Γιώργος Λούκος

Γιώργος Λούκος Ενας Ελληνας στη Λυών Αν το Μπαλέτο της Οπερας του Παρισιού είναι το καύχημα της Γαλλίας για το εξαιρετικό επίπεδο κλασικού χορού, που το συγκαταλέγει στα δύο ή τρία καλύτερα συγκροτήματα διεθνώς, το Μπαλέτο της Οπερας της Λυών διεκδικεί για τον μοντέρνο χορό αντιστοίχως τον τίτλο του καλύτερου πρεσβευτή της χώρας ανά την υφήλιο. Μια ομάδα που οργώνει στην

Γιώργος Λούκος


Αν το Μπαλέτο της Οπερας του Παρισιού είναι το καύχημα της Γαλλίας για το εξαιρετικό επίπεδο κλασικού χορού, που το συγκαταλέγει στα δύο ή τρία καλύτερα συγκροτήματα διεθνώς, το Μπαλέτο της Οπερας της Λυών διεκδικεί για τον μοντέρνο χορό αντιστοίχως τον τίτλο του καλύτερου πρεσβευτή της χώρας ανά την υφήλιο. Μια ομάδα που οργώνει στην κυριολεξία τον κόσμο με 100 παραστάσεις ετησίως, με ένα ρεπερτόριο που απεχθάνεται τον ακαδημαϊσμό και που αντιθέτως έχει να επιδείξει έργα – ορόσημα στην ιστορία του εντελώς σύγχρονου χορού, δηλαδή του χορού της τελευταίας εικοσαετίας. Το προφίλ της ομάδας συμπληρώνεται από ένα πολυ-πολιτισμικό δυναμικό με 32 χορευτές δέκα διαφορετικών εθνικοτήτων, έναν αμερικανό συνεργαζόμενο χορογράφο, τον διάσημο Bill Τ. Jones, ενώ τη ρηξικέλευθη αυτή πολιτική υποστηρίζει ένας Ελληνας της Διασποράς, ο Γιώργος Λούκος, καλλιτεχνικός διευθυντής του συγκροτήματος από το 1991. Στην ατζέντα περιοδειών της πολυταξιδεμένης ομάδας του για το 1997 υπάρχει και η Ελλάδα. Στον Μήνα Χορού του Μεγάρου Μουσικής, τον Νοέμβριο του 1997, σημαντικό χώρο καταλαμβάνουν οι παραστάσεις του Μπαλέτου της Λυών (26, 27, 28, 29 και 30 Νοεμβρίου) σε χορογραφίες Γίρι Κίλιαν και Ουίλιαμ Φορσάιθ.


Συναντηθήκαμε με τον Γιώργο Λούκο στο διαφανές, από γυαλί και μέταλλο, γραφείο του στην Οπερα της Λυών, την αριστοτεχνική ανακατασκευή της οποίας υπογράφει ο Ζαν Νουβέλ· διάφανο και το στούντιο χορού, με εξαιρετική θέα στις στέγες της παλιάς και πλούσιας αστικής πόλης. Χώροι με έντονοι την παρουσία της αισθητικής, που δεν υστερούν στο ελάχιστο σε λειτουργικότητα, συνοψίζουν στην ουσία τη φιλοσοφία και τις ανανεωτικές ιδέες που διαπερνούν τα πάντα εδώ.


Αφορμή για τη συζήτησή μας, η νέα «Βραδιά Μότσαρτ» τον περασμένο Μάρτιο σε ένα πρόγραμμα με δύο πρεμιέρες ­ από τον σταρ του συγκροτήματος Μπιλ Τ. Τζόουνς και τον νεαρό αβάν-γκαρντ Ερβέ Ρομπ ­ αλλά και με την εγγύηση του αδιαμφισβήτητου μετα-κλασικού χορογράφου Γίρι Κίλιαν, όλα σε μουσικές του μεγάλου αυστριακού συνθέτη.


Αν και σήμερα απέχουμε πολύ από τον Μάη του ’68 και την ευφορία που δημιούργησε ­ το Μπαλέτο της Οπερας της Λυών ιδρύεται το 1969 ­, ο Γ. Λούκος δηλώνει αισιόδοξος, παρά το συντηρητικό και ξενόφοβο κλίμα που πλανάται στο άλλοτε λίκνο της δημοκρατίας. «Η άνοδος του Εθνικού Μετώπου είναι ένα τεράστιο πρόβλημα για τη Γαλλία, δεν έχει όμως άμεσες επιπτώσεις σε μας· θα μπορούσα μάλιστα να πω ότι λειτουργεί και ως αφύπνιση των ίδιων των καλλιτεχνών. Ως φύσει αισιόδοξος θέλω να πιστεύω ότι αυτό δεν θα κρατήσει για πολύ. Η Γαλλία συγχρόνως έχει το καταπληκτικό προνόμιο να διασφαλίζει μια συνέχεια στην πολιτιστική πολιτική, ένα σεβασμό σε όσα έχουν γίνει, που χρονολογείται από την εποχή του Μαλρό. Στην Ελλάδα, απ’ ό,τι γνωρίζω, καθένας που ανεβαίνει αλλάζει την πολιτική του προκατόχου του».


Είναι γεγονός ότι η πολιτική των επιχορηγήσεων και της θεσμικής οργάνωσης του σύγχρονου χορού στη Γαλλία, που ξεκίνησε το 1981 επί Τζακ Λανγκ, είναι από τις καλύτερες στην Ευρώπη, μαζί με την Ολλανδία και το Βέλγιο, απέδωσε θεαματικά και κανένας δεν επιχειρεί να τη θίξει. «Πολλοί διερωτώνται τι θα απομείνει από όλο αυτό το πληθωρικό φαινόμενο που ονομάζεται σύγχρονος γαλλικός χορός: Γκαλοτά, Σοπινό, Σαπορτά, Μαρέν, Πρελζοκάζ και τόσοι άλλοι. Μήπως όμως έχουν μείνει όλοι οι συγγραφείς των αρχών του αιώνα ή όλοι όσοι έγραψαν όπερα τον 19ο; Ελάχιστοι αντέχουν στον χρόνο», λέει, υποστηρίζοντας την ανάγκη να συνεχισθεί η βοήθεια όχι μόνο στη δημιουργία αλλά και στη διάδοση του χορογραφικού έργου.


Τη δημιουργία μέσω ανάθεσης χορογραφικού έργου σε νέους ανθρώπους πριμοδοτεί με κάθε τρόπο ο Γ. Λούκος από τη διπλή του θέση στο Μπαλέτο της Λυών αλλά και στο Φεστιβάλ Χορού στις Κάννες, όπου είναι επίσης καλλιτεχνικός διευθυντής. «Στη Λυών κάνουμε πάντα τέσσερα καινούργια έργα τον χρόνο. Νομίζω ότι σωστή πολιτική είναι να έχεις αξίες για τις οποίες είσαι σίγουρος αλλά να δοκιμάζεις και νέα πράγματα. Χωρίς ρίσκο δεν είναι σωστή η καλλιτεχνική πολιτική. Στις Κάννες επίσης ο προγραμματισμός στηρίζεται σε παγκόσμιες πρεμιέρες ή πρόσφατες δημιουργίες».


Οτι η ιστορία της τέχνης γράφεται από τους καλλιτέχνες είναι γεγονός, δεν υπάρχει ωστόσο αμφιβολία ότι κάποιοι τολμηροί και διορατικοί μεσάζοντες έπαιξαν τον δικό τους καταλυτικό ρόλο μέσα από μια αληθινά δημιουργική δραστηριότητα. Ο Λούκος ξεκίνησε ως χορευτής και αργότερα maitre de ballet στον Ρολάν Πετί και, αφού πέρασε από νεοκλασικές και μοντέρνες ομάδες, ανακάλυψε τυχαία τα διοικητικά του προσόντα εργαζόμενος για το γκαλά των 100 χρόνων της Μητροπολιτικής Οπερας στη Νέα Υόρκη, για να καταλήξει το 1984 συνδιευθύνων μαζί με τη Φρανσουάζ Αντρέ το Μπαλέτο της Λυών. Ανήσυχο και καινοτόμο πνεύμα ο ίδιος, εμβολιάζει και την ομάδα του με την αίσθηση της περιπέτειας. «Νομίζω ότι είμαστε η μόνη ομάδα σύγχρονου χορού στον κόσμο που έχει ένα σύγχρονο και πολύπλευρο ρεπερτόριο. Δεν υπάρχει άλλη· ίσως μόνο το NDT έχει τη διάθεση να ανακαλύπτει νέους χορογράφους. Αλλά και αυτό έχει κυρίως χορογραφίες του Κίλιαν στο ρεπερτόριό του. Επίσης η δουλειά των χορευτών μου με διαφορετικούς χορογράφους έχει αναπτύξει την ικανότητά τους να προσαρμόζονται σε διαφορετικά στυλ και εμπειρίες».


Η ανακάλυψη όμως όσο γοητεύει άλλο τόσο κουράγιο απαιτεί, «γιατί το ρίσκο δεν το δέχεται ο κόσμος εύκολα, αφού αγαπάει αυτά που του είναι οικεία και ήδη γνωστά. Οπότε του δείχνεις πράγματα άγνωστα που θα αγαπήσει πέντε χρόνια αργότερα. Θέλει παιδεία και μύηση η τέχνη. Οταν είδαν για πρώτη φορά το 1984 Φορσάιθ στη Λυών αναρωτιόνταν “τι είναι αυτό;”· σήμερα θεωρείται ο πιο σημαντικός χορογράφος. Είναι φυσικό· και στη μουσική ισχύει. Πώς να αγαπήσεις τον Σένμπεργκ ή τον Μπεργκ όταν δεν υπάρχει προπαιδεία;».


Είναι χαρακτηριστικό ότι το Μπαλέτο της Λυών διαμόρφωσε την ταυτότητά του κυρίως μέσα από τη διεθνή ακτινοβολία που εξασφάλισε με τις περιοδείες, «αφού το κοινό της Λυών δεν ήταν και δεν είναι εύκολο και ανοιχτό στα νέα ρεύματα. Φαντάζομαι ότι, αν δεν είχαμε την αναγνώριση που έχουμε στη Νέα Υόρκη, στο Παρίσι και αλλού, δεν θα ήταν εύκολα τα πράγματα για μας», ομολογεί. Και να φαντασθεί κανείς ότι η πόλη της Λυών δίνει για την τέχνη τα περισσότερα χρήματα από όλες τις πόλεις της Γαλλίας και το Μπαλέτο εξασφαλίζει από τον δήμο το 70% της χρηματοδότησής του.


Το ρίσκο, η προώθηση των νέων δημιουργών, η καλλιτεχνική πολιτική με συνοχή, λέξεις – ιδέες που επανέρχονται, δηλώνουν εμμονή αλλά και πεποίθηση.


«Κάθε νέα δημιουργία είναι ένα ερωτηματικό· δεν ξέρεις ποτέ τι θα προκύψει, όσο σημαντικός και αν είναι ο καλλιτέχνης. Ο Μπαλανσίν, ανάμεσα στα 200 έργα που υπέγραψε, είχε και ορισμένα πολύ μέτρια. Μπορεί από τους δέκα καινούργιους χορογράφους που θα παρουσιάσω μόνο οι δύο να κάνουν μεγάλη καριέρα. Είναι όμως γεγονός ότι στο ρεπερτόριο της ομάδας μου σήμερα φιγουράρουν ορισμένα αναμφισβήτητα κομμάτια του σύγχρονου χορού των τελευταίων 20 χρόνων».


Και εννοεί τη «Σταχτοπούτα» της Μαγκί Μαρέν, τις χορογραφίες του Φορσάιθ για το Μπαλέτο της Λυών, την πρώτη δημιουργία του Νάτσο Ντουάτο «Γιάρντι Τάνκατ» ανάμεσα στα 20 και περισσότερα έργα που συνθέτουν το ρεπερτόριο της πολυσχιδούς, ανανεωτικής ομάδας.


Μιλάει με πάθος και ικανοποίηση για ό,τι έχει συντελεστεί, διαθέτει όμως ένα τέτοιο ανικανοποίητο που τον ωθεί να κοιτάζει πάντα μπροστά χωρίς να είναι αχάριστος και επηρμένος.


«Είχα τη μοναδική τύχη όταν ξεκινούσα αυτή τη δουλειά να είμαι φίλος με πολύ σημαντικούς ανθρώπους του χορού σαν τον Ματς Εκ, τον Ουίλιαμ Φορσάιθ, τον Γίρι Κίλιαν και τη Μαγκί Μαρέν. Αυτοί με επηρέασαν και με βοήθησαν στην αρχή». Και ακόμη αισθάνεται ότι έχει δρόμο να διανύσει. «Προς το παρόν δεν έχω τελειώσει τη δουλειά που άρχισα. Θέλω να συνεχίσω λίγο ακόμη με αυτό το ρεπερτόριο, με το οποίο αισθάνομαι πολύ δεμένος. Είμαι 46 χρόνων και σκέφτομαι ότι θα σταματήσω όταν πάψω να έχω αυτή την ευχαρίστηση που μου δίνει σήμερα μια τέτοια δουλειά».


Για τον Ιούνιο υπάρχει άλλη μια πρεμιέρα στη Λυών με προσκεκλημένο χορογράφο τον Χοακίμ Σλέμερ σε μια βραδιά Στραβίνσκι με τον Πετρούσκα και το Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα πνευστών. «Είναι νέος και δούλευε πλάι στην Πίνα Μπάους, είναι ωστόσο το μεγαλύτερο ρίσκο που έχω πάρει μέχρι στιγμής και γιατί ο Πετρούσκα είναι ένα έργο του Στραβίνσκι έντονο και πολύ πυκνό μουσικά ­ απόδειξη ότι δεν έχει χορογραφηθεί πολλές φορές. Αναθέτω επιπλέον και τα δύο έργα της βραδιάς σε έναν πρωτοεμφανιζόμενο χορογράφο. Είναι μια βουτιά στα βαθιά, αλλά με ανακουφίζει το γεγονός ότι τον ρόλο του Πετρούσκα ερμηνεύει ως γκεστ ένας σημαντικός καλλιτέχνης του χορού, ο 52χρονος σήμερα Νίκολας Εκ».


Το κοσμοπολίτικο πνεύμα σώζει από τον φόβο του ρίσκου και η νόστος λειτουργεί θεραπευτικά ­ ο Γιώργος Λούκος έφυγε από την Ελλάδα στα 18 για σπουδές στη Γαλλία. Η ατζέντα με τις περιοδείες του Μπαλέτου της Οπερας της Λυών ως τον Νοέμβριο του ’97 γράφει: Γερμανία, Ιταλία, Τυνησία, ξανά Ιταλία, Αμερική, όπου εγκαινιάζει δύο μεγάλα φεστιβάλ, το ADF και το Jacob’s Pillow, επιστροφή στη Λυών, ξανά Αμερική, στο Σαν Φρανσίσκο αυτή τη φορά, και μετά Ελλάδα. «Οταν εμφανιστήκαμε πριν από μερικά χρόνια στο Ηρώδειο, είχα συγκινηθεί βαθιά. Και τώρα χαίρομαι πολύ που θα έρθουμε στο Μέγαρο, ένα τόσο καλό θέατρο που δουλεύει σωστά», καταλήγει.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version