Ποιοι όροι κρίθηκαν από το Εφετείο παράνομοι και καταχρηστικοί

Ποιοι όροι κρίθηκαν από το Εφετείο παράνομοι και καταχρηστικοί * «Το Βήμα» παρουσιάζει αναλυτικά τα εννέα επίμαχα σημεία της δικαστικής απόφασης και το τι ακριβώς σημαίνουν αυτά για τους δανειολήπτες Δεκαπέντε συνολικά όροι που περιέχονται στις συμβάσεις στεγαστικών δανείων κρίθηκαν παράνομοι και καταχρηστικοί από το Εφετείο. Οι εννέα από αυτούς αφορούν άμεσα τους δανειολήπτες (οι άλλοι έξι

Ποιοι όροι κρίθηκαν από το Εφετείο παράνομοι και καταχρηστικοί


Δεκαπέντε συνολικά όροι που περιέχονται στις συμβάσεις στεγαστικών δανείων κρίθηκαν παράνομοι και καταχρηστικοί από το Εφετείο. Οι εννέα από αυτούς αφορούν άμεσα τους δανειολήπτες (οι άλλοι έξι αφορούν τους εγγυητές δανείων) και εφόσον εφαρμοστούν – τουλάχιστον στη χορήγηση των δανείων εφεξής – θα επιφέρουν σημαντικές αλλαγές προς όφελος των δανειοληπτών. Μεταξύ των παράνομων και καταχρηστικών όρων, ιδιαίτερη θέση κατέχουν τα έξοδα φακέλου και η αξίωση των τραπεζών, σε περίπτωση πρόωρης εξόφλησης δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο, να καταβάλει ο δανειολήπτης ποσό ύψους 2,5% επί του ποσού που αφορά η πρόωρη εξόφληση, το λεγόμενο «πέναλτι». Σημαντικό είναι είναι ότι αμφισβητείται το δικαίωμα της τράπεζας να αναπροσαρμόζει μονομερώς το κυμαινόμενο επιτόκιο, χωρίς η προσαρμογή αυτή να «υπακούει» σε ορισμένα κριτήρια. «Το Βήμα» παρουσιάζει σήμερα αναλυτικά τα εννέα επίμαχα σημεία της δικαστικής απόφασης και το τι ακριβώς σημαίνουν αυτά για τους δανειολήπτες, με βάση την πληροφόρηση που μέχρι στιγμής παρέχεται κυρίως από την ΕΚΠΟΙΖΩ (καθώς η απόφαση δεν έχει ακόμη καθαρογραφεί και οι τράπεζες επιφυλάσσονται).


Με την απόφαση του Εφετείου κρίνονται παράνομοι και καταχρηστικοί οι παρακάτω όροι που περιλαμβάνονται στα λεγόμενα «ψιλά γράμματα» των συμβάσεων στεγαστικών δανείων:


1) Η είσπραξη «εξόδων χρηματοδότησης» ύψους 1% επί του ποσού του δανείου.


Οι τράπεζες ονομάζουν συνήθως το ποσόν αυτό «έξοδα χρηματοδότησης». Προσδιορίζουν το ποσό αυτό ποσοστιαία ή σε απόλυτο αριθμό και ανάλογα με το ύψος του δανείου, καθορίζοντας μάλιστα και ένα ελάχιστο ύψος κάτω από το οποίο δεν επιτρέπεται να πέφτει. Το δικαστήριο θεωρεί ότι ουσιαστικά η χρέωση συνιστά προμήθεια που απαγορεύεται από τον νόμο. Το δικαστήριο θεωρεί εξάλλου την είσπραξη του παραπάνω ποσού ως «έξοδα χρηματοδότησης» αντίθετη προς την αρχή της διαφάνειας και καταχρηστική με βάση τον νόμο για την προστασία του καταναλωτή. Η φιλοσοφία της απόφασης είναι ότι τα λειτουργικά έξοδα για την παροχή μιας υπηρεσίας εμπεριέχονται στην αμοιβή που καταβάλλει κανείς για την παροχή της υπηρεσίας, ήτοι εν προκειμένω στους τόκους, και δεν δικαιολογούνται να εισπράττονται ξεχωριστά.


2) H είσπραξη εξόδων φακέλου.


Πρόκειται για επιβάρυνση ύψους 60 ευρώ που πληρώνει ο πελάτης πριν από τη χορήγηση του δανείου ως έξοδα φακέλου. Κρίνεται παράνομη και καταχρηστική, σύμφωνα με τα παραπάνω.


3) H καταβολή της εισφοράς του νόμου 128/75 από τον δανειολήπτη και όχι από την τράπεζα.


Το δικαστήριο κρίνει ότι η καταβολή της παραπάνω εισφοράς από τον δανειολήπτη είναι αντίθετη προς τον νόμο. Τούτο ισχύει για όλες τις συμβάσεις δανείων. Επομένως και για τους επαγγελματίες. Το ύψος της εισφοράς αυτής ανερχόταν ως πριν από λίγο καιρό σε 1,20%, έχει πλέον πέσει στο 0,12%, προσαυξάνοντας κατά το ίδιο ποσοστό το επιτόκιο του δανείου.


4) H αξίωση της τράπεζας, σε περίπτωση πρόωρης εξόφλησης δανείου, για καταβολή ποσού ύψους 2,5% επί του ποσού που αφορά η πρόωρη προεξόφληση, σε δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο.


Οταν ο καταναλωτής εξοφλεί πρόωρα το δάνειο η τράπεζα του επιβάλλει επιβάρυνση 2,5% επί του ποσού του δανείου που προεξοφλείται. Την επιβάρυνση αυτή τη δικαιολογεί ως «αποζημίωση». Το δικαστήριο κρίνει τον όρο καταχρηστικό καθώς δεν αποδεικνύεται ζημιά της τράπεζας από την πρόωρη εξόφληση. Τούτο δε λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη ότι τα χρήματα που αποκτά η τράπεζα για την πρόωρη προεξόφληση του δανείου τα χρησιμοποιεί και τα εκμεταλλεύεται άμεσα για τη χορήγηση άλλων δανείων, επίσης με κυμαινόμενο επιτόκιο. Αξίζει να σημειωθεί ότι σε άλλες χώρες της Ευρώπης (λ.χ. Γερμανία) υπάρχει και ρητή διάταξη νόμου που καθιστά δικαίωμα του καταναλωτή την πρόωρη εξόφληση στα δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο και απαγορεύει οποιαδήποτε επιβάρυνση.


5) H δυνατότητα της τράπεζας να αυξάνει μονομερώς το επιτόκιο, δίχως αυτή η αύξηση να είναι σε συνάρτηση με κάποιο εύλογο κριτήριο ή να αξιώνει την επιστροφή του δανείου αν ο λήπτης του δανείου δεν αποδεχθεί την αύξηση.


Το δικαστήριο δέχεται ότι ο όρος με τον οποίο η τράπεζα επιφυλάσσει στον εαυτό της το δικαίωμα να αναπροσαρμόζει μονομερώς το επιτόκιο στις συμβάσεις με κυμαινόμενο επιτόκιο είναι καταχρηστικός αν δεν ορίζεται στη σύμβαση το κριτήριο στη βάση του οποίου θα μπορεί να γίνεται η αναπροσαρμογή. Ως τέτοιο κριτήριο θεωρείται το κόστος που έχει το χρήμα για την τράπεζα. Επομένως, ως βάση για την αναπροσαρμογή θα μπορούσε να τεθεί το διατραπεζικό επιτόκιο Euribor, το επιτόκιο της EKT. Αν τούτο ανεβαίνει, η τράπεζα έχει τη δυνατότητα να αυξήσει ισόποσα το επιτόκιο. Αν αντιθέτως το κόστος του χρήματος καθίσταται φθηνότερο, η τράπεζα είναι υποχρεωμένη να μειώσει το επιτόκιο. Μάλιστα με βάση την καταχρηστικότητα του όρου και στη βάση των παραπάνω κριτηρίων, οι καταναλωτές μπορούν να αξιώσουν την επιστροφή τόκων από μη αναπροσαρμογή προς τα κάτω του επιτοκίου τους. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι τα κυμαινόμενα επιτόκια από τον Απρίλιο του έτους 2001 ως σήμερα θα έπρεπε να έχουν μειωθεί κατά 2,75 εκατοστιαίες μονάδες.


6) H δυνατότητα της τράπεζας να καταχωρίζει στον λογαριασμό, του οποίου το απόσπασμα θεωρείται στα δικαστήρια πλήρης απόδειξη, και τα έξοδα που κάνει η τράπεζα εξαιτίας του δανείου (δικαστικά και άλλα).


Οπως είναι γνωστό, οι τράπεζες τηρούν στα βιβλία τους έναν λογαριασμό με στήλη χρέωσης και πίστωσης. Από τον λογαριασμό αυτό παρακολουθείται το χρέος του δανειολήπτη. Οι τράπεζες μπορούν να προσκομίζουν απόσπασμα του λογαριασμού αυτού στα δικαστήρια, το οποίο θα αποτελεί και πλήρη απόδειξη του χρέους τους, επιτυγχάνοντας έτσι την έκδοση διαταγής πληρωμής εις βάρος του πελάτη. Ο τελευταίος, αν θεωρεί ανακριβή την κατάσταση του χρέους του, μπορεί να ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής υποστηρίζοντας ότι έχει καταβάλει, λ.χ., κάποια δόση ή τους τόκους που τη χρεώνουν. H απόφαση θεωρεί καταχρηστικό ωστόσο να ενσωματώνονται σε αυτόν τον λογαριασμό και τα έξοδα που κάνει η τράπεζα εξαιτίας του δανείου (λ.χ., δικαστικά έξοδα ή άλλα έξοδα στα οποία υπεβλήθη εξαιτίας κάποιου προβλήματος). Και τούτο γιατί κατ’ αυτόν τον τρόπο η τράπεζα δεν θα χρειαζόταν πλέον να αποδείξει την αναγκαιότητα και το ύψος των εξόδων αυτών. Από την άλλη, ο δανειολήπτης δεν έχει τα στοιχεία στα χέρια του για να ανταποδείξει ότι αυτά τα έξοδα δεν ήταν αναγκαία ή δεν θα έπρεπε να είναι σε αυτό το ύψος. H απόφαση είναι και στο σημείο αυτό πολύ σημαντική γιατί βάζει φραγμό στην επιβάρυνση των λογαριασμών εις βάρος των δανειοληπτών.


7) H δυνατότητα της τράπεζας να καταγγέλλει τη σύμβαση σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής οποιασδήποτε δόσης.


Ο όρος είναι καταχρηστικός γιατί η καθυστέρηση μιας δόσης δεν μπορεί να θεωρηθεί σημαντικός λόγος για την καταγγελία της σύμβασης. Αντιθέτως, θα πρέπει, ανάλογα με τη διάρκεια και τις ασφάλειες που έχει η τράπεζα να υπάρχει ένας σημαντικός αριθμός καθυστερημένων δόσεων προκειμένου να δικαιολογηθεί η καταγγελία.


8) H εκχώρηση από τον δανειολήπτη των μισθωμάτων του ακινήτου στην τράπεζα προς πρόσθετη διασφάλισή της.


H τράπεζα εγγράφει συνήθως όταν χορηγεί στεγαστικό δάνειο προσημείωση υποθήκης στο ακίνητο που αγοράζεται με το δάνειο. Τούτο εξασφαλίζει επαρκώς την τράπεζα. Το δικαστήριο θεωρεί ότι υποχρεώνοντας η τράπεζα τον δανειολήπτη να εκχωρήσει σε αυτήν τα μισθώματα του ακινήτου, σε περίπτωση που αυτό εκμισθωθεί, ζητεί υπέρμετρες εγγυήσεις. Ο όρος είναι γι’ αυτό καταχρηστικός και συνεπώς άκυρος.


9) H επιφύλαξη της δυνατότητας είσπραξης προμήθειας.


Κρίνεται παράνομη και καταχρηστική.


* Τέλος, η απόφαση του Εφετείου επιβεβαιώνει την ορθότητα της πρωτόδικης και όσον αφορά την τεράστιας σημασίας ενίσχυση της προστασίας του εγγυητή. Πολλοί επέκριναν ως σήμερα την ευκολία με την οποία οι εγγυητές παραιτούνται απέναντι στις τράπεζες από τα δικαιώματα που τους δίνει ο νόμος. H απόφαση θεωρεί πλέον για πρώτη φορά καταχρηστικούς τους όρους που προβλέπουν την παραίτηση του εγγυητή από τα δικαιώματα και τις ενστάσεις των άρθρων 862 ως 868 Αστικού Κώδικα.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version