Στο πολυσυζητημένο κείμενο των Γραπτών «Αμούρ-Αμούρ» ο Εμπειρίκος, εκτός των άλλων, αναφέρεται στη συνάντησή του με τον υπερρεαλισμό και στη συνακόλουθη μεγάλη αλλαγή στη ζωή και στην ποίησή του. Παρά το γεγονός, λέει, ότι κάποια στιγμή είχε συγκροτήσει ορισμένες «προ-υπερρεαλιστικές θεωρίες», εκείνο που πραγματικά τον μετέβαλε ως ποιητή και του άνοιξε «ένα νέο κόσμο» μπροστά του ήταν ο υπερρεαλισμός. «Με αυτή την ανακάλυψι και την προσχώρησί μου στο υπερρεαλιστικό κίνημα… έθεσα κατά μέρος, όχι μόνο τις παλαιές μου τεχνοτροπίες, μα και κάθε ψωροφιλότιμο και κάθε κομπορρημοσύνη…». Ο Ελύτης στην Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο (1978) μας δίνει κάποιες πληροφορίες σχετικά με αυτές τις «παλαιές τεχνοτροπίες» του Εμπειρίκου: «η συναισθηματική του εκτόνωση σε στίχους» γράφει «είχε αρχίσει τόσο πρόωρα, που σε ηλικία είκοσι χρόνων να διαθέτει ήδη στο ενεργητικό του ένα πλήθος ποιήματα γραμμένα πάνω στ’ αχνάρια των ποιητών που κάθε φορά τον γοήτευαν περισσότερο, κατ’ εξοχήν του Κωστή Παλαμά κάτι που σήμερα μας φαίνεται τουλάχιστον παράδοξο».
Σε αυτό το όντως «παράδοξο» αναφέρεται και ο ίδιος ο Εμπειρίκος στη γνωστή συζήτηση που είχε με διδάσκοντες και φοιτητές στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (22.5.1973), δημοσιευμένη στον Χάρτη (τ. 17-18, 1985). Σε σχετική ερώτηση για τη μορφή της γλώσσας του, ο Εμπειρίκος απαντά: «Εγώ εξεπαιδεύθην στην καθαρεύουσα. Τα εκφραστικά μου μέσα στη δημοτική ήταν ακαδημαϊκά, ψεύτικα. Τα ‘μαθα. Εγραφα ως δημοτικιστής ώσπου έφτασα στον υπερρεαλισμό… Και σαν νέος που ήμουν και παιδί, δεν ήμουν καν δημοτικιστής… ήμουν μαλλιαρός, μαθητής του Ψυχάρη… Τα ποιήματά μου τα πρώτα, τα προ-υπερρεαλιστικά, τα οποία απεκήρυξα (ήσαν λίγα άλλωστε), ήσαν στη δημοτική, σε βαθμό που μου έλεγαν φίλοι μου… “Αντρέα, καλά δημοτικιστής και εγώ είμαι. Αλλά τι είναι αυτά που λες; Προσβάλλουν τ’ αυτί. Βάρβαρος γίνεσαι όταν μιλάς έτσι”. Εννοείται έλεγα εγώ “Φχαριστώ – Φκαριστώ”… Εγραφα άβριο με β. Οταν λοιπόν έφτασα με το καλό στον υπερρεαλισμό, τι νομίζετε ότι συνέβη; Εγώ δεν ήξερα δημοτική… η παιδεία μου έγινε εξ ολοκλήρου στην καθαρεύουσα και έτσι ήρθαν στην επιφάνεια αυτά που είχα αφομοιώσει…».
Τύχη αγαθή διεφύλαξε στο Αρχείο του ποιητή ένα από εκείνα τα λίγα και αποκηρυγμένα πιθανώς, παλαιάς τεχνοτροπίας, ποιήματά του. Το ποίημα αυτό, που δημοσιεύεται για πρώτη φορά εδώ, με την ευγενική άδεια των οικείων του Εμπειρίκου, είναι χειρόγραφο, με πολλές διορθώσεις, αλλαγές και διαγραφές, χωρίς χρονολογία γραφής και τίτλο. Στην ώα ωστόσο αναγράφεται καθαρά «Αφιερωμένο Στον Πατέρα μου, Λ. Α. Εμπειρίκο», ενώ σε ένα δεύτερο φύλλο, όπου αντιγράφονται διορθωμένοι μόνο οι τρεις πρώτοι στίχοι, υπάρχει ο τίτλος «Τραγούδι».
Ω της ψυχής σαλέματα και οργασμοί της ύλης
Με τον παλμό τον ξυπνητή των πρωτινώνε χρόνων
Και με τη μυριοσύνθετη μιας γένεσης αρμονία
Μέσ’ στο βρασμό τον άψαχτο τρισάγιας μιας λαχτάρας,
Πλάθεστε σεις ονείρατα, γεννιέστε σεις ιδέες.
Κι είναι τα πάντα χλαλοή και βουερό γιορτάσι
Ωρια ορμή και δάγκωμα και τέντωμα κι αγώνας,
Σαν κόσμος νέος και άπηχτος που σαν ουρανοπλάνα
Νεφέλη πύρινη, πυκνή και πορφυρά χυμένη
Λάμπει στο αχνό αντίφεγγο – πυρήνας μέσ’ στο χάος.
Κι είναι τα πάντα χλαλοή σαν τη φωνή που κάνει
Ποτάμι γοργοκύλιστο, παφλάζοντας απάνω
Σε βράχους γλυφτούς, αφρόχυτο στο ολόδροσό του δρόμο
Και είναι όλα μια βοή σαν τη βοή που κάνει
Αγέρας μακροτάξιδος μέσ’ στα δασά ρουμάνια
Παντρέβοντας στο διάβα του και φύλλα και κλωνάρια.
Κι είναι τα πάντα σαν ορμή του πουλαριού που γάβρο
Αδρασκελάει το φράχτη του και τρεχαλίζει πέρα
Με γάργαρο χλιμίντρισμα μακριά μακριά απ’ τον στάβλο
Με τα ρουθούνια τρεμουλά – σκιρτούν μιαν ομορφάδα
Προς τη μαρτιάτικη βοσκήν αταίριαστων φοράδων.
Κι όλο το γαίμα κοχλασμός. Και μια φωτιά φλογάτη
Μέσ’ στο κεφάλι ο νέος νους Πες γιερό αργαστήρι
Οπου ο οίστρος Ηφαιστος γυρτός σφυροκοπάει
Πέταλα, χρυσοπέταλα για αδάμαστους Πηγάσους.
Κι ο κυβερνήτης μου σφυγμός, γοργός ρυθμός χτυπάει
Και μπόρα κρουστή τώρα ξεσπά στις φλέβες μου γιορτάσι
Σαν τύμπανο του βάρβαρου σε μιας σφαγής ανάβρα
Και στο τραγούδι μου γρικώ της γης το χτυποκάρδι.
Ο περιορισμένος χώρος δεν μας επιτρέπει πολλές παρατηρήσεις άλλωστε το ποίημα λέει πολλά από μόνο του. Η γλώσσα (λεξιλόγιο, ορθογραφία), η στιχουργία και αρκετά θεματικά στοιχεία του δείχνουν πράγματι πως ο Εμπειρίκος ακολουθεί αρχικά τα «αχνάρια» των ποιητών που τον γοήτευαν στην πρώιμη νεότητά του, καθώς το ποίημα, σύμφωνα με ορισμένες ενδείξεις, γράφεται όταν είναι 20-22 χρόνων. Εύκολα, λ.χ., διακρίνονται εδώ στοιχεία κυρίως από τον Παλαμά, τον Σικελιανό, αλλά και τον Γρυπάρη, θα προσέθετα. Παρατηρούμε πλήθος σύνθετα «ποιητικά» επίθετα (μυριοσύνθετη, ουρανοπλάνα, γοργοκύλιστο, αφρόχυτο κτλ.), έντονα δημοτικοφανείς λέξεις και γλωσσικούς τύπους (πρωτινώνε, γλυφτούς, γάβρο, αδρασκελάει, ανάβρα κτλ.) και τα προκλητικά γαίμα και γιερό, λέξεις οι οποίες στο χειρόγραφο φέρουν αντίστοιχα δασεία – περισπωμένη και δασεία καθώς, πιθανότατα, ο Εμπειρίκος προσέθεσε εκ των υστέρων το φωνητικό γάμμα για λόγους μετρικούς ή ευφωνίας.
Περίπου δεκαπέντε χρόνια αργότερα ο Εμπειρίκος αφιερώνει ένα άλλο ποίημα στον πατέρα του, το γνωστό «Στροφές Στροφάλων». Μια πρόχειρη ανάγνωση των δύο ποιημάτων μάς επιτρέπει να δούμε τις διαφορές στη γλώσσα, στη στιχουργία και κυρίως στον τρόπο θέασης και ερμηνείας του κόσμου, καθώς ο ποιητής έχει λουσθεί ήδη στο ζωοποιό φως του υπερρεαλισμού. Ωστόσο δεν μπορούμε να αρνηθούμε στοιχεία πρωτοτυπίας και λυρικής ορμής στο νεανικό ποίημα. Αν μη τι άλλο, προοικονομεί την επερχόμενη ποιητική «γένεση» και προαγγέλλει το γενναίο τραγούδι που θα εμφανισθεί μέσα στο «αργαστήρι» ενός οιστρήλατου νου.
Ο κ. Γιώργης Γιατρομανωλάκης είναι καθηγητής της Κλασικής Φιλολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.
