Τολμηρά βήματα στη βιομηχανία

Τολμηρά βήματα στη βιομηχανία Συνέντευξη με τον πρόεδρο του ΣΕΒ κ. Ιάσονα Στράτο ΧΡ. ΚΟΡΦΙΑΤΗΣ ΣΕ ΕΞΙ θέματα της άμεσης επικαιρότητας, που έχουν να κάνουν με την εξέλιξη της κερδοφορίας στη βιομηχανία, τα μεγάλα τραπεζικά κέρδη, την τροποποίηση του αναπτυξιακού νόμου για τις επενδύσεις, την πορεία των εξαγωγών σε σχέση με την ασκούμενη συναλλαγματική πολιτική, τις αλλαγές που σχεδιάζονται στις ΔΕΚΟ

Τολμηρά βήματα στη βιομηχανία

ΣΕ ΕΞΙ θέματα της άμεσης επικαιρότητας, που έχουν να κάνουν με την εξέλιξη της κερδοφορίας στη βιομηχανία, τα μεγάλα τραπεζικά κέρδη, την τροποποίηση του αναπτυξιακού νόμου για τις επενδύσεις, την πορεία των εξαγωγών σε σχέση με την ασκούμενη συναλλαγματική πολιτική, τις αλλαγές που σχεδιάζονται στις ΔΕΚΟ και την πορεία του διαλόγου με τη ΓΣΕΕ για τα μισθολογικά θέματα, τοποθετείται ο πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών κ. Ιάσων Στράτος (δεξιά) σε συνέντευξη που παραχώρησε προς «Το Βήμα». «Ενα σημαντικό τμήμα της βιομηχανίας βρίσκεται σε άνοδο», σημειώνει.





­ Ποιες είναι οι προβλέψεις σας για την πορεία της βιομηχανικής παραγωγής κατά το τρέχον έτος 1998 και πώς σχολιάζετε το γεγονός ότι τα κέρδη στην ελληνική βιομηχανία το 1997, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΧΑΑ, παρουσίασαν σημαντική αύξηση παρά τη στασιμότητα της βιομηχανικής παραγωγής;


«Τα τελευταία χρόνια υπάρχει όντως στασιμότητα της βιομηχανικής παραγωγής, τουλάχιστον όπως αυτή καταγράφεται από τον δείκτη βιομηχανικής παραγωγής της ΕΣΥΕ. Παρεμπιπτόντως θα πρέπει βεβαίως να υπογραμμίσω ότι πρόσφατα έχουν εγερθεί σοβαρές αντιρρήσεις για την αξιοπιστία αυτού του συγκεκριμένου δείκτη, ο οποίος φαίνεται ότι υπεκτιμά τις εξελίξεις στη βιομηχανική παραγωγή. Ανεξάρτητα από αυτό το τεχνικό ζήτημα, φαίνεται ότι η βιομηχανική παραγωγή παρουσιάζει όντως στασιμότητα ή στην καλύτερη περίπτωση μικρή μόνο άνοδο. Και αυτό μας προβληματίζει ιδιαίτερα. Πιστεύω πάντως ότι η κατάσταση αυτή είναι αντιστρέψιμη. Για δύο λόγους: πρώτον, διότι υπάρχει ένα σημαντικό τμήμα της βιομηχανίας που βρίσκεται σε άνοδο και, δεύτερον, διότι τα τελευταία χρόνια έχουν πραγματοποιηθεί μεγάλες και σημαντικές επενδύσεις στον βιομηχανικό τομέα, τα αποτελέσματα των οποίων θα γίνουν σύντομα αισθητά και στη βιομηχανική παραγωγή. Οσον αφορά την κερδοφορία των επιχειρήσεων, θα πρέπει να επισημάνω ότι η άνοδος των κερδών που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια οφείλεται σε δύο κυρίως λόγους: πρώτον, στη μείωση των ζημιών η οποία επηρεάζει το συνολικό αποτέλεσμα και, δεύτερον, στη μείωση των χρηματοοικονομικών δαπανών των επιχειρήσεων που οφείλεται στην πτώση των επιτοκίων, στη διευρυμένη προσφυγή των επιχειρήσεων σε δανεισμό σε συνάλλαγμα και στην αύξηση των ιδίων κεφαλαίων που περιορίζει τις ανάγκες για δανεισμό».


­ Ποιο είναι αλήθεια το σχόλιό σας για το γεγονός ότι οι αποδόσεις ιδίων κεφαλαίων στον τραπεζικό τομέα, όπως πιστοποιούν τα πρόσφατα στοιχεία, είναι σημαντικά υψηλότερες εκείνων που πραγματοποιούνται στη βιομηχανία;


«Οι λόγοι που ερμηνεύουν τις διαφορές στην αποδοτικότητα είναι πολλοί και περίπλοκοι. Και δεν θα μπορούσα εδώ να επιλέξω κάποιους από αυτούς που θα εξηγούσαν το φαινόμενο που επισημαίνετε. Θέλω πάντως να τονίσω ότι τα τελευταία χρόνια έχει προχωρήσει η απελευθέρωση του πιστωτικού συστήματος, η οποία έδωσε σε κάποιες τράπεζες τη δυνατότητα να αυξήσουν τα κέρδη τους. Αντίθετα η βιομηχανική δραστηριότητα και ειδικότερα η επένδυση στη βιομηχανία εξακολουθεί να συναντά ένα πλήθος προσκομμάτων και γραφειοκρατικών διοικητικών παρεμβάσεων που ονομάζουμε αντικίνητρα».


­ Διατηρείτε επιφυλάξεις για τη σκοπιμότητα και την αποτελεσματικότητα των αλλαγών που επέρχονται στον αναπτυξιακό νόμο και, αν ναι, σε ποια κυρίως σημεία;


«Ο ΣΕΒ με υπόμνημά του στο ΥΠΕΘΟ αλλά και με συγκεκριμένη τοποθέτηση στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής διαπιστώνει ότι οι στόχοι των νέων ρυθμίσεων που προτείνονται από το νομοσχέδιο είναι σε γενικές γραμμές ορθοί. Διατύπωσε όμως παράλληλα και τις σοβαρές αντιρρήσεις του στα ακόλουθα ζητήματα: πρώτον, στην κατάργηση της παράτασης της ισχύος των διατάξεων για τον σχηματισμό αφορολόγητου αποθεματικού, η οποία μάλιστα είχε νομοθετηθεί πρόσφατα από την κυβέρνηση. Αυτό κατά την άποψή μας συνιστά ανακολουθία που αιφνιδιάζει τον επιχειρηματικό κόσμο. Δεύτερον, επισημάναμε την αντίφαση μεταξύ της ανάγκης για απλοποίηση των διαδικασιών και των περίπλοκων εγκριτικών και γραφειοκρατικών ρυθμίσεων που προβλέπει το νέο νομοσχέδιο, ειδικότερα δε για τις επενδύσεις που υλοποιούνται αποκλειστικά και μόνο με τη χρήση φορολογικών κινήτρων. Τρίτον, συμφωνήσαμε μεν με τον εντονότερο προσανατολισμό προς τα φορολογικά κίνητρα, τονίσαμε όμως ότι δεν πρέπει να εισάγονται στοιχεία άνισου ανταγωνισμού με τον διαχωρισμό των επενδύσεων σε νέες και παλαιές. Τέλος, τονίσαμε ότι πρέπει να προσεχθεί ιδιαίτερα η περίπτωση της Θράκης και προτείναμε την καθιέρωση μεταβατικής περιόδου πενταετούς διαρκείας κατά την οποία για τη συγκεκριμένη περιοχή τα κίνητρα θα απέκλιναν από αυτά της περιοχής Δ (50% επιχορήγηση – επιδότηση, 30% ελάχιστη ιδία συμμετοχή)».


­ Πώς εξελίσσονται, κατά τη γνώμη σας, οι βιομηχανικές εξαγωγές και ποια είναι τα σχόλιά σας για την επιδείνωση που καταγράφεται στο εμπορικό ισοζύγιο της χώρας σε συνδυασμό με την ασκούμενη συναλλαγματική νομισματική πολιτική;


«Τα στοιχεία για τις βιομηχανικές εξαγωγές είναι ήδη πολύ καθυστερημένα και δεν επιτρέπουν την εξαγωγή αξιόπιστων συμπερασμάτων. Φαίνεται ωστόσο ότι τα δύο τελευταία χρόνια υπάρχει μείωση των εξαγωγών μας στην Ευρωπαϊκή Ενωση και αύξηση των εξαγωγών μας σε νέες αγορές ­ κυρίως της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης. Η επέκταση σε νέες αγορές είναι ασφαλώς θετική και θα πρέπει να ενισχυθεί. Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε ότι οι οικονομίες αυτές είναι ακόμη εύθραυστες και τα κέρδη ανταγωνιστικότητας που υπάρχουν μπορεί σύντομα να εξανεμισθούν. Από την άλλη πλευρά, πρέπει να προσέξουμε ιδιαίτερα την υποχώρηση της εξαγωγικής δραστηριότητας στην κατ’ εξοχήν ανταγωνιστική αγορά της Ευρωπαϊκής Ενωσης, γιατί εκφράζει παραστατικά τις απώλειες ανταγωνιστικότητας που υφίσταται η ελληνική οικονομία λόγω της ακολουθούμενης πολιτικής της σκληρής δραχμής και της ταχύτερης πορείας του κόστους στη χώρα μας».


­ Οι προωθούμενες αλλαγές στις ΔΕΚΟ είναι επαρκείς ή όχι σε σχέση με τις αλλαγές που είναι αναγκαίες;


«Για τις αλλαγές στις ΔΕΚΟ έχει υπάρξει μεγάλη συζήτηση και πολλές εξαγγελίες. Τελευταία ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας κ. Ι. Παπαντωνίου συνόψισε τις αλλαγές αυτές στα ακόλουθα έξι σημεία: μείωση του πλεονάζοντος προσωπικού, αύξηση της παραγωγικότητας με τροποποίηση ορισμένων περιοριστικών διατάξεων, ενθάρρυνση για τη σύναψη “στρατηγικών συμμαχιών”, αυστηρές προϋποθέσεις για τη χορήγηση εγγύησης του Δημοσίου για τα δάνεια που συνάπτονται, αλλαγή του συστήματος κρατικής επιχορήγησης και εφαρμογή του νόμου για την υποβολή και παρακολούθηση υλοποίησης επιχειρηματικών σχεδίων. Ολες αυτές οι αλλαγές είναι θετικές. Και πρέπει να υλοποιηθούν το συντομότερο δυνατόν. Η μεταρρύθμιση όμως θα πρέπει να προχωρήσει με ακόμη πιο τολμηρά βήματα, χωρίς να αποκλείει και τη λύση της αποκρατικοποίησης στις περιπτώσεις εκείνες όπου καταφανώς οι δημόσιες επιχειρήσεις έχουν αποτύχει. Οσες δε παραμείνουν στον δημόσιο τομέα θα πρέπει να λειτουργήσουν ουσιαστικά με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, ως ΑΕ, με σαφώς καθορισμένη ευθύνη των διοικήσεών τους, χωρίς παρεμβάσεις οι οποίες θα θέτουν εμπόδια στη λειτουργία τους».


­ Πώς σχολιάζετε την πορεία του διαλόγου με τη ΓΣΕΕ για τη σύναψη νέας ΕΓΣΣΕ και γιατί επιμένετε, όπως υποστηρίζει η ΓΣΕΕ, σε πρόταση μισθολογικών αυξήσεων που δεν φαίνεται να λαμβάνει σοβαρά υπόψη τη βελτίωση της παραγωγικότητας και την αύξηση του ΑΕΠ;


«Η πρόταση του ΣΕΒ ασφαλώς και λαμβάνει υπόψη την αύξηση της παραγωγικότητας. Και με βάση αυτή τη θέση θα συνεχίσουμε τον διάλογο με τη ΓΣΕΕ επειδή πιστεύουμε στη μεγάλη σημασία του».

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version