* Η σύγχρονη τεχνολογία και τα συστήματα πληροφορικής αυξάνουν τη φοροδιαφυγή στο ηλεκτρονικό εμπόριο
Στο ιλιγγιώδες ποσό των 3 τρισ. δρχ. ανέρχεται σήμερα, κατά επιεική εκτίμηση, η φοροδιαφυγή στην Ελλάδα. Τη μερίδα του λέοντος στο σύνολο της φοροδιαφυγής κατέχει ο ΦΠΑ, ενώ μόνο στον χώρο της διακίνησης των υγρών καυσίμων εκτιμάται ότι η φοροδιαφυγή ξεπερνά τα 150 δισ. δρχ. Τις εκτιμήσεις αυτές διατυπώνει μιλώντας στο «Βήμα» ο κ. Σπύρος Στάθης, σημαίνον στέλεχος του υπουργείου Οικονομικών, σήμερα γενικός διευθυντής. Η μεγάλη φοροδιαφυγή στην Ελλάδα οφείλεται, κατά την άποψη του κ. Στάθη, σε ποικίλους λόγους, γνωστούς λίγο-πολύ. Ωστόσο νέες μέθοδοι φοροδιαφυγής επινοούνται σήμερα με τη βοήθεια της τεχνολογίας και των συστημάτων πληροφορικής, τις οποίες μεθόδους αδυνατεί να εντοπίσει η πολιτεία, ειδικότερα στο ηλεκτρονικό εμπόριο, ενώ οι παράκτιες εταιρείες, οι οποίες βρίσκονται εκτός ελέγχου, διακινούν στη χώρα μας πακτωλό αφορολογήτων ποσών τα οποία κατευθύνονται σε συγκεκριμένους σκοπούς, κυρίως στην αγορά ακινήτων. Σημαντική παρέμβαση στην περιστολή της φοροδιαφυγής, υποστηρίζει ο κ. Στάθης, θα αποτελέσει η μεταρρύθμιση που έχει δρομολογηθεί, η οποία θα επαναπροσδιορίσει το καθεστώς φορολογίας από μηδενική βάση με την κατάργηση και ενοποίηση φορολογιών.
Κύριε Στάθη, είναι γνωστό σε όλους μας ότι έχετε διαδραματίσει έναν πολύ σημαντικό ρόλο στον αγώνα κατά της φοροδιαφυγής αφού κατά καιρούς είχατε την ευθύνη της διοίκησης των μεγαλύτερων υπηρεσιών του υπουργείου Οικονομικών στον τομέα αυτόν (ΔΥΟ ΦΑΕ, ΦΑΒΕ, ΣΔΟΕ). Μπορείτε να μας αποκαλύψετε, ως γενικός διευθυντής πλέον, κάποιες από τις πτυχές της φοροδιαφυγής και τους τρόπους αντιμετώπισής της;
«Φοροδιαφυγή υπήρχε πάντοτε, όπως υπάρχει και σήμερα, όπως θα υπάρχει και στο μέλλον σε όλα τα μήκη και πλάτη της Γης, σε μεγαλύτερη ή μικρότερη έκταση. Ειδικότερα όμως για τη χώρα μας η φοροδιαφυγή λόγω του μεγέθους της αποτελεί σύγχρονη κοινωνικοοικονομική μάστιγα.
Και αυτό γιατί στερεί τον κρατικό προϋπολογισμό από τεράστιους και πολύτιμους πόρους που θα μπορούσαν να συμβάλουν αποφασιστικά στην υλοποίηση των σκοπών της πολιτείας ενώ παράλληλα στρεβλώνει τους υγιείς κανόνες της αγοράς αφού παράγει φαινόμενα άνισου και αθέμιτου ανταγωνισμού, έτσι ώστε η διάπραξη της φοροδιαφυγής και από τους νομοταγείς να προσλαμβάνει χαρακτήρα αναγκαίας και ιδιότυπης άμυνας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Πέραν όμως αυτών, η φοροδιαφυγή κυριολεκτικά “δένει” τα χέρια της πολιτείας έτσι ώστε, ενώ θέλει, να μην μπορεί να προχωρήσει σε θεαματική μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης για να αντιστρέψει την αρχή σύμφωνα με την οποία όσο πιο ψηλή είναι η φορολογική επιβάρυνση τόσο πιο χαμηλή είναι η φορολογική ηθική. Για τους λόγους αυτούς αλλά και για άλλους η φοροδιαφυγή πρέπει να βρίσκεται κυριολεκτικά στο στόχαστρο των ελεγκτικών και διωκτικών αρχών του υπουργείου Οικονομικών. Και εδώ πρέπει να πούμε ότι από τα τέλη του 1993 πραγματοποιήθηκε μια μεγάλη στροφή. Αρχισε με την αξιοποίηση ελεγκτικών πρακτικών, στη συνέχεια με τη θεσμοθέτηση του Ν. 2343/95, που υπήρξε πραγματική επανάσταση στα φορολογικά πράγματα της χώρας, και τέλος με την υλοποίηση του νόμου αυτού που ξεκίνησε στις αρχές του 1997 και συνεχίζεται ως σήμερα».
Δηλαδή, συνέβαλαν στην περιστολή της φοροδιαφυγής;
«Συνέβαλαν, χωρίς όμως και να την εξαλείψουν. Κατά την άποψή μου την περιόρισαν αισθητά και αυτό αποδεικνύεται από το ότι οι κρατικοί προϋπολογισμοί εσόδων των ετών 1997 και εδώ όχι μόνο εκτελέστηκαν στην εντέλεια αλλά κατέλιπαν και σημαντικά πλεονάσματα. Ελπίζουμε ότι αυτό τελικά θα γίνει και για τη χρονιά που διανύουμε, παρά τα συγκυριακά προβλήματα που υπάρχουν. Και βέβαια οι διωκτικές και ελεγκτικές υπηρεσίες για τις οποίες μιλήσαμε πέτυχαν, αν μη τι άλλο, την εμπέδωση κλίματος ελέγχου και πρόληψης, διότι σήμερα όλοι οι φοροφυγάδες, οι λαθρέμποροι, οι κερδοσκόποι και οι αεριτζήδες γνωρίζουν ότι κάποτε θα συναντήσουν στον δρόμο τους τις υπηρεσίες αυτές και θα υποστούν όλες τις κυρώσεις που προβλέπονται από τη σχετική νομοθεσία».
Μπορείτε να εκτιμήσετε το ύψος της φοροδιαφυγής στη χώρα μας;
«Δεν υπάρχει επιστημονική μεθοδολογία για τον προσδιορισμό του ύψους της. Ούτε πρόσφορα στατιστικά στοιχεία που θα μπορούσαν να βοηθήσουν σε έναν τέτοιον προσδιορισμό. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, όταν το ύψος των εσόδων του κρατικού προϋπολογισμού δεν ξεπερνούσε τα 500 δισ. δρχ., διάφοροι οικονομικοί αναλυτές εκτιμούσαν ότι η φοροδιαφυγή ανερχόταν περίπου σε 150 δισ. δρχ. Σήμερα εκτιμώ, με επιείκεια θα έλεγα, ότι το ύψος της ανέρχεται τουλάχιστον σε 3 τρισ. δρχ. σε ετήσια βάση. Για να σας δώσω ένα παράδειγμα του μεγέθους της θα σας πω ότι μόνο στον χώρο διακίνησης των υγρών καυσίμων και μόνο από τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης (ΕΦΚ) εκτιμώ ότι η φοροδιαφυγή ξεπερνά τα 150 δισ. δρχ. σε ετήσια βάση. Και βέβαια τη μερίδα του λέοντος στο σύνολο της φοροδιαφυγής κατέχει ο ΦΠΑ. Από το ιλιγγιώδες αυτό ποσόν μόνο ένα τμήμα του μπορεί να συλληφθεί από τη δραστηριότητα των διωκτικών και ελεγκτικών αρχών».
Δηλαδή, δεν υπάρχει δυνατότητα σύλληψης της φοροδιαφυγής σε όλη της την έκταση;
«Σε κανένα κράτος δεν μπορεί να συλληφθεί το σύνολο της φοροδιαφυγής. Κάθε φορά διαφοροποιούνται οι αιτίες, οι όροι και οι προϋποθέσεις για την περιστολή, τη συντήρηση ή τη διεύρυνση του μεγέθους της. Γιατί το φαινόμενο αυτό δεν είναι μόνο κοινωνικό αλλά και οικονομικό. Πολλές φορές π.χ. εκείνοι που κατακρατούν και δεν αποδίδουν τον ΦΠΑ το κάνουν είτε διότι εξασφαλίζουν βραχυπρόθεσμα λειτουργικά κεφάλαια με μεγαλύτερη ευκολία και χαμηλότερο κόστος για την επιχείρησή τους είτε διότι βλέπουν πως οι επαπειλούμενες διοικητικές και ποινικές κυρώσεις είναι αδύναμες ως ανύπαρκτες ή ακόμη διότι γνωρίζουν ότι οι διωκτικές και ελεγκτικές αρχές δεν έχουν εξελιχθεί σε τέτοιο επίπεδο ώστε να μπορούν τάχιστα να τους εντοπίζουν, να τους αποκαλύπτουν και να τους επιβάλλουν τις όποιες κυρώσεις. Δεν πρέπει βέβαια να παραβλέπουμε την ικανότητα των φοροφυγάδων να επινοούν πάντοτε νέες μεθόδους φοροδιαφυγής με τη βοήθεια της σύγχρονης τεχνολογίας και των συστημάτων πληροφορικής αλλά και την παράλληλη αδυναμία της πολιτείας να υποβάλλει σε έλεγχο την εκτεταμένη διακίνηση αγαθών και υπηρεσιών που πραγματοποιείται μέσω των συστημάτων αυτών (ηλεκτρονικό εμπόριο). Υπάρχουν βέβαια και άλλοι παράγοντες. Σημαντικό ρόλο π.χ. διαδραματίζουν οι δραστηριότητες των υπεράκτιων εταιρειών οι οποίες, ενώ εδρεύουν σε ξένους φορολογικούς παραδείσους, διακινούν στη χώρα μας πακτωλό αφορολογήτων ποσών που κατευθύνονται σε συγκεκριμένους τομείς (κυρίως στην αγορά ακινήτων), όπου και είναι εύκολος ο “εξαγνισμός” τους. Οι δραστηριότητες λοιπόν των εταιρειών αυτών ουσιαστικά παραμένουν ανεξέλεγκτες διότι το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας τους έχει διεθνή χαρακτηριστικά».
Ποια είναι η άποψή σας για το σύστημα των ποινικών κυρώσεων;
«Κατά την άποψή μου αυτό που υπάρχει κάθε άλλο παρά αξιόπιστο και αποτελεσματικό μπορεί να χαρακτηριστεί. Και αυτό γιατί το σύστημα αυτό ποτέ ή σχεδόν ποτέ δεν ενεργοποιείται αφού οι φορολογικές διαφορές επιλύονται κατά κανόνα “συμβιβαστικά” με τον αρμόδιο διοικητικό προϊστάμενο. Με τον “συμβιβασμό” όμως διαγράφονται και όλες οι “αμαρτίες”. Δηλαδή, δεν είναι σύστημα που λειτουργεί ανεξάρτητα αλλά σύστημα με προϋποθέσεις. Και ως τέτοιο δεν μπορεί να επιτελέσει τον κύριο σκοπό του, δηλαδή τον σωφρονισμό μέσω της ποινής, ούτε να εμπεδώσει φορολογική συνείδηση, που αποτελεί το “βάθρο” για το χτύπημα της φοροδιαφυγής».
Μιλήσατε για ξεπερασμένο τρόπο διενέργειας των τακτικών – οριστικών φορολογικών ελέγχων. Τι πρέπει να γίνει;
«Πρέπει να γίνει ό,τι γίνεται στις φορολογικά προηγμένες χώρες (ΗΠΑ, Βρετανία, Γερμανία, Γαλλία κ.α.) εδώ και 50 χρόνια.
Εκεί ο τακτικός – οριστικός φορολογικός έλεγχος σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί εργαλείο για τη βεβαίωση πρόσθετων φόρων (πέραν δηλαδή εκείνων που δηλώθηκαν και αποδόθηκαν με τις σχετικές δηλώσεις φορολογίας) αλλά εργαλείο για την εμπέδωση φορολογικής συνείδησης και τελειωτική διαδικασία για τον κολασμό εκείνων που τόλμησαν να παραβούν τους φορολογικούς νόμους.
Γι’ αυτό και τα κράτη αυτά ενδιαφέρονται για την κατ’ έτος αύξηση των δηλουμένων εισοδημάτων και των αντιστοίχων φόρων και όχι εκείνων που προκύπτουν μετά από οριστικούς – τακτικούς φορολογικούς ελέγχους. Στα κράτη αυτά δεν ελέγχεται με τον τρόπο αυτόν παρά μόνο ένα μικρό τμήμα (που συνήθως δεν υπερβαίνει το 1%-3%) του συνόλου των υποβαλλομένων δηλώσεων».
Στη χώρα μας όμως τι γίνεται;
«Υπάρχει μια “βιομηχανία” τακτικών – οριστικών φορολογικών ελέγχων χωρίς μακροπρόθεσμη στόχευση. Ελεγχοι που έχουν αποκλειστικά και μόνο βραχυπρόθεσμο ταμιευτικό χαρακτήρα και το τελικό προϊόν των οποίων είναι ελάχιστο σε σχέση με τα έσοδα και τους φόρους που δηλώνονται και αποδίδονται από τους ίδιους τους φορολογουμένους. Το προϊόν μάλιστα αυτό είναι ιδιαίτερα βεβαρημένο με δυσανάλογες δαπάνες ελέγχου, βεβαίωσης και είσπραξης. Και βέβαια η τακτική αυτή δεν αποτελεί διοικητική πρακτική αλλά επιτάσσεται από το ίδιο το φορολογικό σύστημα. Εννοώ ότι με την υπάρχουσα φορολογική νομοθεσία συντρέχει τυπική υποχρέωση ελέγχου όλων των φορολογικών δηλώσεων, ακόμη και εκείνων των μισθωτών και των συνταξιούχων. Υπάρχει, δηλαδή, υποχρέωση ελέγχου περίπου τεσσάρων εκατομμυρίων δηλώσεων φορολογίας που υποβάλλονται κάθε χρόνο. Περισσεύουν ακόμη περίπου ένα εκατομμύριο φορολογικές δηλώσεις που πρέπει να ελέγχονται κάθε χρόνο (ΑΕ, ΕΠΕ, προσωπικών εταιρειών, κοινοπραξιών, ελευθέρων επαγγελματιών, ατομικών επιχειρήσεων). Μπορούν οι δηλώσεις αυτές να ελεγχθούν σε βάθος από ένα ελεγκτικό δυναμικό του τομέα αυτού που δεν ξεπερνά συνολικά τους 2.000 υπαλλήλους; Η απάντηση είναι ξεκάθαρα “όχι”. Η νομική υποχρέωση όμως υπάρχει. Εδώ ακριβώς αρχίζει ο έλεγχος ο οποίος κατ’ ανάγκην είναι ταχύς και κατά συνέπεια επιφανειακός. Μάλιστα το είδος αυτών των ελέγχων φέρνει κατά καιρούς στην επιφάνεια και την ανάγκη “ρυθμιστικών” αποφάσεων που στην ουσία αποτελούν επιβράβευση των φοροφυγάδων και ανασταλτικό παράγοντα για την ποιοτική αναβάθμιση των ίδιων των φορολογικών οργάνων και του έργου τους.
Γίνεται λοιπόν ολοφάνερο ότι πρέπει να εκδηλωθούν θεσμικές παρεμβάσεις που θα αναβαθμίσουν τόσο το σύστημα των ποινικών κυρώσεων όσο και το σύστημα διενέργειας των οριστικών – φορολογικών ελέγχων στη βάση μιας άλλης φιλοσοφίας, ενός άλλου σύγχρονου προσανατολισμού με συγκεκριμένες στοχεύσεις αλλά και στη βάση ευθυγράμμισης της νομοθεσίας με εκείνες των προηγμένων χωρών».
Πιστεύετε ότι οι προτάσεις σας μπορούν να γίνουν αποδεκτές;
«Ολοι οι πολίτες, πολύ δε περισσότερο όσοι έχουν και ευθύνες εξειδίκευσης και εφαρμογής κυβερνητικών πολιτικών σε διάφορους τομείς, έχουν όχι μόνο το δικαίωμα αλλά και την υποχρέωση να διατυπώνουν προτάσεις έτσι ώστε μέσα από μια πλούσια συγκομιδή θέσεων και απόψεων η πολιτική ηγεσία τελικά να επιλέγει και να θεσμοθετεί εκείνες που είναι τεκμηριωμένες αλλά και χρήσιμες τόσο για την πολιτεία όσο και για την κοινωνία. Να μην ξεχνάμε ότι τα τελευταία χρόνια έγιναν πολλά. Μπορούν να γίνουν ακόμη περισσότερα».
