Μετά το «κλείδωμα» της δραχμής και κατά συνέπεια με τον καθορισμό της ισοτιμίας της με το ευρώ οι επιχειρήσεις θα πρέπει να επισπεύσουν τις προετοιμασίες τους εν όψει της χρήσης του ενιαίου νομίσματος στις συναλλαγές τους. Οι προετοιμασίες αυτές συνεπάγονται κάποιο κόστος και ένα χρονικό διάστημα προσαρμογής από τρεις μήνες ως τρία έτη. Λαμβανομένου υπόψη του μεγέθους των επιχειρήσεων, του κύκλου εργασιών και των δραστηριοτήτων, φαίνεται ότι οι επιχειρήσεις λιανικού εμπορίου θα αντιμετωπίσουν το υψηλότερο κόστος, το οποίο όμως εφόσον αρχίσουν σύντομα τις προετοιμασίες θα κατανεμηθεί σε μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Το θέμα βέβαια που προκύπτει είναι η τιμή ισοτιμίας, η οποία καθορίστηκε στις 340,750 δρχ. ανά ευρώ και με περιθώριο διακύμανσης της τάξεως του ±15%. Γιατί αποτελεί θέμα; Διότι είναι «άγνωσται αι βουλαί του Κυρίου» και στη συγκεκριμένη περίπτωση «Κύριος» είναι η αγορά, η οποία μπορεί να δείξει αργότερα άλλη τιμή ισοτιμίας. Προς το παρόν όμως όλοι θα πρέπει να κάνουν τους λογαριασμούς τους με την ισχύουσα ισοτιμία των 340,750 δρχ. ανά ευρώ.
«Η πολλή δουλειά, για όλους, εν όψει του ευρώ, θα αρχίσει μετά το “κλείδωμα” της δραχμής» δηλώνει προς «Το Βήμα» ο πρόεδρος του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών (ΕΒΕΑ) κ. Γιάννης Παπαθανασίου, ο οποίος προσθέτει ότι η προσαρμογή θα έχει κόστος κυρίως για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις λιανικού εμπορίου ενώ επισημαίνει ότι το κόστος που θα έχουν οι τράπεζες δεν πρέπει να πέσει «στις πλάτες του επιχειρηματικού κόσμου».
Ο κ. Παπαθανασίου ανάλυσε το σκεπτικό του απαντώντας σε μια σειρά ερωτήσεων που του υποβλήθηκαν από «Το Βήμα της Κυριακής»:
Κύριε πρόεδρε, έχετε ταχθεί κατά καιρούς υπέρ της ένταξής μας στην ευρωζώνη. Εξακολουθείτε και σήμερα να έχετε την ίδια άποψη; Και γιατί;
«Πιστεύω ότι η ένταξή μας στην ζώνη ευρώ θα έχει θετικά αποτελέσματα, άμεσα και έμμεσα. Τα άμεσα θα προέλθουν από την πτώση των επιτοκίων αλλά και την εξάλειψη των συναλλαγματικών κινδύνων και τα έμμεσα από τη συμμετοχή μας σε μια μεγάλη αγορά, όπως είναι αυτή της Ευρώπης».
Εχετε προεξοφλήσει την είσοδό μας στην ευρωζώνη;
«Θεωρώ βεβαία την ένταξη, αλλά πρέπει να σας επισημάνω ότι χρειάζεται προσοχή στη συνέχεια “για να μην τα βρούμε μπροστά μας”».
Τι εννοείτε;
«Εννοώ ότι πετύχαμε ορισμένα κριτήρια, αλλά δεν έχουμε επιλύσει τα προβλήματα που συντηρούν τον πληθωρισμό. Τα μέτρα που έχουν ληφθεί για τη μείωση του πληθωρισμού είναι μέτρα βραχυπρόθεσμης εμβέλειας και άρα πιθανόν να βρεθούμε μπροστά σε αναζωπύρωσή του, τους επόμενους μήνες. Φοβάμαι ότι δεν χτυπήσαμε τη ρίζα του κακού και γι’ αυτό μπορεί να τα βρούμε μπροστά μας. Παράλληλα δεν έχουν προχωρήσει όλες οι διαρθρωτικές αλλαγές. Δεν έχουμε, σύμφωνα με τις εξαγγελίες, λιγότερο κράτος».
Εχει τόση σημασία αυτό στην πορεία μας προς το ευρώ;
«Εχει ιδιαίτερη σημασία σε αυτή τη φάση και θα έχει εξαιρετική σημασία στις επόμενες. Ενα από τα βασικά προβλήματα μετά την επίσημη, οριστική αναγγελία της ένταξης τον προσεχή Ιούνιο, θα είναι η αντιμετώπιση του ανταγωνισμού από τις επιχειρήσεις. Εμείς λαμβάνουμε, λίγο-πολύ, τα μέτρα μας, αλλά και το κράτος πρέπει να λάβει τα δικά του για να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητά μας».
Τι είδους μέτρα εννοείτε;
«Μέτρα για την πάταξη της γραφειοκρατίας, φορολογικές ρυθμίσεις, εκσυγχρονισμού στους εργασιακούς κανόνες και στις ασφαλιστικές επιβαρύνσεις, όλα αυτά που ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων. Αν δεν ληφθούν αυτά τα μέτρα τότε η ανταγωνιστικότητά μας θα μειωθεί, γεγονός που θα έχει επιπτώσεις και στην απασχόληση. Το μεγάλο στοίχημα είναι μετά την ένταξή μας, και το χρονικό διάστημα ως τότε μικρό. Αλλά και οι τράπεζες πρέπει να σταθούν στο ύψος τους».
Οι τράπεζες τι σχέση έχουν; Αλλωστε και αυτές έχουν επιδοθεί σε έναν αγώνα δρόμου για την προσαρμογή τους…
«Αυτός ο αγώνας δρόμου, όπως τον λέτε, μεταφράζεται και σε ένα κόστος προσαρμογής που προκύπτει από αλλαγές στα μηχανογραφικά συστήματα, στα έντυπα, στην εκπαίδευση του προσωπικού κτλ. Εκείνο που ζητάμε είναι να μην πετάξουν το μπαλάκι του κόστους προσαρμογής τους στις επιχειρήσεις, οι οποίες θα επιβαρυνθούν με δαπάνες για τη δική τους προσαρμογή».
Πιστεύετε ότι το κόστος προσαρμογής των επιχειρήσεων θα είναι υψηλό;
«Σε πολλές περιπτώσεις, ναι. Αλλωστε το κόστος αυτό θα επιβαρύνει τις επιχειρήσεις σε λιγότερα οικονομικά έτη από ό,τι επιβάρυνε και επιβαρύνει τις επιχειρήσεις των χωρών-μελών που έχουν ήδη ενταχθεί. Να προσθέσω σε αυτό το σημείο ότι αργότερα θα δούμε ότι το κόστος μετατροπής (από δραχμές σε ευρώ) θα είναι υψηλό κυρίως για τις επιχειρήσεις λιανικού εμπορίου οι οποίες θα κληθούν να εκπαιδεύσουν το προσωπικό τους, να μετατρέψουν τα μηχανογραφικά τους, τις ταμειακές μηχανές κτλ.».
Και πρωτίστως να ενημερωθούν οι ίδιοι οι έμποροι για να αντιληφθούν το θέμα και το μέγεθος των αλλαγών. Αλήθεια, εσείς τι κάνετε προς αυτή την κατεύθυνση;
«Εχουμε αρχίσει εγκαίρως, κατά γενική αναγνώριση, την ενημέρωση των μελών μας και για τα οφέλη και για τα προβλήματα και τους τρόπους επίλυσής τους. Επίσης έχουμε προχωρήσει σε διάφορες εκδόσεις χρήσιμες για το λιανικό εμπόριο, αλλά τα επόμενα βήματά μας εξαρτώνται από το κλείδωμα που λέγαμε προηγουμένως. Η σταθερή ισοτιμία της δραχμής θα ξεκαθαρίσει το τοπίο και η πολλή δουλειά θα αρχίσει μετά το κλείδωμα του εθνικού νομίσματος».
Επείγει το «κλείδωμα»;
«Ναι».
Μέτρα προστασίας από την παραχάραξη
Ολα τα κράτη-μέλη που επιθυμούν να ενταχθούν στην ευρωζώνη θα πρέπει να λάβουν μέτρα προστασίας των καταναλωτών από το ενδεχόμενο παραχάραξης του ευρώ, όπως άλλωστε έχουν λάβει τα 11 κράτη-μέλη που βρίσκονται ήδη στη ζώνη. Το Συμβούλιο Υπουργών της ΕΕ, έπειτα από πρωτοβουλία της Γερμανίας, συζητεί το θέμα της «ενίσχυσης του ποινικού πλαισίου προστασίας από την παραχάραξη, εν όψει της εισαγωγής του ευρώ».
Οπως αναφέρεται στο σχετικό έγγραφο (1999/C 322/04), το ευρώ θα είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένο σε κινδύνους παραχάραξης και παραποίησης λόγω της παγκόσμιας σημασίας του. Προστίθεται δε ότι ήδη έχουν διαπιστωθεί κινήσεις προς αυτή την κατεύθυνση. Επειδή όμως η εδραίωση της εμπιστοσύνης των πολιτών της ΕΕ θα παίξει σημαντικό ρόλο στην κυκλοφορία του ενιαίου νομίσματος, στο διάστημα των δύο, περίπου, ετών ως την κυκλοφορία του θα πρέπει να έχουν ληφθεί όλα τα μέτρα αποφυγής της παραχάραξής του. Στο πλαίσιο αυτό όλα τα κράτη-μέλη πρέπει να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα προστασίας του ευρώ αλλά και να θεσπίσουν αποτελεσματικές και αποτρεπτικές ποινές στους απατεώνες-παραχαράκτες. Τα κράτη-μέλη θα συνεργάζονται μεταξύ τους προκειμένου να εντοπίζονται τα πρόσωπα αυτά και να εκδίδουν τους δράστες ή κατά περίπτωση να συναποφασίζουν σε ποιο κράτος-μέλος θα επιβάλλεται η ποινική δίωξη. Ως τις 31.12.2000 τα κράτη-μέλη θα πρέπει να έχουν προσχωρήσει στη διεθνή σύμβαση της 20ής Απριλίου 1929 που αφορά την καταστολή της παραχάραξης και κιβδηλείας των νομισμάτων.
Εξυπακούεται ότι η απόφαση του Συμβουλίου θα συνοδευθεί αργότερα και από άλλες παρεμφερείς αποφάσεις για την προστασία των πολιτών από το ενδεχόμενο κυκλοφορίας παραχαραγμένων νομισμάτων. Πάντως η βασική αρχή για την προστασία παραμένει αναλλοίωτη και συνοψίζεται στο ότι οι πολίτες θα πρέπει να «εθισθούν» με την εμφάνιση του νέου νομίσματος, ώστε να το αναγνωρίζουν και να το ξεχωρίζουν από τα πλαστά. Και προς αυτή την κατεύθυνση, προς το παρόν τουλάχιστον, δεν έχουν κάνει πολλά.
Τι σημαίνει για το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους η εφαρμογή του ευρώ
Το ύψος της αμετάκλητης ισοτιμίας της δραχμής προς το ευρώ θα επηρεάσει συνολικά όλα τα μεγέθη της οικονομίας, σύμφωνα με το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους (και όπως είναι αυτονόητο). Σημειώνεται ότι το Γενικό Λογιστήριο «θα σηκώσει» από εφέτος το μεγαλύτερο ίσως βάρος, αφού θα πρέπει να μετατραπούν όλοι οι δημόσιοι λογαριασμοί σε ευρώ και ο Κρατικός Προϋπολογισμός που θα κατατεθεί εφέτος στη Βουλή θα πρέπει να αναφέρεται σε ευρώ. Επίσης θα πρέπει να αντιμετωπίσει το θέμα της μετατροπής του δημόσιου χρέους σε ευρώ, αλλά θα πρέπει να προσαρμόσει το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο για την έκδοση των τίτλων του Δημοσίου και τη διαχείριση του δημόσιου χρέους. Αυτά και άλλα πολλά για να γίνουν απαιτείται κατ’ αρχάς ο καθορισμός της αμετάκλητης ισοτιμίας της δραχμής. Ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών κ. Γιάννος Παπαντωνίου έχει δηλώσει ότι η ισοτιμία αυτή θα καθορισθεί το αργότερο ως τις αρχές Ιουνίου, οπότε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στην Πορτογαλία οι αρχηγοί κρατών-μελών και κυβερνήσεων της ΕΕ θα αποφασίσουν την ένταξη της δραχμής στην ευρωζώνη. Προηγουμένως, τον Μάρτιο, η Ελλάδα θα υποβάλει το σχετικό αίτημα, το οποίο θα εξετασθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ενώ η Ευρωπαϊκή Τράπεζα θα γνωμοδοτήσει επί αυτού αιτήματος. Αναμένεται ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα εγκρίνει το ελληνικό αίτημα τον Μάιο. Στην περίπτωση αυτή το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους θα έχει εξαιρετικό φόρτο εργασίας για όλο το υπόλοιπο χρονικό διάστημα ως τη λήξη τρέχοντος έτους. Το τι σημαίνει για το Γενικό Λογιστήριο η εφαρμογή του ευρώ φαίνεται σαφέστατα από τον σχετικό πίνακα.
Λιγότερο δραχμοβόρο το Γ’ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης
Θετικές θα είναι οι επιπτώσεις της πρόσφατης ανατίμησης της δραχμής έναντι του ευρώ και στο Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης (ΚΠΣ-3) το οποίο εκτείνεται από το 2000 ως το 2006. Κατ’ αρχάς λόγω των βάσιμων εντυπώσεων που δημιουργήθηκαν για την ισχυροποίηση του εθνικού μας νομίσματος, αλλά και διότι τώρα για την αγορά κάθε ευρώ θα καταβάλλονται 340,750 δρχ. και όχι 353,109 δρχ. όπως είχε προγραμματισθεί. Το σκεπτικό αρμοδίων του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας γύρω από το θέμα αυτό έχει ως εξής: Η ισοτιμία της δραχμής έναντι του ευρώ προσδιορίστηκε στις 31.12.1998 στην τιμή των 353,109 δρχ. και αναπροσαρμόστηκε στις 340,750 δρχ. με το ίδιο περιθώριο διακύμανσης, δηλαδή το ±15%.
Οι ίδιοι, οι οποίοι επιμένουν στα τρία δεκαδικά μετά την υποδιαστολή, επισημαίνουν ότι, αν η αγορά «δείξει» τιμές και κάτω των 340,750 δρχ., τότε εκ των πραγμάτων θα υπάρξει και νέα ανατίμηση (όποτε το δείξει η αγορά), ενώ προσθέτουν ότι το σίγουρο είναι πως από 1.1.2001, ανεξαρτήτως της κεντρικής ισοτιμίας της δραχμής, το περιθώριο διακύμανσης δεν μπορεί να είναι ±15%. Ετσι, αν «όλα κυλήσουν καλά», η δραχμή θα ενταχθεί με ακόμη «χαμηλότερη» τιμή και μικρότερα περιθώρια διακύμανσης, γεγονός που θα σημαίνει ότι το κόστος του ΚΠΣ-3 θα είναι λιγότερο «δραχμοβόρο».
Και καταλήγουν ότι με το 340,750 «μοιράστηκε» η διαφορά μεταξύ του επιπέδου που προσδιορίζει η αγορά και αυτού που προσδιορίζει η ανταγωνιστικότητα του νομίσματος.
Πρότυπο καλής πρακτικής συστήνει η Επιτροπή
Η ΕυρωπαΪκή Επιτροπή με τη σύσταση που εξέδωσε (ΕΕΚ 961/1. 1998) πρότεινε ένα πρότυπο καλής πρακτικής που πρέπει να εφαρμόσουν οι τράπεζες κατά τη διάρκεια της μεταβατικής και τελικής περιόδου, για τις μετατροπές χωρίς έξοδα για ορισμένες κατηγορίες που υποβάλλονται από τον νόμο (π.χ. από την εθνική νομισματική μονάδα σε ευρώ και αντίστροφα) καθώς και άλλες κατηγορίες που αφήνονται στη συνήθη πρακτική, όπου είναι δυνατόν να εισπράττεται διαχειριστική προμήθεια (όχι όμως προμήθεια που αφορά τον συναλλαγματικό κίνδυνο) από τις τράπεζες.
Ειδικότερα στις τράπεζες συνιστάται:
* να παρέχουν δωρεάν ορισμένες υποχρεωτικές υπηρεσίες όπως:
μετατροπή χωρίς έξοδα εισερχόμενων πληρωμών από την εθνική νομισματική μονάδα στη μονάδα ευρώ και αντίστροφα στη μεταβατική περίοδο,
μετατροπή χωρίς έξοδα λογαριασμών από την εθνική νομισματική μονάδα στη μονάδα ευρώ στο τέλος της μεταβατικής περιόδου,
* να μην επιβάλλουν χρέωση σε ορισμένες κατηγορίες συναλλαγών,
* να προβλέπουν ίση μεταχείριση μεταξύ του ευρώ και των εθνικών νομισμάτων, δηλαδή να χρεώνουν την ίδια προμήθεια για πανομοιότυπες υπηρεσίες που έχουν συνομολογηθεί είτε σε εθνικές νομισματικές μονάδες είτε σε ευρώ,
* να τηρούν συγκεκριμένες προδιαγραφές διαφάνειας ως προς την προσαρμογή τιμών μετατροπής και στην ενδεχόμενη είσπραξη διαχειριστικών εξόδων.
Περαιτέρω, στη σχετική σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τονίζεται η ανάγκη να τηρηθούν οι αρχές της διαφάνειας στις τραπεζικές συναλλαγές πριν από τη μεταβατική περίοδο, για να περιοριστεί ο κίνδυνος να θεωρήσουν οι συναλλασσόμενοι ότι τα υφιστάμενα έξοδα οφείλονται στην εισαγωγή του ευρώ.
Ως σήμερα η συμπεριφορά των τραπεζών των 11 χωρών της ζώνης ευρώ δεν ήταν η αναμενόμενη. Σε πολλές περιπτώσεις δεν υπήρξε διαφάνεια ως προς τη χρέωση των προμηθειών στους συναλλασσομένους. Για τη βελτίωση της κατάστασης αυτής η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτίθεται να εκδώσει σύντομα νέα, πιο αυστηρή σύσταση προς τις τράπεζες. Οι συστάσεις αυτές αφορούν ουσιαστικά τις συναλλαγές σε εθνικό επίπεδο και όχι τα διασυνοριακά εμβάσματα.
Από ελληνικής πλευράς, η Τράπεζα της Ελλάδος ήδη από τον Δεκέμβριο του 1998 εξέδωσε την με αριθ. 10/22.12.98 εγκύκλιο, στην οποία αναφέρεται ότι οι τράπεζες μπορούν να χρεώνουν προμήθειες σε συναλλαγές συναλλάγματος, αρκεί να δηλώνουν ρητά το ύψος της συγκεκριμένης προμήθειας, εκτός των περιπτώσεων μετατροπής επί πράξεων συναλλάγματος των νομισμάτων των κρατών-μελών της ζώνης ευρώ.
Στο πλαίσιο αυτό καλούνται οι τράπεζες να ενεργήσουν με την αρχή της διαφάνειας στις συναλλαγές προς όφελος των ιδίων και των πελατών τους.
Ειδικότερα οι τράπεζες οφείλουν:
* να προσδιορίζουν με εμφανή τρόπο την τιμή μετατροπής με την οποία έγινε η μετατροπή του χρηματικού ποσού,
* να εντοπίζουν χωριστά από την τιμή μετατροπής τις τυχόν χρεώσεις που εισπράττουν για τη μετατροπή και
* να παρέχουν στην πελατεία τους, τόσο πριν από τη συναλλαγή όσο και μετά την ολοκλήρωσή της, ευκρινή και διαφανή πληροφόρηση αναφορικά με το περιεχόμενο των χρεώσεων.
