία παρουσιάζεται τόσο ευδιάκριτη όσο στην περιοχή του βιβλίου. Τόσο το υποκείμενο όσο και το αντικείμενο της συγγραφικής πράξης, δηλαδή ο συγγραφέας και το κείμενο (με τον όρο βιβλίο εννοώ το κείμενο στην έντυπη και με οποιονδήποτε τρόπο δημοσιοποιούμενη μορφή του), αντιμετωπίζονται με έναν σεβασμό που είναι γενικά μεγαλύτερος απ’ ό,τι θα έπρεπε. Τα αίτια αυτού του φαινομένου είναι προφανή. Καθώς το βιβλίο είναι ο κύριος τρόπος με τον οποίο μας παραδίδεται η ανθρώπινη γνώση και σοφία και είναι ένας από τους τρόπους με τους οποίους μας παραδίδεται η ανθρώπινη ευαισθησία, η έννοιά του αποκτά ένα κύρος που συχνά υπερβαίνει την αξία του, ένα κύρος που αντανακλάται και στον συγγραφέα. Είναι εύλογο ο συγγραφέας ως γενική ιδέα δηλαδή η έννοια του συγγραφέα να θεωρείται κάτι που αξίζει την εκτίμησή μας. Η εκτίμηση αυτή γίνεται μεγαλύτερη από ορισμένα εξωτερικά ενίοτε θεαματικά γεγονότα που αποκτούν συμβολικές διαστάσεις. Η απαγόρευση ή το κάψιμο των βιβλίων και η καταδίωξη συγγραφέων από ολοκληρωτικά καθεστώτα (πολιτικά ή θρησκευτικά) ενισχύουν τον σεβασμό προς τις έννοιές τους και μας κάνουν να τις αντιμετωπίζουμε με ακόμη μεγαλύτερο θαυμασμό.
Νομίζω πως θα πρέπει να συμφωνούμε ότι τόσο η έννοια του βιβλίου όσο και η έννοια του συγγραφέα προσφέρονται σε υπερεκτίμηση· και ότι σήμερα, και όχι μόνο στη χώρα μας, προσφέρονται σε υπερεκτίμηση περισσότερο απ’ ό,τι στο παρελθόν θα έλεγα, πολύ περισσότερο· τόσο, ώστε να μπορούμε να μιλούμε για μυθοποίησή τους.
Αναφέρω παραδείγματα: οι διάφορες εκστρατείες για την προώθηση του βιβλίου έχουν ως κύριο σύνθημα τη φράση «Διαβάστε ένα βιβλίο», όχι «Διαβάστε ένα καλό βιβλίο», ως εάν η ανάγνωση ενός βιβλίου (ενός οποιουδήποτε βιβλίου) είναι εξ ορισμού κάτι το ωφέλιμο. Βλέπουμε ακόμη στις εφημερίδες εκκλήσεις από μορφωτικούς συλλόγους προς συγγραφείς αλλά και προς άλλους φορείς να αποστείλουν βιβλία για την τοπική βιβλιοθήκη («βιβλία» γενικά, όχι «καλά βιβλία»). Εχω υπόψη μια τέτοια βιβλιοθήκη αποτελούμενη από περίπου 2.500 βιβλία, τα 2.200 από τα οποία τα έστειλαν όπως μου είπε υπερήφανα ο πρόεδρος του συλλόγου περίπου 700 συγγραφείς (1.600 ποιητικές συλλογές, 300 βιβλία πεζογραφίας και τα υπόλοιπα διαφόρων ειδών), βιβλία γραμμένα τα περισσότερα από ανθρώπους που δεν είχαν την ικανότητα να πραγματευθούν το αντικείμενό τους επαρκώς· δηλαδή βιβλία ως επί το πλείστον όχι καλά αλλά άχρηστα, περιττά, όχι μόνο για το περιεχόμενό τους, αν σκεφτούμε ότι ο χρόνος που θα αναλωνόταν για την ανάγνωσή τους θα μπορούσε να διατεθεί επωφελέστερα σε κάτι άλλο.
Αυτή η μυθοποιητική διάθεση προς το βιβλίο δεν είναι ίδιον του επαρχιακού χώρου. Είναι χαρακτηριστικό και του κέντρου, όπως δείχνει, μεταξύ άλλων, η αθρόα προσέλευση του κόσμου στις συχνότατες παρουσιάσεις νέων βιβλίων, οι οποίες τον τελευταίον καιρό έχουν γίνει θεσμός. Ούτε χαρακτηρίζει μόνο τους αγαθούς μη ειδήμονες, όπως ο πρόεδρος του συλλόγου, που ανέφερα. Αν στους τελευταίους η διάθεση αυτή εμφανίζεται με τη μορφή μιας συμπαθούς και ανιδιοτελούς αθωότητας, σε πολλούς (αν όχι στους περισσότερους) από τους λιγότερο ανυποψίαστους εκδηλώνεται είτε ως σιωπηρός θαυμασμός είτε με το ένδυμα μιας κενόλογης σοφιστικότητας, η οποία είναι η άλλη όψη της αφέλειας. Με άλλα λόγια το βιβλίο δεν αντιμετωπίζεται ως αυτό που πράγματι είναι, δηλαδή ως έκφραση της ανθρώπινης σκέψης και συμπεριφοράς σε όλες τις εκφάνσεις της (θετικές και αρνητικές) αλλά εξιδανικεύεται, σαν η πράξη της δημοσίευσης να είναι μια διαδικασία μαγική: να εξαγνίζει τον λόγο απαλλάσσοντάς τον από μη θετικά στοιχεία. Η ιδέα ότι το βιβλίο εκτός από παρακαταθήκη της ανθρώπινης σοφίας μπορεί να είναι και παρακαταθήκη της ανθρώπινης ανοησίας ελάχιστα μας απασχολεί. Το ίδιο ισχύει και για τις βιβλιοθήκες, έντυπες και ηλεκτρονικές περισσότερο για τις τελευταίες, όπου η δημοσίευση είναι ευκολότερη και σχεδόν ανέξοδη.
Το ίδιο ισχύει, όπως είπαμε, και για τους συγγραφείς. Οχι μόνο για τους συγγραφείς που γράφουν αστόχαστα βιβλία αλλά και για πολλούς από τους σοβαρούς και σπουδαίους συγγραφείς. Το γεγονός ότι ένας συγγραφέας είναι σοβαρός και σπουδαίος δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να γράφει παρά μόνο σοβαρά και σπουδαία πράγματα. Ωστόσο τον αντιμετωπίζουμε συνήθως με τον θαυμασμό που αξίζουν μονάχα εκείνοι που γράφουν μόνο πράγματα σπουδαία και σοβαρά. Αυτή η αναστολή της κριτικής μας διάθεσης απέναντι σε έργα υπογραφόμενα από επιφανή ή και απλώς σημαντικά ονόματα είναι σύμπτωμα του φαινομένου για το οποίο μιλώ. Στην εποχή μας, εποχή μιας αντίληψης της πραγματικότητας η οποία αποκαλείται μεταμοντέρνα, το σύμπτωμα αυτό παρουσιάζεται ιδιαίτερα έντονο. Σε καμία άλλη εποχή, από όσο γνωρίζω, δεν διατυπώθηκαν, κυριολεκτικά όχι μεταφορικά, και από ανθρώπους εμβριθείς και σοβαρούς ως επί το πολύ, παραδοξολογίες ή ανοησίες του τύπου «η λογοτεχνία είναι ως εκ της συστάσεώς της πολιτικά αντιδραστική»· ή ότι ένα κείμενο δεν έχει άλλο νόημα από αυτό που του δίνει ο αναγνώστης του, και το νόημα αυτό είναι πάντα έγκυρο· ή ότι ένας πόλεμος με χιλιάδες νεκρούς, όπως αυτός του Κόλπου, δεν έγινε (ότι διεξήχθη μόνο η τηλεοπτική του προσομοίωση) και οι συγγραφείς αυτοί αντί να δουν το κύρος τους να μειώνεται το είδαν να γίνεται ακόμη μεγαλύτερο.
Είναι αντιφατικό ότι σε μιαν εποχή όπως η δική μας, εποχή κυριαρχίας των αναγνωστικών θεωριών (που αναγνωρίζουν στον αναγνώστη μιαν εξουσία αδιανόητη σε σύγκριση με εκείνη την οποία είχε προηγουμένως), ο αναγνώστης είναι τόσο υποταγμένος στο κύρος του βιβλίου. Είναι αντιφατικό ότι σε μιαν εποχή που διακηρύσσει τον «θάνατο του συγγραφέα» ο αναγνώστης είναι τόσο υποταγμένος στην αίγλη του συγγραφικού ονόματος.
Είναι, τέλος, ακόμη πιο αντιφατικό ότι τη μεγαλύτερη αίγλη του συγγραφικού ονόματος έχουν εκείνοι ακριβώς οι συγγραφείς που ανακάλυψαν ή διαπίστωσαν τον θάνατο του συγγραφέα. Το γεγονός ότι το έντονα ιδιοσυγκρασιακό, ενίοτε ναρκισσιστικό, ύφος αυτών των συγγραφέων είναι ασύμβατο με τις θέσεις πολλών κειμένων τους δεν μας ενοχλεί. Η εποχή μας είναι εποχή αντιφάσεων, τις οποίες όπως μας νουθετούν εκείνοι που έχουν συλλάβει το πνεύμα της δεν πρέπει (είναι αναχρονιστικό) να προσπαθούμε να τις υπερβούμε αλλά πρέπει να τις απολαμβάνουμε.
Ο κ. Νάσος Βαγενάς είναι καθηγητής της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.
